Skip to main content

Απάντηση ΤτΕ για τον αναβαλλόμενο φόρο τραπεζών: Τι επιπτώσεις θα είχε στο τραπεζικό σύστημα η επιτάχυνση της απόσβεσης

«Η διαρκής επαναφορά του θέματος στο δημόσιο λόγο δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά» τονίζει η ΤτΕ

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Για «σοβαρά ερωτήματα» που προκύπτουν από τη διαρκή επαναφορά του θέματος του αναβαλλόμενου φόρου των τραπεζών στο δημόσιο λόγο κάνει λόγο η Τράπεζα της Ελλάδος, σε ανακοίνωσή της, αποδομώντας την επιχειρηματολογία όσων ζητούν περαιτέρω επιτάχυνση της απόσβεσής του.

Υπενθυμίζεται ότι κατά τη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου της ΕΛΑΣ το περασμένο Σάββατο, ο Αλέξης Τσίπρας είχε έκανε ειδική αναφορά στις τράπεζες λέγοντας πως «ή θα ολοκληρώσουν τον αναβαλλόμενο φόρο αντί για το 2035 που σχεδιάζουν το 2028 ή θα έχουν έκτακτη εισφορά στα κέρδη τους τέτοια που θα τους κάνει να το ξανασκεφτούν».

Τι ισχύει για τον αναβαλλόμενο φόρο των τραπεζών

Σε ανακοίνωσή της «με αφορμή τοποθετήσεις στο δημόσιο διάλογο αναφορικά με το θέμα του αναβαλλόμενου φόρου των ελληνικών τραπεζών» η Τράπεζα της Ελλάδος, διευκρινίζει πως «οι τράπεζες σήμερα δεν έχουν φορολογητέα κέρδη επειδή τα κέρδη τους συμψηφίζονται με τις ζημίες της οικονομικής κρίση». «Με βάση το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, η ελληνική νομοθεσία προέβλεψε (το 2014 και στη συνέχεια το 2017) ότι ο αναβαλλόμενος φόρος μπορεί να αποτελεί μέρος των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων, μέσω της παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου έναντι προμήθειας προς αυτό. Το ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που αναγνωρίζεται εποπτικά προέκυψε από τις μεγάλες ζημίες που υπέστησαν οι τράπεζες κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης, κυρίως από το “κούρεμα” των ελληνικών ομολόγων (PSI), και από τις μεγάλες διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τις ζημιές αυτές μπορούν, με βάση την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία να εκπίπτουν από τα μελλοντικά τους κέρδη σε βάθος χρόνου. Το συγκεκριμένο ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που αναγνωρίζεται ως εποπτικό κεφάλαιο αποσβένεται σταδιακά κάθε έτος, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ελληνικής νομοθεσίας» εξηγεί η ΤτΕ.

Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλαδος, «χωρίς τη ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και άρα η επιβάρυνση του Έλληνα φορολογούμενου κατά την περίοδο της κρίσης θα ήταν πολύ υψηλότερη, με αρνητικές συνέπειες για τη δημοσιονομική σταθερότητα, τη βιωσιμότητα του χρέους και τη δυνατότητα εξόδου της χώρας από την κρίση. Με απλά λόγια, αντί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει εκ νέου επιπλέον κεφάλαια για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εισήγαγε την ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο».

Σημειώνει ακόμη πως «με στόχο την ταχύτερη βελτίωση της ποιότητας των εποπτικών τους κεφαλαίων, από το 2025 οι 4 σημαντικές τράπεζες, εφαρμόζουν, για εποπτικούς σκοπούς, επιταχυνόμενη απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου. Ειδικότερα, διενεργούν πρόσθετη εποπτική προσαρμογή, μειώνοντας τα εποπτικά τους κεφάλαια, κατά ποσό ίσο με το 29% της πρόβλεψης διανομής μερίσματος στους μετόχους».

Επικαλούμενη στη συνέχεια την πρόταση που διατυπώθηκε «για περαιτέρω επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου, ώστε οι τράπεζες να αρχίσουν να καταβάλλουν φόρο συντομότερα» αλλά και την αναφορά ότι «από το 2028, οι τράπεζες θα πρέπει να μην δύναται να συμψηφίζουν τα φορολογητέα κέρδη τους με τον αναβαλλόμενο φόρο, διαφορετικά θα τους επιβάλλεται έκτακτη εισφορά» η ΤτΕ προειδοποιεί πως «η πρόταση αυτή εγείρει σοβαρά ερωτηματικά ως προς τον τρόπο εφαρμογής της και τις επιπτώσεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα».

«Σοβαρές επιπτώσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα»

Κι αυτό όπως εξηγεί, γιατί «σε περίπτωση σημαντικής επιτάχυνσης της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου σε σχέση με τα οριζόμενα στο νόμο χρονοδιαγράμματα, οι ελληνικές τράπεζες θα οδηγούνταν στη διαγραφή του σχετικού αναπόσβεστου υπολοίπου από τον ισολογισμό τους. Αυτό θα προκαλούσε αντίστοιχη μείωση των λογιστικών ιδίων κεφαλαίων και κατ’ επέκταση σημαντικά εποπτικά κεφαλαιακά ελλείμματα, καθώς δεν θα κάλυπταν πλέον τους απαιτούμενους κεφαλαιακούς δείκτες. Αυτό θα είχε σοβαρές επιπτώσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δηλαδή, για την προστασία των καταθέσεων και τη δυνατότητα των τραπεζών να παρέχουν δάνεια στην οικονομία».

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η σημαντική επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών των ελληνικών τραπεζών θα είχε σοβαρό αρνητικό αντίκτυπο και στα επενδυτικά χαρακτηριστικά τους, δυσχεραίνοντας περαιτέρω την προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών (λόγω της διαγραφής του αναβαλλόμενου φόρου), ενώ θα επηρέαζε και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας, καθώς δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν την πιστωτική επέκταση λόγω των κεφαλαιακών ελλείψεων. Η αρνητική επίπτωση θα επεκτεινόταν και πέραν των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς θα επηρεαζόταν η ασφάλεια δικαίου και η επενδυτική εικόνα της χώρας, προσθέτει.

«Η διαρκής επαναφορά του θέματος στο δημόσιο λόγο δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά»

Τονίζει επιπλέον πως «η διαρκής επαναφορά του θέματος στο δημόσιο λόγο δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά». «Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα την περίοδο μετά το 2015, αποτέλεσε σημαντικό επίτευγμα των κυβερνήσεων, των εποπτικών αρχών και των διοικήσεων των τραπεζών. Η φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα» καταλήγει η ανακοίνωση.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.