Skip to main content

Νέα άνοδος στο πετρέλαιο: Τα κίνητρα του ΟΠΕΚ και ο παράγοντας της ζήτησης

Οι τιμές εξακολουθούν να ενισχύονται, αν και με βραδύτερους ρυθμούς την Τρίτη.

Η ανακοίνωση του ΟΠΕΚ+ ότι θα μειώσει την παραγωγή κατά 1,16 εκατ. βαρέλια ημερησίως έβαλε φωτιά στην τιμή του πετρελαίου την Δευτέρα, επανέφερε στο τραπέζι το σενάριο των 100 ευρώ ανά βαρέλι και αναμένεται να παρασύρει την τιμή της βενζίνης.

Την Τρίτη, οι τιμές του πετρελαίου συνέχισαν να αυξάνονται ελαφρώς. Το μπρεντ κινείται  0,5% υψηλότερα, στα 85,35 δολάρια το βαρέλι, και το αμερικανικό αργό ενισχύεται επίσης κατά 0,5%, με την τιμή του να διαμορφώνεται στα 80,85 δολάρια το βαρέλι.

Πλέον η προσοχή των επενδυτών στρέφεται σε δύο παράγοντες, πώς θα διαμορφωθεί η ζήτηση και στον αντίκτυπο που θα έχουν στην παγκόσμια οικονομία οι υψηλότερες τιμές.

Με μπούσουλα τη ζήτηση

«Βραχυπρόθεσμα, η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί για την καλοκαιρινή περίοδο (όταν αυξάνονται οι μετακινήσεις), αλλά οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου μπορεί να εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις και να παρατείνουν τις αυξήσεις των επιτοκίων σε πολλές χώρες, γεγονός που θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση», εκτιμάει ο πρόεδρος της NS Trading (της Nissan Securities), Hiroyuki Kikukawa. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο αντίκτυπος θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τις ανησυχίες για τον παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κλάδο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας σημαντικός παράγοντας όσον αφορά την ζήτηση είναι η Κίνα. Εάν εκτιναχθεί η κινεζική ζήτηση και υποχωρήσουν οι ανησυχίες για τον τραπεζικό κλάδο, τότε οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν, σύμφωνα με τους αναλυτές, να ξεπεράσουν τα 100 δολάρια το βαρέλι μέχρι το καλοκαίρι. Αυτή η εξέλιξη με τη σειρά της θα μπορούσε να παρασύρει τον πληθωρισμό και συνεπώς τα επιτόκια, δεδομένου ότι οι κεντρικές τράπεζες αποφασίζουν την επιτοκιακή τους πολιτική-έχοντας προχωρήσει σε αυξήσεις επιτοκίων για να δαμάσουν το πληθωριστικό κύμα- με την υπόθεση ότι οι τιμές του πετρελαίου θα παραμείνουν περίπου στο τρέχον επίπεδο των 85 δολαρίων το βαρέλι. Εδώ χρειάζεται μια πράξη ισορροπίας καθώς τα ήδη υψηλά επιτόκια μπορούν να πληγώσουν την οικονομία και να την οδηγήσουν σε ύφεση.

Ίσως το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο για τις αγορές πετρελαίου είναι η ταχύτητα με την οποία ο ΟΠΕΚ κατέληξε σε μια απόφαση, υπογραμμίζει η Wall Street Journal εκτιμώντας ότι για να καταλήξουν σε ομόφωνη απόφαση οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες μάλλον έκριναν πως οι τάσεις της ζήτησης που εξετάζουν, λαμβάνουν ανησυχητική πορεία.

«Εάν ισχύει αυτό, η άμεση αντίδραση των προμηθευτών του πιο σημαντικού βιομηχανικού προϊόντος στον κόσμο θα μπορούσε να είναι ένα δυσοίωνο σημάδι για την παγκόσμια ανάπτυξη. Υποδεικνύει επίσης ότι, εάν οι συνθήκες στην αγορά πετρελαίου είναι πολύ πιο σφιχτές από ό,τι αρχικά οραματιζόταν ο ΟΠΕΚ+, οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων πίσω από την απόφαση του Σαββατοκύριακου θα μπορούσαν να αντιστρέψουν την πορεία εξίσου γρήγορα», υπογραμμίζει.

Πετρέλαιο: Ποιος (δεν) φοβάται τον ΟΠΕΚ

Ο ΟΠΕΚ+ αιφνιδίασε αλλά το κίνητρό του δεν αποτελεί μυστικό

Οι περικοπές, που χαρακτηρίστηκαν από τη Σαουδική Αραβία ως ένα «προληπτικό μέτρο» με στόχο τη σταθεροποίηση της αγοράς πετρελαίου, θεωρήθηκαν ως αιφνιδιασμός της αγοράς που πιάστηκε απροετοίμαστη. Πόσο αιφνιδιαστική ήταν όμως η απόφαση;

Η απόφαση του ΟΠΕΚ+ αποτέλεσε έκπληξη, αλλά το κίνητρο πίσω από αυτήν δεν αποτελεί και τόσο μεγάλο μυστήριο, σχολιάζει η Wall Street Journal. Από την πλευρά του, το Reuters κάνει λόγο για ένα εντυπωσιακό παιχνίδι του Σαουδάραβα πρίγκιπα διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, παρατηρώντας πως όταν τον Οκτώβριο η Σαουδική Αραβία και οι σύμμαχοί της, μεταξύ των οποίων η Ρωσία, δεσμεύθηκαν να μειώσουν την προσφορά κατά 2 εκατ. βαρέλια, επρόκειτο για μια επίσημη απόφαση του ΟΠΕΚ+, που ελέγχει πάνω από το 40% της παγκόσμιας παραγωγής. Το αντίστοιχο της Κυριακής είναι μια «εθελοντική» μείωση από μια ομάδα χωρών του ΟΠΕΚ+.

Σε σύγκριση με την μείωση της παραγωγής που είχε ανακοινωθεί τον Οκτώβριο, αυτή φαίνεται πολύ λιγότερο αμφιλεγόμενη:

Πρώτον, σε αντίθεση με την προηγούμενη φορά, η απόφαση του Σαββατοκύριακου δεν πάρθηκε ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, όταν η αύξηση των τιμών των καυσίμων αποτέλεσε ένα πολύ ευαίσθητο θέμα για τον Λευκό Οίκο.

Οι τιμές είχαν υποχωρήσει. Το μπρεντ έκλεισε την περασμένη εβδομάδα σε επίπεδα κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, τουλάχιστον 5 δολάρια δηλαδή φθηνότερα από τιμές που ίσχυαν τον Οκτώβριο και πριν ο ΟΠΕΚ+ ανακοινώσει τότε τη μείωση του.

Οι συνθήκες της αγοράς πετρελαίου φαίνονται λιγότερο σφιχτές σε σύγκριση με την προηγούμενη φορά. Πριν από την μείωση του Οκτωβρίου, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας υπολόγιζε ότι τα αποθέματα πετρελαίου της βιομηχανίας στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν 9,2% κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Στο μεσοδιάστημα τα αποθέματα αυτά αναπληρώθηκαν σε σημαντικό βαθμό, και σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του οργανισμού, ήταν μόλις 2,9% κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Στο μεταξύ, τον Ιανουάριο τα παγκόσμια αποθέματα έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2021, ενώ μέσα στον Φεβρουάριο αναμενόταν να προστεθούν κι άλλα.

Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είχε οικονομικούς λόγους για να προχωρήσει με την μείωση της παραγωγής:

1.      Η τραπεζική κρίση που κλυδώνισε τις αγορές οδήγησε σε πτώση την τιμή του πετρελαίου κατά 15%, στα 73 δολάρια το βαρέλι, τον Μάρτιο. Αυτό είναι κοντά στο επίπεδο στο οποίο ισορροπεί ο προϋπολογισμός της Σαουδικής Αραβίας.

2.      Το πιο σημαντικό, δεν είναι γνωστή η επίδραση της κινεζικής ζήτησης. Ενώ η ανάκαμψη της ζήτησης από τον ασιατικό γίγαντα μετά την άρση των περιορισμών για τον κορωνοϊό αναμένεται ότι θα ενισχύσει τις τιμές πετρελαίου, δεν είναι απολύτως σαφές το κατά πόσο θα τις επηρεάσει. Στην Κίνα, σε αντίθεση με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, την κατανάλωση πετρελαίου καθοδηγεί περισσότερο η βιομηχανία, η οποία δεν έχει επανέλθει ακόμα.

3.      Δεν φοβάται ότι θα χάσει μερίδιο αγοράς. Η μείωση των ροών ρωσικού αργού στη Δύση και οι ελλιπείς επενδύσεις στο νέο αμερικανικό σχιστόλιθο έχουν δώσει στον ΟΠΕΚ μεγαλύτερη τιμολογιακή ισχύ.  Έτσι η Σαουδική Αραβία είναι σε θέση να μειώσει την παραγωγή χωρίς να δεχτεί μεγάλο πλήγμα στο μερίδιο αγοράς.