Στο βιβλίο του «Από το καλάθι των αχρήστων», ο σκηνοθέτης Νίκος Παναγιωτόπουλος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στα χρόνια που εργαζόταν ως βοηθός σκηνοθέτη στο πλευρό του Απόστολου Τεγόπουλου.
Ο τελευταίος τότε ήταν ο μεγάλος μετρ του ελληνικού μελοδράματος – δικές του όλες οι επιτυχίες του Νίκου Ξανθόπουλου. Ο νεαρός Παναγιωτόπουλος, όμως, κατέβαινε στο πλατό με πολλές, ευφάνταστες ιδέες και κάποια στιγμή ο Τεγόπουλος τον «προσγείωσε» με την εξής φράση: «Άκου παιδί μου, ας πούμε πως μπαίνει σε ένα πατσατζίδικο ένας εργάτης, ζητά πατσά και αντί για πατσά, ο σερβιτόρος του σερβίρει “μπον φιλέ”. Ξέρεις τι θα το κάνει; Θα του το πετάξει στα μούτρα και θα ζητήσει τα λεφτά του πίσω. Το κοινό, λοιπόν, θέλει πατσά, κι αν το ξεχάσεις καήκαμε, κι εσύ κι εγώ!».
Ας σημειωθεί εδώ πως ο γράφων τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση απέναντι στο ελληνικό μελόδραμα εκείνης της εποχής και δεν το βλέπει καθόλου αφ’ υψηλού. Εκατομμύρια θεατές είχαν την ανάγκη να κλάψουν εκείνο το λυτρωτικό δάκρυ του μελό, και ο Απόστολος Τεγόπουλος χάρισε στο κοινό της ΚΛΑΚ Φιλμ ακριβώς αυτό, με ταινίες που ναι, ήταν γεμάτες από κλισέ και αφελέστατες διδαχές, λειτουργούσαν όμως σαν μια παρηγορητική αγκαλιά για έναν (ξεριζωμένο) κόσμο που παρακολουθούσε έντρομος την κοινωνία να αλλάζει με ρυθμούς που δεν μπορούσε να διαχειριστεί – και είχε ανάγκη από κάπου να πιαστεί. Και ο Γιάννης Σμαραγδής μοιάζει, τα τελευταία χρόνια, να έχει αναγάγει την παραπάνω φράση σε ευαγγέλιο – μόνο που δεν γυρίζει μελοδράματα.
Σταδιακά και ανυποχώρητα, η σκηνοθετική φροντίδα των πρώτων του ταινιών (δίχως να ξεχνάμε και την υπέροχη τηλεοπτική σειρά «Σιγά… η πατρίδα κοιμάται» του 1988) έδωσε τη θέση της στην προχειρότητα. Στον «Καποδίστρια» υπάρχουν σκηνές ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται μήνες ή και χρόνια· επειδή όμως διαδραματίζονται στους ίδιους χώρους (και, όπως συμβαίνει συνήθως, μάλλον γυρίστηκαν την ίδια μέρα), οι θέσεις της κάμερας είναι ακριβώς οι ίδιες, όπως συμβαίνει με τους κομπάρσους και τα κοστούμια τους, που στέκονται επίσης στις ίδιες θέσεις. Πράγματα, δηλαδή, που ακόμη και οι πρωτόπειροι κινηματογραφιστές γνωρίζουν πως πρέπει πάση θυσία να αποφεύγονται, όποια κι αν είναι η συνθήκη της παραγωγής.

Όμως αυτά, για τον σκηνοθέτη, αποτελούν πλέον λεπτομέρειες. Ως εκ τούτου, βρίσκω κάπως ανώφελο το να πιάσω ένα-ένα τα τεχνικά και αφηγηματικά προβλήματα της ταινίας (μόνο ο «Μπάιρον» του Κούνδουρου κατέγραψε με ρεαλισμό την Ελλάδα εκείνης της περιόδου) ή την πλειοψηφία των ερμηνειών που παραπέμπουν σε καρτούν, καθώς όλα μοιάζουν να ριζώνουν στην ίδια συνειδητή, θαρρώ, επιλογή: το κοινό δεν εκτιμά το “μπον φιλέ”, οπότε γιατί κι εμείς να ταλαιπωρηθούμε;
Όμως, αν βάλεις στην άκρη τα τεχνικά, μένεις με το περιεχόμενο. Και εδώ αξίζει να πούμε δυο λόγια παραπάνω. Γιατί, πολύ απλά, ο «Καποδίστριας» δεν είναι στ’ αλήθεια μια ταινία για τον Ιωάννη Καποδίστρια, όπως ακριβώς και ο «Καζαντζάκης» δεν ήταν πραγματικά μια ταινία για τον Νίκο Καζαντζάκη. Και αυτό γιατί ο σκηνοθέτης επιμένει σε μια αναθεωρητική ματιά, «τακτοποιώντας» όπως-όπως λεπτομέρειες και συμβάντα, κόβοντας και ράβοντας κατά το δοκούν το ιστορικό αποτύπωμα αυτών των μεγάλων προσωπικοτήτων, για να τους εντάξει με το στανιό σε ένα κοινό – και εντελώς αντιδραστικό – σύμπαν.
Φροντίζοντας να τοποθετεί συχνά τον ήρωά του μπροστά από τη φιγούρα ενός εσταυρωμένου, η ταινία κάνει ξεκάθαρη τη σημειολογία της και στον πλέον ανυποψίαστο θεατή: ο Καποδίστριας εδώ είναι ένας θεόσταλτος μάρτυρας, σε επικοινωνία με την Παναγία (!), ένας άλλος Ιησούς που πεθαίνει για τις αμαρτίες του Έθνους. Για να υπερτονιστεί δε αυτή η αναλογία, το σενάριο μετατρέπει τον Μαυρομιχάλη σε… Ιούδα, βάζοντάς τον να επισκέπτεται τον Καποδίστρια μέρες πριν το φονικό (ή και μήνες – ο χρόνος είναι μια ρευστή έννοια για το φιλμ), ζητώντας την… ευλογία του για την επικείμενη σφαγή του! Με άλλα λόγια, η ταινία μάς λέει πως ο Καποδίστριας γνώριζε πολύ καλά ότι τον περίμενε βέβαιος θάνατος εκείνο το πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου και, παρ’ όλα αυτά, πήγε να συναντηθεί με το πεπρωμένο του.
Οπότε μένω εγώ με την πιο απλή απορία: εντάξει, ο Χριστός ήξερε πως υπήρχε ένα σπουδαίο Θεϊκό πλάνο πίσω από τον θάνατό του στο σταυρό, η σωτηρία των αμαρτωλών αυτού του κόσμου. Ο ήρωας αυτής της ταινίας τι ήξερε και πήγε να πεθάνει; Στο φινάλε, η δολοφονία του δεν ήταν, αποδεδειγμένα, καταστροφική για το ελληνικό κράτος; Αυτή δεν βύθισε τη χώρα σε μια περίοδο βαθιάς πολιτικής αναταραχής; Αυτή δεν επιτάχυνε την ανάγκη για παρέμβαση των ξένων «συμμάχων» μας, που τόσο η ταινία αποστρέφεται; Αυτή δεν ανέκοψε την πορεία προς το ισχυρό και ανεξάρτητο κράτος που ο ίδιος οραματιζόταν; Μιλάμε για ιστορικά γεγονότα· έχουν καταγραφεί, τα ξέρουμε γιατί είναι «γραμμένα» στο DNA αυτής της χώρας. Οπότε πώς είναι δυνατόν να επιλέγει οικειοθελώς τη θυσία του ένας τόσο διορατικός ηγέτης; Γιατί αδιαφόρησε για τις προφανείς συνέπειες; Γιατί δεν πήρε τις απαραίτητες προφυλάξεις; Αυτοκτονικός ήταν; Τα είχε χαμένα; Δεν ήταν, δηλαδή, ο ριψοκίνδυνος, οραματιστής πολιτικός που μάθαμε από τα ιστορικά βιβλία;
Εκτός κι αν αυτό που θέλει να μας πει η ταινία είναι πως ο Καποδίστριας έπρεπε να πεθάνει, πως όλα όσα ακολούθησαν εκείνο το χάος οδήγησαν εντέλει την ευλογημένη χώρα μας στο υπέρλαμπρο σημείο που βρίσκεται τώρα, και πως τα πάντα ήταν επίσης γραμμένα από Θεϊκό χέρι – οπότε ηρεμήστε, Έλληνες, είμαστε ασφαλείς. Άλλες αναγνώσεις της ταινίας δεν εντόπισα. Σε πολλούς αρκεί αυτό. Προσωπικά, σέβομαι απολύτως την ανάγκη του κοινού για ένα τέτοιο «μήνυμα». Ζούμε δύσκολους καιρούς. Ίσως, όμως, αυτό το «χάπι» να είναι και το βασικό δέλεαρ της ταινίας. Ίσως και να ποντάρει σ’ αυτήν ακριβώς την ανάγκη. Όμως, όπως θα έλεγε ενδεχομένως και ο Απόστολος Τεγόπουλος, καλό είναι να θυμόμαστε πως ο πατσάς, ενίοτε, σερβίρεται χοντροκομμένος.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












