Η Ελλάδα του αύριο δεν μπορεί να κυβερνηθεί με όρους «παράγκας» ποδοσφαίρου του χθες. «Όπου κοιτάζω να κοιτάζεις όλη η Ελλάδα ατέλειωτη παράγκα…»
Στον δημόσιο διάλογο της χώρας, η λέξη «διαπλοκή» στο παρελθόν ή «ολιγάρχες» στο παρόν χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει ένα πλέγμα οικονομικής και πολιτικής ισχύος που επηρεάζει κρίσιμες αποφάσεις. Πέρα από τις υπερβολές ή τις γενικεύσεις, υπάρχει μια πραγματικότητα που δύσκολα αμφισβητείται: η στενή σχέση μεταξύ οικονομικής δύναμης, μέσων ενημέρωσης και πολιτικής εξουσίας έχει διαμορφώσει διαχρονικά ένα σύστημα επιρροής που δεν λειτουργεί πάντα προς όφελος του συνόλου.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναπτύσσεται και μια νοοτροπία βαθιά ριζωμένη στην κοινωνία: «ας κυβερνά ο δικός μου». Δεν έχει σημασία αν ο «δικός μου» είναι ικανός, έντιμος ή αποτελεσματικός. Αρκεί να εξυπηρετεί τα δικά μας συμφέροντα — ή έστω να θεωρούμε ότι το κάνει. Οι «άλλοι» αντιμετωπίζονται ως αντίπαλοι που πρέπει να αποκλειστούν, όχι ως συμπολίτες με ίσα δικαιώματα.
Αυτή η λογική τροφοδοτεί έναν φαύλο κύκλο. Οι ισχυροί παίκτες επιδιώκουν να ελέγξουν πολιτικές εξελίξεις για να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους, ενώ τμήματα της κοινωνίας αποδέχονται ή και ενισχύουν αυτή τη συμπεριφορά, εφόσον πιστεύουν ότι θα ωφεληθούν έμμεσα. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που αναπαράγει ανισότητες, αποδυναμώνει τους θεσμούς και υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη δημοκρατία.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Οι προκλήσεις της εποχής μας —από την ψηφιακή μετάβαση και την κλιματική κρίση μέχρι τη γεωπολιτική αστάθεια και την οικονομική αναδιάρθρωση— απαιτούν ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης: διαφανές, αξιοκρατικό και σύγχρονο.
Ωστόσο, συχνά παρατηρούμε τη διατήρηση παρωχημένων πρακτικών που θυμίζουν τη «λογική της παράγκας» του παλιού ελληνικού ποδοσφαίρου: παρασκηνιακές συμφωνίες, ευνοιοκρατία και έλλειψη θεσμικής λογοδοσίας.
Η «παράγκα» δεν είναι απλώς μια μεταφορά. Είναι ένας τρόπος λειτουργίας που βασίζεται στην αδιαφάνεια και στη διαχείριση της εξουσίας μέσω άτυπων δικτύων επιρροής. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι κανόνες γίνονται ευέλικτοι, οι θεσμοί υπονομεύονται και η εμπιστοσύνη των πολιτών διαβρώνεται. Αυτή η νοοτροπία, όσο κι αν ανήκει στο παρελθόν, συνεχίζει να εμφανίζεται σε πτυχές της δημόσιας ζωής.
Όμως η Ελλάδα του αύριο δεν έχει την πολυτέλεια να λειτουργεί έτσι. Η νέα γενιά πολιτών απαιτεί ή πρέπει να εκπαιδευτεί να απαιτεί διαφάνεια, ίσες ευκαιρίες και πραγματική λογοδοσία. Οι επενδύσεις, η καινοτομία και η ανάπτυξη δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν σε ένα περιβάλλον όπου η επιτυχία εξαρτάται από «γνωριμίες» αντί για ικανότητες. Η χώρα χρειάζεται θεσμούς που να λειτουργούν ανεξάρτητα, διοίκηση που υπηρετεί τον πολίτη και πολιτική ηγεσία που εμπνέει εμπιστοσύνη και να στηρίζεται από όλους η ανεξαρτησία τους.
Η μετάβαση αυτή δεν είναι εύκολη. Προϋποθέτει σύγκρουση με βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες και συμφέροντα. Απαιτεί πολιτική βούληση, κοινωνική πίεση και ενεργή συμμετοχή των πολιτών. Χρειάζεται επίσης παιδεία —όχι μόνο με την έννοια της εκπαίδευσης, αλλά και της καλλιέργειας πολιτικής συνείδησης και υπευθυνότητας.
Η ιστορία έχει δείξει ότι οι κοινωνίες που προχωρούν μπροστά είναι εκείνες που τολμούν να αφήσουν πίσω τους τις παθογένειες του παρελθόντος. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να είναι μία από αυτές. Δεν αρκεί να αναγνωρίζουμε τα προβλήματα· οφείλουμε να τα αντιμετωπίζουμε με αποφασιστικότητα.
Η «παράγκα» ανήκει στο χθες. Η Ελλάδα του αύριο χρειάζεται φως, κανόνες και εμπιστοσύνη. Και αυτά δεν πρέπει να είναι διαπραγματεύσιμα.
Η δημοκρατία, δεν μπορεί να λειτουργήσει με όρους «ομάδων» και «στρατοπέδων». Δεν είναι ποδοσφαιρικός αγώνας, όπου η νίκη του ενός συνεπάγεται την ήττα του άλλου. Δεν είναι ή εμείς ή αυτοί! Είναι μια διαδικασία συλλογικής συνύπαρξης, όπου οι κανόνες ισχύουν για όλους και το δημόσιο συμφέρον υπερισχύει του ατομικού.
Η υπέρβαση αυτής της κατάστασης δεν είναι απλή υπόθεση. Απαιτεί αλλαγή νοοτροπίας — τόσο στην κορυφή όσο και στη βάση. Οι πολίτες καλούνται να αξιολογούν με κριτήριο την ικανότητα και την αξιοπιστία, όχι την κομματική ταυτότητα ή τις προσωπικές εξυπηρετήσεις. Έχουν αναπτύξει ή μπορεί να εκπαιδευτούν να αξιολογούν? Οι θεσμοί οφείλουν να θωρακιστούν απέναντι σε παρεμβάσεις και να λειτουργούν με διαφάνεια και ανεξαρτησία και να μην αμφισβητούνται αν οι αποφάσεις δεν συμφέρουν τους μεν ή τους δε.
Παράλληλα, είναι κρίσιμο να ενισχυθεί η λογοδοσία. Όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται στο φως και όχι στο παρασκήνιο, περιορίζεται ο χώρος για αυθαιρεσίες. Όταν οι πολίτες έχουν πρόσβαση στην πληροφορία και τη δυνατότητα να ελέγχουν, η ισχύς εξισορροπείται.
Η Ελλάδα δεν είναι καταδικασμένη σε αυτό το μοντέλο. Υπάρχουν δυνάμεις στην κοινωνία που διεκδικούν ένα διαφορετικό μέλλον: πιο δίκαιο, πιο ανοιχτό, πιο θεσμικό. Το ερώτημα είναι αν αυτές οι δυνάμεις θα καταφέρουν να υπερισχύσουν της λογικής του «δικού μου».
Γιατί τελικά, όσο κυριαρχεί το «ας κυβερνά ο δικός μου», η χώρα θα μένει πίσω. Η πραγματική πρόοδος έρχεται μόνο όταν το «δικός μου» αντικαθίσταται από το «για όλους».
Ουτοπικό? Ας δούμε για λίγο το ποτήρι μισογεμάτο και να πάμε να το γεμίσουμε.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












