Skip to main content

Οι ταινίες της εβδομάδας: Χαιρετίσματα στην εξουσία

Ο Πάολο Σορεντίνο επιστρέφει στους διαδρόμους του Ιταλικού Κοινοβουλίου με μια από τις καλύτερες ταινίες της μέχρι τώρα φιλμογραφίας του, ενώ το ελληνικό σινεμά καταθέτει μια εξίσου σημαντική στιγμή του.

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Ιταλός σκηνοθέτης με ισχυρό προφίλ, ο Σορεντίνο εδραιώθηκε με τα χρόνια ως ένας νέος εκφραστής του Ιταλόφωνου κινηματογραφικού μαξιμαλισμού, ένας Φελίνι της εποχής μας – όμως από εδώ ξεκινά μια μεγάλη παρεξήγηση. Γιατί ναι, ο Σορεντίνο εκπίπτει συχνά σε σουρεαλιστικά ιντερμέτζο, αναμοχλεύει επίσης προσωπικά πάθη και εμμονές μέσω μιας γραφής συχνά αποσπασματικής, αλλά πάντα βυθισμένης σε μια μπαρόκ (και ελαφρώς παρακμάζουσα) μεγαλοπρέπεια, εργαλεία που όντως “δούλεψε” και ο Φελίνι στο έπακρο, όμως ο Σορεντίνο κοιτάζει προς το μέλλον με λιγότερη δυσπιστία.

Στον Φελίνι η απεικόνιση του Μεγαλείου μοιάζει να συμβαίνει στον χρόνο της παρακμής του, στον Σορεντίνο όχι, “Το Μεγαλείο” (όπως είναι και ο τίτλος της ταινίας που μας απασχολεί) γενιέται την ίδια στιγμή που κινηματογραφείται. Ο εκπληκτικός Τόνι Σερβίλο εδώ ενσαρκώνει τον Μαριάνο Ντε Σάντις,  Πρόεδρο της Ιταλίας, στις τελευταίες ημέρες της θητείας του. Μεγάλος άνθρωπος, με συγκρατημένα πάθη, μοιάζει να δέχεται με κάποια ανακούφιση την επικείμενη διαδοχή του, όμως την ίδια ώρα καλείται να πάρει αποφάσεις για τρία κρίσιμα ζητήματα: τη νομιμοποίηση της ευθανασίας, και δύο αιτήματα προεδρικής χάρης, που αφορούν εγκλήματα πάθους. Επιστρέφοντας στους διαδρόμους της πολιτικής, ο Σορεντίνο του σήμερα δεν έχει την ένταση του σκηνοθέτη του “Il Divo”, κρατά όμως ατόφιο τον αυτοσαρκασμό του υπογράφοντας μια ταινία απρόσμενα συγκρατημένη που ναι μεν πραγματεύεται μεγάλες έννοιες, διατηρεί όμως και μια παιγνιώδη ματιά, συνεπής με αυτό που μοιάζει να εκφράζει δραματουργικά: Πρέπει να σταματήσεις να παίρνεις στα σοβαρά τον εαυτό σου για να πάρεις στα σοβαρά τους άλλους.

Στο “Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ”, νεαρά από την Ικαρία (Μορτ Κλωναράκη), λίγο μετά την εφηβεία και πριν την ενηλικίωση, φτάνει στην Αθήνα για να ειδικευθεί στο Τζούντο με ένα μεγάλο όνειρο: Να εκπροσωπήσει τη χώρα στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Όμως πρώτα πρέπει να τα βρει με τον αυστηρό Γιούρι (Βαγγέλης Μουρίκης) που έχει αναλάβει την εκπαίδευση της. Εδώ, ο σκηνοθέτης Γιώργος Γεωργόπουλος επιστρέφει με ένα μεγάλο στοίχημα, τη μεταγραφή ενός αμερικανικού μοντέλου (“sports movie” τις λένε εκεί – θυμηθείτε το “Ρόκι” και το “Καράτε Κιντ”) σε ελληνικό έδαφος, χωρίς όμως να “κλωτσήσει” κάτι στη μετάφραση. Αντιλαμβάνεσαι αμέσως, σχεδόν από το πρώτο καρέ, πως τούτο εδώ είναι ένα φιλμ καμωμένο με μεγάλη φροντίδα. Στο “φωνάζουν” οι χώροι που έχουν επιλεχθεί, ο ζυγισμένος ρυθμός, και οι ερμηνείες που δεν αγγίζουν ποτέ την καρικατούρα. Όσο δε φτάνουμε στις μεγάλες αναμετρήσεις, τόσο νιώθουμε αυτή τη γνωστή ανάταση που σε πιάνει στις πιο πετυχημένες δουλειές του είδους, το ζητούμενο δηλαδή το έχει “πιάσει” η ταινία. Το ό,τι τώρα ο Γεωργόπουλος έχει κατορθώσει, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, να πιάσει ζητήματα ενηλικίωσης και εμπιστοσύνης στο σήμερα, αποτυπώνοντας παράλληλα και κάτι από αυτή την “ήρεμη δύναμη” του τζούντο στον φιλμικό “αέρα” (υπήρξε αθλητής του και ο ίδιος), είναι ένα επίτευγμα παραπέρα – γενικά θα μιλάμε συχνά για αυτή την ελληνική ταινία στο μέλλον.

Ο Κέβιν Γουίλιαμσον, σεναριογράφος του πρώτου “Scream” επιστρέφει τώρα ως σκηνοθέτης του “Scream 7” όπου για άλλη μια φορά ένας νέος ψυχασθενής εμφανίζεται να τρομοκρατήσει τη Σίντνεϊ Πρέσκοτ που τώρα έχει και μια κόρη – η οποία γίνεται ο επόμενος στόχος του. Έχει δυο χαριτωμένα φονικά η ταινία, αλλά μέχρι εκεί – δεν έχω μαντέψει νωρίτερα δολοφόνο στη ζωή μου. Στο “Παίζει ακόμα;” ένας πενηντάρης που χωρίζει μετά από 20 χρόνια γάμου, το ρίχνει στο stand up comedy και… χαλαρώνει. Ο Μπράντλεϊ Κούπερ σκηνοθετεί μια κάπως φλυαρή και “δήθεν” εξερεύνηση της stand up σκηνής της Νέας Υόρκης μέσα από ένα διαπροσωπικό δράμα που ποτέ δεν αισθάνεσαι πως σε αφορά. Πιο ενδιαφέρον το “Όλες οι Κυριακές” από την Ισπανία, όπου ένα 17χρονο κορίτσι αποφασίζει να μονάσει, προς μεγάλη έκπληξη της προοδευτικής της οικογένειας. Όχι πως γίνονται φοβερά πράγματα με το θέμα εδώ (σκεφτείτε τι ταινία θα έκανε ο Μπελόκιο!), απλά η σκηνοθέτιδα Αλάουντα Ρουίθ ντε Αθούα φροντίζει να μη μας σερβίρει απαντήσεις, και έτσι κατεβαίνει κάπως εύκολα πως… ίσα που ακούγονται τα ερωτήματα.

Η πρόταση για τους πιο περιπετειώδεις σινεφίλ είναι “Το οτιδήποτε” του Γιώργου Αθανασίου, όπου δύο φίλοι και μουσικοί, οι Κρις Σκοτ και Μάριος Βίττης, αποφασίζουν να ταξιδέψουν μαζί κάπου στα βουνά της Αρκαδίας, με στόχο να ηχογραφήσουν έναν αυτοσχεδιαστικό δίσκο. Ανάμεσα στην τεκμηρίωση και την αμφιβολία, διαθέτει προσωπικότητα και χαρακτήρα. Στοιχηματίζω επίσης πως θα αγαπηθεί πολύ από τους μουσικόφιλους.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.