Skip to main content

Πετρέλαιο: Οι 5 κρίκοι ενός σοκ που απειλεί να λυγίσει την παγκόσμια οικονομία

REUTERS/Stringer

Το νέο ενεργειακό σοκ απειλεί να ανατρέψει συνολικά το οικονομικό αφήγημα των τελευταίων μηνών

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Το πετρέλαιο επέστρεψε πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, αλλά αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αριθμητική της αγοράς ενέργειας.  Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη ένα ανοδικό ξέσπασμα που θα μπορούσε να απορροφηθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες από τα αποθέματα, την πτώση της ζήτησης ή την αλλαγή των θαλάσσιων διαδρομών.

Το νέο ενεργειακό σοκ απειλεί να ανατρέψει συνολικά το οικονομικό αφήγημα των τελευταίων μηνών: την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, τη σταθεροποίηση του κόστους δανεισμού και την προοπτική μιας ομαλής προσγείωσης της παγκόσμιας οικονομίας.

Το Brent ξεπέρασε την Πέμπτη τα 100 δολάρια για πρώτη φορά από τον Μάιο, ενώ το αμερικανικό αργό σημείωσε άνοδο 6,2%, στα 92,19 δολάρια. Οι τιμές παραμένουν ακόμη χαμηλότερες από τα 128 δολάρια του 2022 και το ιστορικό υψηλό των 146 δολαρίων πριν από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Όμως οι μηχανισμοί που μέχρι σήμερα εμπόδιζαν μια ανεξέλεγκτη άνοδο έχουν αρχίσει να χάνονται ταυτόχρονα.

Αυτό είναι το στοιχείο που καθιστά τη σημερινή συγκυρία ιδιαίτερα επικίνδυνη. Οι εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς κλείνουν, η ασφάλιση των πλοίων γίνεται προβληματική, η Ρωσία αφαιρεί diesel από την αγορά, τα παγκόσμια αποθέματα μειώνονται και η Κίνα πλησιάζει στο χρονικό σημείο κατά το οποίο θα πρέπει να επιστρέψει δυναμικά στις εισαγωγές.

«Οδεύουμε στο αδιανόητο»: Πόλεμος δίχως φρένα ανάμεσα σε ΗΠΑ, Ιράν – Οι Χούθι βάζουν φωτιά στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου

1. Το σοκ της προσφοράς: Δύο κρίσιμα περάσματα υπό πίεση

Στην πρώτη φάση του πολέμου με το Ιράν, η παγκόσμια αγορά κατάφερε να αποφύγει το χειρότερο. Η κυκλοφορία πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ περιορίστηκε σημαντικά, αλλά οι παραγωγοί και οι εταιρείες μεταφοράς βρήκαν εναλλακτικές λύσεις.

Περίπου 7 εκατ. βαρέλια ημερησίως διοχετεύθηκαν μέσω αγωγών προς την Ερυθρά Θάλασσα, παρακάμπτοντας τον Περσικό Κόλπο, σύμφωνα με την JPMorgan. Η αγορά βασίστηκε στην πεποίθηση ότι, ακόμη και αν ένας ενεργειακός διάδρομος έκλεινε, το πετρέλαιο θα έβρισκε τελικά διαφορετικό δρόμο προς τους καταναλωτές.

Αυτή η βεβαιότητα υποχωρεί. Οι επιθέσεις του Ιράν σε δεξαμενόπλοια έχουν παγώσει το μεγαλύτερο μέρος της κίνησης αργού μέσω των Στενών του Ορμούζ. Παράλληλα, η πίεση των Χούθι στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ απειλεί και τη βασική εναλλακτική οδό μέσω της Ερυθράς Θάλασσας, από την οποία εξαρτώνται περίπου 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως σαουδαραβικού πετρελαίου.

Η Σαουδική Αραβία μπορεί να κατευθύνει μέρος του πετρελαίου βορειότερα και στη συνέχεια μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Ωστόσο, τα μεγαλύτερα, πλήρως φορτωμένα δεξαμενόπλοια δεν μπορούν να περάσουν λόγω περιορισμών στο βάθος. Η μεταφόρτωση σε μικρότερα πλοία αυξάνει το κόστος και προκαλεί μεγάλες καθυστερήσεις.

Μια μεταφορά που κανονικά απαιτεί περίπου τέσσερις εβδομάδες μπορεί να χρειαστεί οκτώ, εφόσον το πλοίο αναγκαστεί να κινηθεί μέσω της Μεσογείου ή να κάνει τον γύρο της Αφρικής.

Η καθυστέρηση αυτή ισοδυναμεί με πραγματική συρρίκνωση της προσφοράς. Το πετρέλαιο μπορεί να υπάρχει, αλλά δεν φτάνει στην αγορά τη στιγμή που χρειάζεται.

Reuters

2. Ασφάλιση και μεταφορές: Όταν το πετρέλαιο παγιδεύεται

Στις προηγούμενες φάσεις της σύγκρουσης, οι ναυτιλιακές εταιρείες πλήρωναν υψηλά ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου. Το κόστος ήταν βαρύ, αλλά η κάλυψη εξακολουθούσε να παρέχεται και τα πλοία μπορούσαν, έστω και με μεγάλη επιβάρυνση, να πραγματοποιούν το ταξίδι.

Πλέον το πρόβλημα δεν είναι μόνο η τιμή της ασφάλισης. Είναι το κατά πόσο μπορεί να υπάρξει ασφάλιση.

Το Ιράν έχει ανακοινώσει ότι προτίθεται να επιβάλει εκ νέου διόδια ύψους 1 έως 2 δολαρίων ανά βαρέλι στα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Για ένα μεγάλο δεξαμενόπλοιο, το ποσό μπορεί να φτάσει σε εκατομμύρια δολάρια.

Η Lloyd’s Market Association έχει προειδοποιήσει ότι η καταβολή τέτοιων διοδίων ενδέχεται να παραβιάζει τις αμερικανικές κυρώσεις. Μια πληρωμή προς το Ιράν μπορεί, επομένως, να ακυρώσει ολόκληρο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του πλοίου.

Οι ναυτιλιακές βρίσκονται έτσι παγιδευμένες. Αν πληρώσουν, κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς ασφαλιστική κάλυψη. Αν δεν πληρώσουν, αντιμετωπίζουν την απειλή επίθεσης.

Το αποτέλεσμα είναι ότι το κλείσιμο των Στενών δεν χρειάζεται να είναι απόλυτο ή επίσημο. Αρκεί ο κίνδυνος να γίνει τόσο μεγάλος, ώστε πλοιοκτήτες, ναυλωτές και ασφαλιστές να θεωρήσουν τη διέλευση οικονομικά και νομικά αδύνατη.

Σε μια αγορά στην οποία σχεδόν κάθε βαρέλι πρέπει να μεταφερθεί με συγκεκριμένο πλοίο, συγκεκριμένη ώρα και συγκεκριμένη ασφαλιστική κάλυψη, η αβεβαιότητα λειτουργεί σαν φυσικός αποκλεισμός.

3. Η ρωσική διάσταση: Η κρίση του diesel γίνεται παγκόσμια

Το ενεργειακό πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στη Μέση Ανατολή. Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια και στον τερματικό σταθμό της Caspian Pipeline Consortium στη Μαύρη Θάλασσα έχουν δημιουργήσει ένα δεύτερο μέτωπο πίεσης στην αγορά.

Η Ρωσία, αντιμέτωπη με ελλείψεις καυσίμων στο εσωτερικό της, απαγόρευσε τις εξαγωγές diesel. Πριν από την απαγόρευση εξήγε περίπου 800.000 βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχούσε σχεδόν στο 12% των παγκόσμιων θαλάσσιων αποστολών diesel.

Η απώλεια αυτή έχει μεγαλύτερη σημασία από όση υποδηλώνει η απλή σύγκριση των όγκων. Το diesel δεν αφορά μόνο τους οδηγούς αυτοκινήτων. Κινεί φορτηγά, πλοία, γεωργικά μηχανήματα, κατασκευαστικό εξοπλισμό και μεγάλο μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Όταν αυξάνεται η τιμή του, το κόστος δεν μένει στο πρατήριο. Μεταφέρεται στα τρόφιμα, στις μεταφορές, στα οικοδομικά υλικά, στη βιομηχανική παραγωγή και τελικά σχεδόν σε κάθε προϊόν που φτάνει στο ράφι.

Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή του diesel έχει φτάσει περίπου στα 5,21 δολάρια το γαλόνι, αυξημένη κατά 39% μέσα σε έναν χρόνο. Η βενζίνη έχει επίσης επιστρέψει πάνω από τα 4 δολάρια το γαλόνι.

Οι επιθέσεις στη Μαύρη Θάλασσα απειλούν επιπλέον να απομακρύνουν έως και 1,7 εκατ. βαρέλια αργού ημερησίως από την αγορά. Υπό κανονικές συνθήκες, η απώλεια αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί διαχειρίσιμη. Όταν, όμως, συμπίπτει με τη διακοπή των διαδρομών του Ορμούζ και της Ερυθράς Θάλασσας, αποκτά δυσανάλογα μεγάλη σημασία.

Picture taken with a mobile phone. REUTERS/Victor Sayenko

4. Τα αποθέματα τελειώνουν: Η αγορά χάνει το βασικό της «μαξιλάρι»

Η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στην έναρξη του πολέμου και στη σημερινή κατάσταση είναι το επίπεδο των αποθεμάτων.

Πριν από πέντε μήνες, η αγορά διέθετε μεγάλες ποσότητες αποθηκευμένου πετρελαίου. Οι κυβερνήσεις και οι εταιρείες μπορούσαν να καλύψουν μέρος της απώλειας προσφοράς, περιορίζοντας την άνοδο των τιμών.

Έκτοτε, τα παγκόσμια αποθέματα αργού έχουν μειωθεί κατά περίπου 1,3 δισ. βαρέλια.

Στις ΗΠΑ, το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου έχει περιοριστεί κατά 116 εκατ. βαρέλια από την άνοιξη και βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1983. Απομένουν περίπου 60 εκατ. βαρέλια διαθέσιμα πριν το απόθεμα φτάσει στο κατώτατο όριο που έχει θεσπίσει το Κογκρέσο.

Παράλληλα, τα εμπορικά αποθέματα πλησιάζουν στα επιχειρησιακά ελάχιστα επίπεδα. Κάτω από αυτά, η άντληση και η διοχέτευση πετρελαίου στους αγωγούς παύουν να είναι τεχνικά απλές, καθώς μέρος της ποσότητας πρέπει να παραμένει στο σύστημα για να διατηρείται η πίεση και η ομαλή ροή.

Εξαντλείται, δηλαδή, όχι μόνο το πολιτικό περιθώριο παρέμβασης αλλά και το τεχνικό περιθώριο αξιοποίησης των αποθηκευμένων ποσοτήτων.

Μειωμένες είναι και οι ποσότητες που θα μπορούσαν να απελευθερωθούν από δεξαμενόπλοια εγκλωβισμένα στον Περσικό Κόλπο. Τον Ιούνιο, περισσότερα από 200 εκατ. βαρέλια κατάφεραν να εξέλθουν κατά τη διάρκεια της σύντομης εκεχειρίας. Τώρα, σύμφωνα με την Kpler, μόλις 44 πλοία παραμένουν εντός των Στενών, έναντι 97 πριν από το Μνημόνιο Κατανόησης.

Ακόμη και μια νέα προσωρινή αποκλιμάκωση, επομένως, δεν θα απελευθέρωνε τον ίδιο όγκο πετρελαίου στην αγορά.

Δεξαμενές πετρελαίου στο Κούσινγκ της Οκλαχόμα/ Shutterstock

5. Πληθωρισμός, επιτόκια και ανάπτυξη: Από το βαρέλι στην παγκόσμια οικονομία

Η πρώτη επίπτωση της ανόδου του πετρελαίου είναι ο πληθωρισμός. Η σοβαρότερη, όμως, έρχεται μέσω των επιτοκίων και του κόστους χρήματος.

Οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν μετά την άνοδο του Brent πάνω από τα 100 δολάρια. Η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου των ΗΠΑ έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο της δεύτερης προεδρικής θητείας του Donald Trump, καθώς οι επενδυτές άρχισαν να επανεκτιμούν τον κίνδυνο επίμονου πληθωρισμού.

Τα στεγαστικά επιτόκια ακολούθησαν. Το μέσο σταθερό επιτόκιο τριακονταετούς στεγαστικού δανείου αυξήθηκε στο 6,58%, το υψηλότερο επίπεδο σχεδόν ενός έτους, ενώ οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι μπορεί να πλησιάσει το 7%.

Η άνοδος του πετρελαίου δημιουργεί έτσι έναν δυσμενή κύκλο. Αυξάνει άμεσα τις τιμές της ενέργειας και των μεταφορών, πιέζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, οδηγεί τις αγορές ομολόγων να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις και δυσκολεύει τις κεντρικές τράπεζες να μειώσουν τα επιτόκια.

Ακόμη και αν η Federal Reserve ή η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θεωρήσουν το ενεργειακό σοκ προσωρινό, δεν μπορούν να αγνοήσουν τις δευτερογενείς επιπτώσεις: αυξήσεις στους ναύλους, στα τρόφιμα, στις αερομεταφορές, στα βιομηχανικά προϊόντα και στις υπηρεσίες.

Ήδη οι αεροπορικές εταιρείες δέχονται ισχυρές πιέσεις. Η American Airlines και η Southwest Airlines υποβάθμισαν τις προβλέψεις τους εξαιτίας της μεταβλητότητας των καυσίμων, ενώ η μετοχή της American Airlines υποχώρησε περισσότερο από 8%.

Η άνοδος της ενέργειας συνέπεσε επίσης με πτώση περίπου 1% στον Dow Jones και στον S&P 500 και απώλειες άνω του 2% στον Nasdaq, όπου οι ανησυχίες για το κόστος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη επιβάρυναν επιπλέον το κλίμα.

Η Goldman Sachs εκτιμά ότι, εάν διατηρηθούν οι σημερινές συνθήκες, το πετρέλαιο μπορεί να δοκιμάσει τα επίπεδα άνω των 120 δολαρίων έως τον Οκτώβριο. Σε περίπτωση γενικευμένης περιφερειακής σύγκρουσης, εκτιμήσεις της RBC Capital Markets τοποθετούν το ενδεχόμενο νέο ιστορικό υψηλό πάνω από τα 150 δολάρια.

Η Κίνα και η αντίστροφη μέτρηση των τεσσάρων μηνών

Η περιορισμένη ζήτηση από την Κίνα αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που συγκράτησαν μέχρι σήμερα την τιμή.

Το Πεκίνο είχε δημιουργήσει μεγάλα αποθέματα πριν από τον πόλεμο, γεγονός που του επέτρεψε να περιορίσει τις εισαγωγές όταν οι τιμές αυξήθηκαν. Η στρατηγική αυτή συνέβαλε στην καταστροφή ζήτησης που αντιστάθμισε εν μέρει τις απώλειες της προσφοράς.

Ωστόσο, τα αποθέματα δεν είναι ανεξάντλητα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της JPMorgan, η Κίνα έχει περιθώριο περίπου τριών έως τεσσάρων μηνών πριν χρειαστεί να αυξήσει ξανά τις εισαγωγές της.

Εάν αυτό συμβεί ενώ παραμένουν κλειστές ή περιορισμένες οι βασικές θαλάσσιες οδοί, η αγορά θα βρεθεί αντιμέτωπη με ταυτόχρονη αύξηση της ζήτησης και περιορισμό της προσφοράς.

Η σημερινή σχετική ανθεκτικότητα των τιμών μπορεί επομένως να αποδειχθεί προσωρινή. Η αγορά δεν έχει λύσει το πρόβλημα. Έχει απλώς μεταθέσει την πλήρη εκδήλωσή του.

Η Ελλάδα και τα μέτρα στήριξης

Στην Ελλάδα, η επιστροφή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια φέρνει πιο κοντά το ενδεχόμενο μιας νέας, στοχευμένης κρατικής παρέμβασης, πιθανότατα στο πετρέλαιο κίνησης και ενδεχομένως από τις αρχές Αυγούστου.

Στις 21 Ιουλίου, η μέση τιμή της αμόλυβδης είχε φτάσει στα 1,98 ευρώ το λίτρο και του πετρελαίου κίνησης στα 1,97 ευρώ. Σε πολλούς νομούς οι τιμές και των δύο καυσίμων είναι ήδη πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο.

Η κυβέρνηση διαθέτει δημοσιονομικό περιθώριο περίπου 220 έως 230 εκατ. ευρώ για το υπόλοιπο του έτους. Ο Κωστής Χατζηδάκης έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής ενός μοντέλου επιδότησης στο diesel, ανάλογου με εκείνο που εφαρμόστηκε έως τα τέλη Ιουνίου.

Η προηγούμενη επιδότηση ανερχόταν σε 15 λεπτά ανά λίτρο και είχε δημοσιονομικό κόστος 46 εκατ. ευρώ. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ούτε μια ευρύτερη συνεννόηση με τα διυλιστήρια για μεγαλύτερη μείωση στην τιμή της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης.

Ωστόσο, μια τέτοια παρέμβαση μπορεί να περιορίσει μόνο μέρος της άμεσης επιβάρυνσης. Δεν μπορεί να απομονώσει την ελληνική οικονομία από την αύξηση του κόστους μεταφορών, των ναύλων, της γεωργικής παραγωγής και των εισαγόμενων αγαθών.

REUTERS/Jon Nazca

Ο εφιάλτης του στασιμοπληθωρισμού

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με έναν γνώριμο αλλά εξαιρετικά δύσκολο συνδυασμό: υψηλότερες τιμές και χαμηλότερη ανάπτυξη, δηλαδή στασιμοπληθωρισμό. 

Το ακριβό πετρέλαιο αφαιρεί εισόδημα από τους καταναλωτές και κεφάλαια από τις επιχειρήσεις. Περιορίζει την κατανάλωση, αναβάλλει επενδύσεις και επιβαρύνει χώρες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές ενέργειας.

Την ίδια στιγμή, η επιτάχυνση του πληθωρισμού στερεί από τις κεντρικές τράπεζες τη δυνατότητα να στηρίξουν την οικονομία με φθηνότερο χρήμα.

Αυτό είναι το πραγματικό μέγεθος της απειλής. Το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια δεν είναι απλώς ένα ενεργειακό γεγονός. Μπορεί να γίνει το σημείο στο οποίο συναντώνται η γεωπολιτική κρίση, η ακρίβεια, τα υψηλά επιτόκια, η επιβράδυνση της κατανάλωσης και η πίεση στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Μέχρι σήμερα, η παγκόσμια αγορά είχε καταφέρει να κερδίσει χρόνο. Βρήκε εναλλακτικές διαδρομές, κατανάλωσε αποθέματα, περιόρισε τη ζήτηση και απορρόφησε μέρος του κόστους.

Τώρα, όμως, ο χρόνος αυτός τελειώνει.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.