Skip to main content

Οι «λευκοί σεΐχηδες» εισβάλουν στις ευρωπαϊκές τράπεζες

EPA/G20 ORGANIZATION / HANDOUT

Από την οικονομική κρίση του 2008, όλο και περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη και εταιρείες έχουν στραφεί κυρίως σε αραβικές χώρες με μεγάλες επενδυτικές δυνατότητες για να καλύψουν τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες. 

Η Εθνική Τράπεζα της Σαουδικής Αραβίας είναι η μεγαλύτερη τράπεζα σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο. Ιδρύθηκε το 1953 και δεν είναι αμιγώς κρατικό ινστιτούτο, αλλά είναι εισηγμένο στο χρηματιστήριο με αποτίμηση περίπου 50 δισ. ευρώ.

Ο μεγαλύτερος μέτοχος, ωστόσο, είναι το κρατικό ταμείο της Σαουδικής Αραβίας PIF, το οποίο κατέχει περίπου το 37% των μετοχών και ελέγχεται από τον διάδοχο του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Παγιδευμένη σε μια ιστορική κρίση, η Credit Suisse χρειάστηκε να καταφύγει σε αύξηση κεφαλαίου κατά 4 δισεκατομμύρια ελβετικά φράγκα το φθινόπωρο του 2022. Ο διάδοχος  μπιν Σαλμάν και η τράπεζά του εμφανίστηκαν ως «λευκοί σεΐχηδες». Η Εθνική Τράπεζα της Σαουδικής Αραβίας επένδυσε περίπου 1,5 δισεκατομμύριο φράγκα τον περασμένο Νοέμβριο και κατέστη ο μεγαλύτερος μέτοχος της Credit Suisse με ποσοστό 9,88%. 

Ο δεύτερος μεγαλύτερος μέτοχος στη Credit Suisse με 6,9% ήταν είναι η Qatar Investment Authority (QIA), το κρατικό επενδυτικό ταμείο από το Κατάρ. Τα δύο επενδυτικά κεφάλαια του Κόλπου κατείχαν λοιπόν σχεδόν το 17% του κεφαλαίου της ελβετικής τράπεζας.

Η κρίση στην επί δεκαετίες «αμαρτωλή» Credit Suisse ξέσπασε μάλιστα όταν το «θέλησαν» οι σεΐχηδες: Ο πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Σαουδικής Αραβίας, Αμαρ αλ Χουντάιρι παραχώρησε στις 15 Μαρτίου μια συνέντευξη στο Reuters στο Ριάντ, λέγοντας ότι δεν θα βάλει άλλα κεφάλαια στην Credit Suisse. Ο αλ Χουντάιρι το έλεγε αυτό συχνά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους προηγούμενους μήνες. Αλλά ουδείς ασχολείτο. Μέχρι που το τζίνι βγήκε από το μπουκάλι…

Η κάθοδος των Αράβων

Αν και έχει δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση ενός μεμονωμένου γεγονότος, η Credit Suisse είναι μόνο ένα παράδειγμα μεταξύ πολλών. Από την οικονομική κρίση του 2008, όλο και περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη και εταιρείες έχουν στραφεί κυρίως σε αραβικές χώρες με μεγάλες επενδυτικές δυνατότητες για να καλύψουν τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες. Οι εταιρείες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες σε στρατηγικούς τομείς (χρηματοδότηση, τεχνολογία, άμυνα), καταφεύγουν συχνά σε ξένα κρατικά επενδυτικά ταμεία (SWF). Και φτάσαμε πλέον στο σημείο, αραβικά κρατικά επενδυτικά ταμεία  να μπορούν να επηρεάσουν την κυριαρχία του τραπεζικού συστήματος.

Εάν μια από τις χώρες του Κόλπου αποκτούσε επαρκή πλειοψηφικά μερίδια στον κρίσιμο τραπεζικό τομέα των ευρωπαϊκών οικονομιών, θα μπορούσε να κάνει λόμπι για να κατευθύνει τη νομοθεσία προς το συμφέρον της αραβικής χώρας και όχι προς το συμφέρον της Ευρώπης.

Ίσως το πιο ανησυχητικό είναι ότι στην κατάταξη των χωρών με τα μεγαλύτερα κρατικά επενδυτικά ταμεία, πέντε από τα εννέα κορυφαία ταξινομούνται ως «αυταρχικά» καθεστώτα. Οι ιδεολογικές και πολιτικές ασυμφωνίες μεταξύ αυτών των χωρών και της Ευρώπης θα μπορούσαν επομένως να αποτελέσουν μείζον σημείο έντασης εάν αναμένονται πλειοψηφικές επενδύσεις από το SWF.

Το Ταμείο Δημοσίων Επενδύσεων της Σαουδικής Αραβίας (PIF) προωθεί άλλωστε το φιλόδοξο στρατηγικό όραμα για το 2030 του πρίγκιπα διαδόχου Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν. Στόχος είναι να καταστήσει τη Σαουδική Αραβία ηγετική χώρα στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή. Ο Μπιν Σαλμάν κατευθύνει την Pif Capital προς έργα και εταιρείες στους τομείς της υψηλής τεχνολογίας, της χρηματοδότησης και της ενέργειας.

Οι επενδύσεις του αμοιβαίου κεφαλαίου προς αυτή την κατεύθυνση έχουν πραγματοποιηθεί σε εταιρείες που διαφέρουν πολύ, τόσο γεωγραφικά όσο και ως προς τη βασική τους δραστηριότητα. Μεταξύ αυτών των συμφωνιών είναι ένα ποσοστό άνω του 65% στην αμερικανική εταιρεία κατασκευής ηλεκτρικών αυτοκινήτων Lucid Motors Inc.

Εκτός από αυτές τις στρατηγικές επενδύσεις, τα κρατικά επενδυτικά κεφάλαια του Κόλπου κάνουν επίσης επενδύσεις σε εμβληματικές ποδοσφαιρικές ομάδες όπως η Μάντσεστερ Σίτι και η Παρί Σεν Ζερμέν και το διάσημο βρετανικό κατάστημα Harrods (2010.

Οι χώρες του Κόλπου θέλουν να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο τους για να επεκτείνουν τη γεωπολιτική τους επιρροή σε παγκόσμια κλίμακα. Η απόκτηση της Παρί Σεν Ζερμέν από τον όμιλο Qia το 2011, λίγους μήνες μετά την επιλογή του Κατάρ ως οικοδεσπότη του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2022, έδωσε τη δυνατότητα να παρουσιαστεί το εμιράτο ως ποδοσφαιρικό έθνος. Με αυτόν τον τρόπο, το Κατάρ έθεσε τα πρώτα κομμάτια της στρατηγικής του σχετικά με το Παγκόσμιο Κύπελλο.

Γεωπολιτική επιρροή

Αυτή η επενδυτική στρατηγική εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, στόχος του οποίου είναι να καταστούν οι χώρες του Κόλπου πρωτοπόρες σε αυτούς τους τομείς.

Η Σαουδική Αραβία, με τη διοργάνωση εκδηλώσεων όπως οι εκθέσεις «Leap», για την τεχνολογία και την πράσινη μετάβαση, έχει καταφέρει να προσελκύσει πολλές εταιρείες και σημαντικά κεφάλαια. Το 2023, ο αριθμός των επισκεπτών αυξήθηκε κατά 75% και οι επενδύσεις σε εθνική ψηφιακές υποδομές, ξεπέρασαν τα 9 δισεκατομμύρια δολάρια (αύξηση άνω του 40%)

Έτσι, η στρατηγική του διαδόχου μπιν Σαλμάν φαίνεται να αποδίδει καρπούς και να κάνει τη χώρα ολοένα και πιο ουσιαστικό παίκτη, σε πολλούς τομείς. Μεταξύ αυτών, ο τραπεζικός και ο χρηματοπιστωτικός τομέας που αποτελούν τη βάση του δυτικού καπιταλισμού, παρέχοντας ρευστότητα. Μεταξύ αυτών, βρίσκουμε τραπεζικά ιδρύματα, όπως του γαλλικού ομίλου BPCE, τη Deutsche Bank, την ιταλική Unicredit και την Ολλανδική Ing.

Στη ζώνη του ευρώ, 14 από τα 20 κράτη μέλη έχουν πιθανά σημεία εισόδου για τα SWF επενδυτικά ταμεία στον τραπεζικό τους τομέα λόγω της κεφαλαιακής διάρθρωσης των τραπεζών σε αυτές τις χώρες.

Η ευπάθεια αυτών των ιδρυμάτων σε μια σημαντική αύξηση κεφαλαίου ενός SWF αποτελεί σημαντικό παράγοντα. Η επιθυμία των χωρών του Κόλπου να επεκτείνουν τη γεωπολιτική τους επιρροή, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα επενδυτικά τους μοντέλα που στόχευαν σε συγκεκριμένες τραπεζικές δομές, οδηγεί πολλούς αναλυτές να αμφισβητήσουν τις ευκαιρίες που παρουσιάζουν οι τραπεζικές αγορές της Γηραιάς ηπείρου σε αραβικά κρατικά επενδυτικά κεφάλαια.

Η θέσπιση κανόνων σχετικά με τα κρατικά επενδυτικά ταμεία θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο βήμα που επιτρέπει την αποκατάσταση πιο ισορροπημένων πολιτικών, με χώρες που θέλουν να κάνουν μελλοντικές επενδύσεις. Η συνεκτίμηση αυτής της πραγματικότητας είναι απαραίτητη για την ασφάλειας των ευρωπαϊκών οικονομιών σε οικονομικό, διαρθρωτικό ή πνευματικό επίπεδο.