Η «τιμολόγηση» του πολεμικού κινδύνου στη ναυτιλία έχει περάσει πλέον από τους ναύλους στην ίδια την ασφάλιση και μεταφράζεται σε συγκεκριμένο κόστος ανά βαρέλι – γεγονός κρίσιμο για την αγορά πετρελαίου.
Με την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και τη λειτουργική ασφυξία γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, τα war risk premiums για ένα και μόνο πέρασμα εκτινάχθηκαν από «συμβολικά» επίπεδα πριν από τον πόλεμο σε ποσοστά που θυμίζουν ακραίες περιόδους κρίσεων.
Όπως αποτυπώνουν στοιχεία της Federal Reserve, σε ένα τυπικό VLCC που μεταφέρει περίπου 2 εκατ. βαρέλια, μια ασφάλιση πολεμικού κινδύνου 2% επί αξίας πλοίου 100 εκατ. δολ. ισοδυναμεί με 2 εκατ. ασφάλιστρο – άρα περίπου 1 δολ./βαρέλι μόνο από την ασφάλιση.
Με premium 3% το κόστος πάει σε 1,5 δολ./βαρέλι και με 5% σε 2,5 δολ./βαρέλι. Αν το ποσοστό ανεβεί στο 10%,
το καθαρά ασφαλιστικό κόστος μπορεί να ξεπεράσει και τα 5 δολ./βαρέλι.
Το ίδιο «κούμπωμα» προκύπτει και με την παραδοχή για πλοίο ακόμη μεγαλύτερης αξίας εάν εφαρμοστεί και μεγαλύτερο premium.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η ταχύτητα της ανατίμησης ήταν πολύ γρήγορη. Σε χρονολογική κλίμακα, πριν από την ανάφλεξη (27 Φεβρουαρίου) τα war risk premiums για διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ εμφανίζονταν χαμηλά, της τάξης του 0,1%-0,25% της αξίας ενός πλοίου.
Το τριήμερο 1-3 Μαρτίου ανέβηκαν στο 0,5%-1%, στις 6 Μαρτίου έφτασαν περίπου στο 3%, ενώ γύρω στις 19 Μαρτίου κινήθηκαν κοντά στο 5%.
Παράλληλα, στην αγορά καταγράφηκαν περιπτώσεις όπου οι τιμές «άνοιξαν» ακόμη περισσότερο, με ενδείξεις για εύρος 4%-10% σε ορισμένα προφίλ κινδύνου.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ένα ασφάλιστρο που πριν από τον πόλεμο μπορούσε να αντιστοιχεί σε κάποιες δεκάδες χιλιάδες δολάρια για ένα πέρασμα, μετατράπηκε σε εκατομμύρια μέσα σε μερικές εβδομάδες. Και αυτό δεν είναι απλώς κόστος, καθώς -όπως τονίζεται- επηρέασε άμεσα τη συμπεριφορά των πλοιοκτητών και των ναυλωτών.
Διαθεσιμότητα
Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της κρίσης είναι η διαθεσιμότητα. Πέρα από την αύξηση των premiums, η αγορά κάνει λόγο για περιόδους όπου οι ασφαλιστές «παγώνουν» προσφορές, μέχρι να αποτιμήσουν νεότερα δεδομένα ασφαλείας.
Ωστόσο, το κρίσιμο στοιχείο των ημερών είναι ότι η ασφάλιση υπάρχει, με τη Lloyd’s Market Association (LMA) να υπογραμμίζει ότι ο λόγος που τα πλοία δεν κινούνται δεν είναι η έλλειψη ασφάλισης, αλλά το γεγονός ότι ο κίνδυνος για πλήρωμα και πλοίο αξιολογείται ως υπερβολικά υψηλός από πλοιάρχους και πλοιοκτήτες.
Η LMA διευκρινίζει ότι τα συμβόλαια war risk περιλαμβάνουν μηχανισμό ακύρωσης/επανεκτίμησης, ώστε τα premiums να παραμένουν σχεδόν «ονομαστικά» σε καιρό ειρήνης και να αναπροσαρμόζονται όταν η απειλή αυξάνεται – όπως έγινε με την Ουκρανία και την Ερυθρά Θάλασσα.
Με βάση δεδομένα από τον κλάδο, οι ασφαλιστικές και οι ασφαλιστές κινδύνων πολέμου (war risk underwriters) κινούνται σε τρεις άξονες: ανατιμολόγηση ανά διέλευση, με αυστηρότερη διαφοροποίηση ανά σημαία, ιδιοκτησία, φορτίο, λιμάνι φόρτωσης/εκφόρτωσης και διαδρομή.
Αυστηρότεροι όροι με περιορισμούς για συγκεκριμένα προφίλ κινδύνου, απαίτηση για πρόσθετα μέτρα ασφαλείας, ή ειδικές ρήτρες που «σφίγγουν» τη λειτουργική ευελιξία και διαχείριση έκθεσης, όπου σε φάσεις έντονης μεταβλητότητας οι underwriters μειώνουν την έκθεσή τους.
Σε αυτό το περιβάλλον, εμφανίζονται και λύσεις «ομπρέλας», όπως οι ανακοινώσεις Τραμπ περί εναλλακτικού μηχανισμού ασφαλιστικής στήριξης.
Η US International Development Finance Corporation (DFC) έχει ανακοινώσει σχέδιο έως 20 δισ. δολ. σε κυλιόμενη βάση, σε συντονισμό με κάλυψη που αρχικά θα αφορά ασφάλιση κύτους και φορτίου, «μόνο για πλοία που πληρούν κριτήρια επιλεξιμότητας» – χωρίς όμως να έχουν δοθεί ακόμη σαφείς λεπτομέρειες για τα κριτήρια ή τους όρους.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












