Τoυ Γιάννη Γούναρη, διδάκτορα Νομικής ΕΚΠΑ, επιστημονικού συνεργάτη Ινστιτούτου ΕΝΑ
ΌΤΑΝ Ο ΜΑΡΙΟ ΝΤΡΑΓΚΙ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο της Λουβέν, στην ομιλία του περιέγραψε με ψυχρή ακρίβεια την υπαρξιακή απειλή που αντιμετωπίζει η Ευρώπη: να καταστεί ταυτόχρονα υποτελής και εξαρτημένη, διαιρεμένη και αποβιομηχανοποιημένη.
Η φιλελεύθερη μεταψυχροπολεμική τάξη πραγμάτων έχει πεθάνει, η ήπειρος δεν είναι πλέον ο οικονομικός γίγαντας του παρελθόντος, ούτε μπορεί να επιβιώσει ως πολιτικός νάνος.
Η ΛΥΣΗ που πρότεινε δεν είναι η ιδεαλιστική ευρωπαϊκή ουτοπία, αλλά ένας ρεαλιστικός φεντεραλισμός, που δεν αγνοεί τις διαφορετικές εθνικές ταυτότητες, προτεραιότητες και συμφέροντα που καθιστούν το εγχείρημα της θεσμικής ομοσπονδίωσης ανέφικτο στο ορατό μέλλον.
Στο επίκεντρο της πρότασης Ντράγκι βρίσκονται, αντίθετα, συνασπισμοί των προθύμων – ομάδες ευρωπαϊκών κρατών, εντός ή και εκτός Ε.Ε., που είναι έτοιμες να προχωρήσουν σε κοινές πρωτοβουλίες σε στρατηγικούς τομείς, όπως η εξωτερική πολιτική και άμυνα, η βιομηχανική πολιτική, η ενέργεια και η τεχνολογία.
Η συμμετοχή είναι εθελοντική, η αποχή γίνεται σεβαστή και δεν απαιτείται ομοφωνία, ούτε, όμως, αποκλεισμοί.
Προχωρούν όσοι μπορούν και θέλουν, δημιουργώντας κοινά διαχειριστικά όργανα με πραγματική εξουσία λήψης αποφάσεων.
Ο ΝΤΡΑΓΚΙ τονίζει ότι αυτή η ευέλικτη διαφοροποιημένη ολοκλήρωση σπάει το αδιέξοδο του ελάχιστου κοινού παρονομαστή, δεν υποτάσσει κανένα κράτος στη βούληση των άλλων και χτίζει δημοκρατική νομιμοποίηση, μέσα από εθνικές αποφάσεις επί συγκεκριμένων projects.
Η ολοκλήρωση προκύπτει ως συνισταμένη επιμέρους ομαδοποιήσεων και η νομιμοποίηση βασίζεται σε απτά αποτελέσματα.
Μόνο αργότερα, αν υπάρξει η αναγκαία συναίνεση, μπορεί να ακολουθήσει η δημιουργία τυπικών ομοσπονδιακών θεσμών – χωρίς όμως αυτό να είναι υποχρεωτικό.
Για τον Ντράγκι, ο de facto φεντεραλισμός δεν είναι ιδεολογική επιλογή, αλλά αναγκαιότητα επιβίωσης, που ίσως, όμως, αποδειχθεί η βέλτιστη λύση.
ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΠΟΔΑ, αναδύεται εκ νέου η ιδέα της Ευρώπης του Πυρήνα. Το 1994, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο Καρλ Λάμερς πρότειναν έναν στενό πυρήνα πέντε ιδρυτικών κρατών που θα προχωρούσε ταχύτερα σε πολιτική ένωση, κοινή εξωτερική πολιτική και άμυνα, λειτουργώντας ως μαγνήτης για την υπόλοιπη ήπειρο.
Το 2026, η κυβέρνηση Μερτς φιλοδοξεί να συσπειρώσει τη Γερμανία με Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πολωνία και Ολλανδία, γεννώντας το E6 – έναν άτυπο πυρήνα που αντιπροσωπεύει το 70% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και φιλοδοξεί να προωθήσει μια Ευρώπη Δύο Ταχυτήτων σε αμυντικές επενδύσεις, ενοποίηση κεφαλαιαγορών, εξασφάλιση πρώτων υλών και ενίσχυση της οικονομικής και τεχνολογικής κυριαρχίας.
Η συνέχεια με το όραμα του Σόιμπλε είναι σχεδόν ποιητική: η διεύρυνση, που κάποτε φοβόταν ότι θα ακύρωνε την ολοκλήρωση, σήμερα κάνει μια Γερμανία σε οικονομική οπισθοχώρηση να βλέπει ορισμένους εταίρους ως βάρος.
ΤΟ E6 ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ως επιτάχυνση, όχι διάσπαση, αλλά στην πράξη συνιστά νομιμοποιημένο Διευθυντήριο που αφήνει στα κράτη «δεύτερης κατηγορίας» την κυνική επιλογή συμμόρφωσης ή περιθωριοποίησης.
Ωστόσο, ακόμα και αυτός ο πυρήνας κάθε άλλο παρά συμπαγής είναι, καθώς οι διαφορές και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των μελών του αναδεικνύονται συνεχώς.
Ο ΕΜΑΝΟΥΕΛ ΜΑΚΡΟΝ, από την άλλη, κλείνει τον κύκλο του όπως τον άνοιξε. Το 2017, νεοεκλεγείς, ξεδίπλωνε στη Σορβόνη το όραμα μιας «κυρίαρχης, στρατηγικά αυτόνομης, Ευρώπης».
Το 2026, αποδυναμωμένος και κοντά στην έξοδο από το Ελιζέ, επαναλαμβάνει τα ίδια themes: σημαίνοντας «γεωπολιτικό συναγερμό», καλεί σε ευρωπαϊκό προστατευτισμό σε AI, κβαντική
τεχνολογία και ενεργειακή μετάβαση, προτείνει κοινό χρέος και προσφέρει συνεργατική πυρηνική αποτροπή, υπό τη σκέπη της Γαλλίας.
Οι θέσεις του παραμένουν ορθές επί της αρχής, αλλά η συνεχής επανάληψη χωρίς πρακτικά αποτελέσματα τις καθιστά ελάχιστα πειστικές.
Ειδικά τώρα, μοιάζουν με απόπειρα της παραγκωνισμένης Γαλλίας να ανακτήσει το τιμόνι, προτείνοντας μια Ευρώπη περισσότερο «γαλλική».
Η προεδρική θητεία του Μακρόν κλείνει άδοξα, με τον ίδιο να ασχολείται περισσότερο με το προσωπικό του πολιτικό μέλλον, παρά με το μέλλον της ηπείρου.
ΕΚΟΝΤΕΣ άκοντες, οι Ευρωπαίοι σταδιακά αποδέχονται ότι δεν υπάρχει μία ενιαία Ευρώπη, αλλά ένα ετερογενές μωσαϊκό εθνικών κρατών.
Οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. δεν μοιράζονται κοινή εθνική συνείδηση ούτε τις ίδιες γεωπολιτικές επιταγές. Συνεπώς, δεν θα προχωρήσουν όλες μαζί.
Το μείζον πολιτικό ζητούμενο της εποχής δεν είναι η ενοποίηση της ηπείρου, αλλά η λειτουργική διαχείριση της διαφοροποίησης, ώστε να μην εξελιχθεί σε κατακερματισμό.
ΩΣΤΟΣΟ, η συνειδητοποίηση αυτή δεν συνιστά απαραίτητα ήττα, αλλά ενδέχεται να δώσει διέξοδο από το σημερινό τέλμα – εφόσον το μοντέλο διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης που θα υιοθετηθεί δεν είναι μια κλειστή λέσχη ολίγων ισχυρών που επιβάλλονται επί των υπολοίπων,
αλλά μια κοινή θεσμική υποδομή, ανοικτή σε όσα κράτη ενδιαφέρονται να την αξιοποιήσουν, με σεβασμό της επιλογής όσων απέχουν.
Τα σχετικά νομικά εργαλεία υπάρχουν ήδη στις Συνθήκες: ενισχυμένες συνεργασίες, ρήτρες διαφυγής, opt-ins/opt-outs, εποικοδομητικές αποχές.
Εάν αξιοποιηθούν έξυπνα και καλόπιστα, μπορούν να αποδώσουν αξιόλογη πρόοδο, χωρίς να απαιτούνται νομικές ακροβασίες για την παράκαμψη της ομοφωνίας.
Παράλληλα, διατηρούν τον συντονιστικό και διαχειριστικό ρόλο των οργάνων της Ε.Ε., ιδίως της Επιτροπής, χωρίς να τη μετατρέπουν σε ευρωπαϊκή κυβέρνηση.
ΤΟΥΤΟ ΜΠΟΡΕΙ να μην ικανοποιεί όσους υποστηρίζουν ότι η συγκέντρωση εξουσιών στις Βρυξέλλες είναι η μαγική λύση ούτε όσους ονειρεύονται μία κομψή συνταγματοποίηση της
ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Ωστόσο, από την άποψη ενός ορθολογικού δικτύου συνεργασιών που παράγει θετικά αποτελέσματα για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αυτό είναι αδιάφορο.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












