Βαθμό πιστοληπτικής ικανότητας θα λαμβάνουν πλέον οι επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα που θα συναλλάσσονται οικονομικά όχι μόνο με το Δημόσιο και τα πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και μεταξύ τους, δηλαδή με επιχειρήσεις και με ιδιώτες.
Τα παραπάνω προβλέπει κοινή απόφαση των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκου Πιερρακάκη, και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρη Παπαστεργίου, με την οποία ενεργοποιείται η σχετική πλατφόρμα και καθορίζονται τα κριτήρια βαθμολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας. Με την υιοθέτηση της πιστοληπτικής ικανότητας, δυνητικά, όλες οι συναλλαγές -δημόσιες και ιδιωτικές- θα καθορίζονται από τον βαθμό φερεγγυότητας. Από την είσοδο στο σύστημα και την υποβολή αίτησης, η βαθμολογία πιστοληπτικής ικανότητας εκδίδεται και αποστέλλεται ηλεκτρονικά εντός 24 ωρών, ενώ η ισχύς του πιστοποιητικού θα διαρκεί για τρεις μήνες. Για τα φυσικά πρόσωπα, η βαθμίδα πιστοληπτικής ικανότητας περιλαμβάνει έξι διαβαθμίσεις, ενώ για τα νομικά πρόσωπα η κλίμακα έχει δέκα «σκαλοπάτια». Και για τις δύο περιπτώσεις, η βαθμολογία εξαρτάται από το ύψος εισοδήματος – κερδών έναντι οφειλών.
Στα φυσικά πρόσωπα, η βαθμολογία καθορίζεται ως εξής:
– Α: Το φυσικό πρόσωπο παρουσιάζει εξαιρετική πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα έναντι των φορέων του δημοσίου τομέα.
– A: Πολύ υψηλή πιστοληπτική ικανότητα.
– Β: Yψηλή πιστοληπτική ικανότητα.
– Β: Μέτρια πιστοληπτική ικανότητα.
– C: Χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα.
– D: Εξαιρετικά χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα.
Αντίστοιχα, για τα νομικά πρόσωπα η βαθμολογία έχει ως εξής:
– A: Το νομικό πρόσωπο παρουσιάζει εξαιρετική πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα έναντι των φορέων του δημοσίου τομέα.
– A: Πολύ υψηλή πιστοληπτική ικανότητα.
– B1: Yψηλή πιστοληπτική ικανότητα.
– B2: Yψηλή πιστοληπτική ικανότητα.
– B-1: Μέτρια πιστοληπτική ικανότητα.
– B-2: Μέτρια πιστοληπτική ικανότητα.
– C1: Χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα.
– C2: Χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα.
– C: Πολύ χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα.
– D: Εξαιρετικά χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα.
Η διαδικασία υπολογισμού
Ο υπολογισμός της πιστοληπτικής βαθμολόγησης βασίζεται στη στατιστική επεξεργασία ιστορικών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και αξιοποιεί σύγχρονους αλγόριθμους μηχανικής μάθησης για να υπολογίζει την ικανότητα αποπληρωμής, την πρόθεση αποπληρωμής, καθώς και την πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων σε σχέση με οφειλές προς φορείς του δημοσίου τομέα. Το σύστημα αντλεί δεδομένα οικονομικής συμπεριφοράς από δημόσιους φορείς για την παραγωγή ενημέρωσης πιστοληπτικής βαθμολόγησης φυσικών και νομικών προσώπων για οφειλές έναντι φορέων του Δημοσίου. Οι πηγές δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς που τροφοδοτούν το σύστημα με δεδομένα είναι:
α) Βάσεις δεδομένων ΑΑΔΕ και συγκεκριμένα τα έντυπα Ε1, E2, Ε3, Ν και συγκεκριμένα στοιχεία εισοδήματος και δαπανών, τα στοιχεία περιουσιακής κατάστασης και οι χρηματοοικονομικοί δείκτες που προκύπτουν από αυτά, η πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου ακίνητης περιουσίας (ΕΝΦΙΑ), τα στοιχεία των βεβαιωμένων οφειλών, το πρόγραμμα αποπληρωμής τους, οι πληρωμές και ρυθμίσεις τους, καθώς και οι ενδείξεις αναφορικά με τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.
β) Βάσεις δεδομένων ΚΕΑΟ και συγκεκριμένα τα στοιχεία των βεβαιωμένων ασφαλιστικών οφειλών, το πρόγραμμα αποπληρωμής τους, οι πληρωμές και ρυθμίσεις τους, καθώς και οι ενδείξεις αναφορικά με τα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης.
γ) Βάσεις δεδομένων της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους και συγκεκριμένα στοιχεία του Ηλεκτρονικού Μητρώου Φερεγγυότητας αναφορικά με τις πτωχεύσεις και τους πλειστηριασμούς.
Για τα φυσικά πρόσωπα εξετάζεται η κύρια πηγή των εισοδημάτων τους, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία που αντλούνται από το Ε1, αλλά και η υποβολή ή μη Ε3, ώστε να κατανεμηθούν σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες: μισθωτοί χωρίς Ε3, μισθωτοί με Ε3, συνταξιούχοι, επιχειρηματίες, αγρότες, εισοδηματίες χωρίς Ε3, εισοδηματίες με Ε3, καθώς και φυσικά πρόσωπα χωρίς εισόδημα.
Για τα νομικά πρόσωπα εξετάζεται το δηλωθέν μέγεθος, ο κύκλος εργασιών και ο τομέας δραστηριοποίησης του νομικού προσώπου από τον οποίο αντλούν κατά κύριο λόγο τα έσοδά τους, όπως αυτά προκύπτουν από το Ε3, αλλά και ο χαρακτήρας του νομικού προσώπου (κερδοσκοπικός ή μη κερδοσκοπικός), όπως προκύπτει από το έντυπο Ν, ώστε να κατανεμηθούν σε μία από τις παρακάτω κατηγορίες:
– Μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις.
– Κερδοσκοπικές επιχειρήσεις «πολύ μικρές» ή χωρίς ένδειξη μεγέθους και κύκλο εργασιών μικρότερο των 2 εκατ. ευρώ, δραστηριοποιούμενες στον κλάδο των υπηρεσιών.
– Κερδοσκοπικές επιχειρήσεις «πολύ μικρές» ή χωρίς ένδειξη μεγέθους και κύκλο εργασιών μικρότερο των 2 εκατ. ευρώ, μη δραστηριοποιούμενες στον κλάδο των υπηρεσιών.
– Κερδοσκοπικές επιχειρήσεις «μικρές» ή χωρίς ένδειξη μεγέθους και κύκλο εργασιών μεγαλύτερο ή ίσο των 2 εκατ. ευρώ και μικρότερο των 10 εκατ. ευρώ.
– Κερδοσκοπικές επιχειρήσεις «μεσαίες» ή «μεγάλες» ή χωρίς ένδειξη μεγέθους και κύκλο εργασιών μεγαλύτερο ή ίσο των 10 εκατ. ευρώ.
Οι αλγόριθμοι
Όσον αφορά τον υπολογισμό υποψήφιων ανεξάρτητων μεταβλητών (Χ) ανά τύπο αλγορίθμου, ισχύουν τα εξής:
α) Για τους αλγόριθμους ικανότητας αποπληρωμής οφειλών σε ΑΑΔΕ χρησιμοποιούνται πεδία που αντλούνται από τα έντυπα Ε1, Ε2, Ε3, Ν, την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου ακίνητης περιουσίας (ΕΝΦΙΑ), αλλά και το σύνολο της φορολογικής επιβάρυνσης προς ΑΑΔΕ κατά τη στιγμή υποβολής της δήλωσης, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία των βεβαιωμένων οφειλών σε ΑΑΔΕ, το πρόγραμμα αποπληρωμής τους και τις πραγματοποιηθείσες πληρωμές. Με βάση τα παραπάνω, για τα οποία συλλέγεται η πληροφορία των δύο τελευταίων ετών, υπολογίζονται και εξετάζονται ως προς την καταλληλότητά τους υποψήφιες μεταβλητές που ταξινομούνται στις εξής κατηγορίες:
– Μέγεθος φορολογικής επιβάρυνσης.
– Εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία για τα φυσικά πρόσωπα ή χρηματοοικονομικά στοιχεία για τα νομικά πρόσωπα.
– Στοιχεία αναφορικά με τη δραστηριότητα του νομικού προσώπου και στοιχεία του φυσικού προσώπου.
Σημειώνεται, επίσης, ότι εντός των παραπάνω κατηγοριών υπολογίζονται τρεις διακριτοί τύποι μεταβλητών, οι οποίοι εξετάζουν:
α) Την οικονομική/φορολογική κατάσταση του υποκειμένου τη δεδομένη στιγμή.
β) Τη διαχρονική εξέλιξη της οικονομικής/φορολογικής κατάστασης του υποκειμένου.
γ) Τη σύγκριση του υποκειμένου εντός ομοιογενών ομάδων. Για τη δημιουργία επιμέρους ομοιογενών ομάδων εντός κάθε cluster, κατ’ αντιστοιχία και με τις κάθε φορά εξεταζόμενες μεταβλητές, χρησιμοποιούνται συγκεκριμένα κριτήρια για τα νομικά πρόσωπα και τα φυσικά πρόσωπα.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












