Στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας η μεξικανική κυβέρνηση φέρεται να διέκοψε ορισμένες εξαγωγές πετρελαίου προς την Κούβα υπό την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών, ωστόσο λίγο αργότερα μια μεξικανική αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας εισήλθε στη χώρα. Το αμερικανικό εμπάργκο έχει συμβάλει σημαντικά στην παρατεταμένη οικονομική κρίση της Κούβας και, όπως έχει αναγνωρίσει ανοιχτά ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ στην περίπτωση του Ιράν, η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί την οικονομική ισχύ ως εργαλείο εξαναγκασμού των αντιπάλων της.
Περιφερειακή ηγεμονία και παγκόσμια ισχύς
Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ έγιναν μία από τις δύο υπερδυνάμεις του διεθνούς συστήματος και από το 1991 έως περίπου το 2017 αποτέλεσαν τη μοναδική υπερδύναμη. Όλη αυτή την περίοδο, οι ΗΠΑ κατείχαν τη θέση της περιφερειακής ηγεμονικής δύναμης, ως κράτος που δεν αντιμετωπίζει ισότιμο ανταγωνιστή ικανό να αμφισβητήσει τη στρατιωτική του κυριαρχία εντός της περιφέρειάς του, ενώ καμία άλλη παγκόσμια δύναμη δεν είχε επιτύχει αντίστοιχη περιφερειακή υπεροχή.
Η ηγεμονία αυτή δεν ήταν μια απλή υλική υπεροχή, αλλά η ικανότητα και η βούληση παρέμβασης για τη διαμόρφωση της πολιτικής τάξης στην ευρύτερη περιφέρειά τους — το Δυτικό Ημισφαίριο. Από αυτή τη θέση, οι ΗΠΑ έχουν επανειλημμένα εμπλακεί σε γειτονικές χώρες, ακόμη και με τη χρήση βίας, προκειμένου να διασφαλίσουν την αποδοχή της υπεροχής τους.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέκτησαν την ηγεμονία μέσω της ταχείας βιομηχανικής ανάπτυξης του 19ου αιώνα και μιας ολοένα πιο αποφασιστικής εξωτερικής πολιτικής. Μεταξύ 1800 και 1900 συμμετείχαν σε τέσσερις μεγάλους πολέμους, καθώς και σε δεκάδες μικρότερες συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένων των Ινδιάνικων Πολέμων. Την ίδια περίοδο επεκτάθηκαν από περίπου 890.000, σε πάνω από 3,7 εκατ. τετραγωνικά μίλια (αύξηση 320%) μέσω εδαφικών αγορών και προσαρτήσεων, ενώ δημιούργησαν μια ηπειρωτική βιομηχανική αγορά βασισμένη στους σιδηροδρόμους και τη μαζική παραγωγή. Μόνο κατά τον προηγούμενο αιώνα μπορούμε να εντοπίσουμε τουλάχιστον 15 περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν βία ή μυστικές επιχειρήσεις για να μεταβάλουν ή να καθορίσουν την πολιτική πορεία άλλης χώρας στη Λατινική Αμερική.
Στις αρχές του 20ού αιώνα είχαν αναδειχθεί στον κορυφαίο βιομηχανικό παραγωγό παγκοσμίως και σε βασικό ναυτικό και βιομηχανικό ανταγωνιστή της Βρετανίας. Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσωπεύουν περίπου το 60% του ονομαστικού ΑΕΠ του Δυτικού Ημισφαιρίου, διαθέτουν πληθυσμό περίπου 1,6 φορές μεγαλύτερο από τη δεύτερη πολυπληθέστερη χώρα της περιοχής και στρατιωτικές δαπάνες που υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες του επόμενου ισχυρότερου περιφερειακού δρώντα.
Συμπερασματικά, για να επιτύχουν την υπεροχή και στη συνέχεια να εδραιώσουν την ηγεμονία στο Δυτικό Ημισφαίριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες βασίστηκαν στη ραγδαία οικονομική μεταμόρφωση, στη χρήση βίας και στην πολιτική παρέμβαση ως εργαλεία εξωτερικής πολιτικής. Η ιστορία, επομένως, υποδηλώνει ότι η σημερινή τάση υπό τον Τραμπ κάθε άλλο παρά πρωτοφανής είναι στο ευρύτερο πλαίσιο που έχουν λειτουργήσει οι ΗΠΑ.
Η επικαιροποίηση της στρατηγικής ατζέντας
Ωστόσο, υπήρξε μια σημαντική περίοδος σχετικής αυτοσυγκράτησης μεταξύ της τελευταίας εκτεταμένης αμερικανικής επέμβασης για αλλαγή καθεστώτος στην Λατινική Αμερική και του επεισοδίου απαγωγής του Νικολάς Μαδούρο.
Η πιο πρόσφατη ανατροπή κυβέρνησης με εκτεταμένη χρήση στρατιωτικής ισχύος ήταν η εισβολή στον Παναμά το 1989, η οποία ανέτρεψε τον Μανουέλ Νοριέγα. Το 1994 οι Ηνωμένες Πολιτείες επενέβησαν επίσης στην Αϊτή για να αποκαταστήσουν τον Πρόεδρο Ζαν-Μπερτράν Αριστίντ· σε αντίθεση με τον Παναμά, η επιχείρηση αυτή πραγματοποιήθηκε με εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και κατόπιν αιτήματος της διεθνώς αναγνωρισμένης, εκλεγμένης κυβέρνησης της Αϊτής. Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέχισαν να ασκούν στην περιοχή πολιτική και οικονομική επιρροή και μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η συγκεκριμένη περίοδος χαρακτηρίστηκε από ασυνήθιστα χαμηλή συχνότητα άμεσων στρατιωτικών επεμβάσεων μεγάλης κλίμακας για αλλαγή καθεστώτων.
Στον εικοστό αιώνα, η βασική ανησυχία των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν ότι μια εξωτερική δύναμη θα μπορούσε να αποκτήσει στρατηγικό αποτύπωμα στη Λατινική Αμερική. Στις αρχές του αιώνα, η ανησυχία αφορούσε γενικότερα την ευρωπαϊκή παρουσία, ενώ κατά τον Ψυχρό Πόλεμο πήρε συγκεκριμένη μορφή με τη Σοβιετική Ένωση, όπως φάνηκε στην κρίση των πυραύλων της Κούβας. Σήμερα, η πρόκληση έγκειται στην πιθανότητα περιφερειακές δυνάμεις του Δυτικού Ημισφαιρίου, όπως η Βραζιλία και το Μεξικό, να αναπτυχθούν σε βαθμό που να μπορούν να αντισταθούν ή να αποτρέψουν αμερικανική παρέμβαση. Ας στραφούμε επομένως στα σημερινά δεδομένα.
Δυνάμεις του Δυτικού Ημισφαιρίου
Ενώ ο Τραμπ έχει έρθει σε ανοιχτή σύγκρουση με τη Βενεζουέλα και την Κούβα, η ρητορική και οι πολιτικές του έχουν ταυτόχρονα στοχοποιήσει μεγάλες περιφερειακές οικονομίες, απειλώντας τον μεταποιητικό τομέα του Μεξικού με δασμούς, θέτοντας υπό αμφισβήτηση το περιβάλλον ασφάλειας της Κολομβίας και κατηγορώντας τον Καναδά για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Το Μεξικό, η Βραζιλία και η Κολομβία — οι τρεις πολυπληθέστερες χώρες της Λατινικής Αμερικής — αντιπροσωπεύουν από κοινού σχεδόν 400 εκατομμύρια ανθρώπους και το 5% του παγκόσμιου ΑΕΠ σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης. Τα ποσοστά αποδοχής των ηγετών τους παραμένουν σχετικά ανθεκτικά, με την Κλαούντια Σέινμπαουμ και τον Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα να αποτελούν τους δύο πιο δημοφιλείς ηγέτες στη Λατινική Αμερική. Με την προσθήκη του Καναδά, ο συνολικός πληθυσμός ανέρχεται σε περίπου 425 εκατομμύρια και το οικονομικό τους βάρος προσεγγίζει το 6% του παγκόσμιου ΑΕΠ (PPP).
Πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη, ότι το Μεξικό συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο βιομηχανοποιημένων μεγάλων οικονομιών του Παγκόσμιου Νότου με τον μεταποιητικό τομέα του να αντιπροσωπεύει περίπου το 18–20% της εθνικής παραγωγής, – γεγονός που υπογραμμίζει τη δομική του σημασία στα βορειοαμερικανικά δίκτυα παραγωγής – ενώ η Βραζιλία είναι η μεγαλύτερη εξαγωγική οικονομία της Λατινικής Αμερικής. Παράλληλα, η Λατινική Αμερική αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 1/5 της παγκόσμιας παραγωγής σε αρκετούς στρατηγικούς τομείς, όπως ο χαλκός, το λίθιο και ο βωξίτης, ενώ κατέχει συγκρίσιμο μερίδιο στις παγκόσμιες ανανεώσιμες ροές γλυκού νερού και στην υδροηλεκτρική παραγωγή.
Την περίοδο της «αυτοσυγκράτησης», οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σε μεγάλο βαθμό απασχολημένες σε άλλα θέατρα επιχειρήσεων, κυρίως στη Μέση Ανατολή. Χωρίς άμεσο συστημικό αντίπαλο και με την πιθανή στρατηγική ανταγωνιστικότητα να αναμένεται από την Ευρασία και όχι από τη Λατινική Αμερική, η αμερικανική προσοχή παρέμεινε στραμμένη εκτός του Δυτικού Ημισφαιρίου. Η Λατινική Αμερική ήταν ήδη σε μεγάλο βαθμό ευθυγραμμισμένη με τη δυτική τάξη. Ωστόσο, κατά την ίδια περίοδο άρχισε να αναδύεται μια σημαντική μεταβολή.
H οικονομική επέκταση της Λατινικής Αμερικής επιβραδύνθηκε τον 21ο αιώνα, αλλά οι εξωτερικές οικονομικές και διπλωματικές της σχέσεις διαφοροποιήθηκαν πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Από το 2000 έως το 2025, το εμπόριο επεκτάθηκε σημαντικά προς την Ασία: το εμπόριο με την Ινδία αυξήθηκε περίπου 6 έως 8 φορές, με τη Νότια Κορέα περίπου 3πλασιάστηκε έως 4πλασιάστηκε και με την Κίνα εκτοξεύθηκε περίπου 30 έως 40 φορές. Την ίδια περίοδο, οι κινεζικές άμεσες ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν περισσότερο από 10 φορές σε σύγκριση με τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Το εμπόριο μεταξύ Λατινικής Αμερικής και Αφρικής αυξήθηκε επίσης περίπου 4 έως 5 φορές.
Αυτή η διαφοροποίηση έχει συμβάλει σε μια πιο αυτόνομη στάση των χωρών της Λατινικής Αμερικής, όπως αποτυπώνεται σε πρόσφατες διαφωνίες και αποκλίσεις πολιτικής με τις ΗΠΑ. Η αυξανόμενη αυτή αυτονομία είναι εμφανής στον ανανεωμένο πολιτικό προσανατολισμό της Βραζιλίας προς τον Παγκόσμιο Νότο και στον ενεργό της ρόλο στους BRICS υπό τον Πρόεδρο Λούλα. Πιο ευρύτερα, μετατοπίσεις μεταξύ των εταίρων των ΗΠΑ στο Δυτικό Ημισφαίριο — συμπεριλαμβανομένης της πιο έντονης πορείας του Καναδά προς τη στρατηγική αυτονομία μετά την εκλογή του Μαρκ Κάρνεϊ — καταδεικνύουν έναν σταδιακό επαναπροσδιορισμό των περιφερειακών ευθυγραμμίσεων, εξέλιξη που έχει προκαλέσει ανοιχτή κριτική από την Ουάσιγκτον.
Μια νέα εποχή για τις Αμερικές
Σήμερα, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει μια σταδιακή σύγκλιση ισχύος μεταξύ της ίδιας και βασικών περιφερειακών δρώντων. Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν η κυρίαρχη δύναμη στο Δυτικό Ημισφαίριο στο προβλεπτό μέλλον, το μέγεθος αυτής της σχετικής σύγκλισης ενδέχεται να περιορίσει ολοένα και περισσότερο την ικανότητά τους να παρεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών της περιοχής.
Καθώς η πιθανότητα να αναλάβουν οι περιφερειακές δυνάμεις της Λατινικής Αμερικής συλλογικές πρωτοβουλίες για τον περιορισμό της αμερικανικής παρεμβατικότητας καθίσταται πιο ρεαλιστική, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να επανέρχονται στα ιστορικά εργαλεία με τα οποία διασφάλισαν την ηγεμονική τους θέση. Ωστόσο, αυτή η ανανεωμένη επιθετικότητα εγείρει ένα θεμελιώδες ερώτημα: θα καταφέρουν να διατηρήσουν την αμερικανική πρωτοκαθεδρία ή θα επιταχύνουν τη διαφοροποίηση της περιοχής, ενθαρρύνοντας τα κράτη της Λατινικής Αμερικής να εμβαθύνουν τις οικονομικές τους σχέσεις με εναλλακτικούς εταίρους και να ενισχύσουν σταδιακά τις δικές τους στρατηγικές και στρατιωτικές δυνατότητες;
(*) Μηχανικός ορυκτών πόρων, γεωπολιτικός αναλυτής
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












