Των Νίκου Καραμπέκιου
ΕΛΕ Β’, Προϊστάμενος Τμήματος, Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου &
Αντώνη Αγγελάκη
Επίκουρος καθηγητής, Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστημίου Κρήτης
Σε μια εποχή που η γεωπολιτική αστάθεια έχει μετατραπεί στη «νέα σταθερά» της παγκόσμιας οικονομίας, η εταιρική διακυβέρνηση απαιτεί κατά το επιχειρείν, πλέον, τον συνυπολογισμό διαστάσεων, όπως η δυνατότητα μετακίνησης εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, το επίπεδο προβλεψιμότητας και σταθερότητας των δασμών και των μη δασμολογικών φραγμών, οι (δυνητικές) εστίες πολεμικών συγκρούσεων και η πιθανή επιβάρυνση στις αλυσίδες αξίας από περιορισμούς στην ελεύθερη πρόσβαση σε πρώτες ύλες.
Οι επιχειρήσεις καλούνται να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε νέες αγορές, στρατηγικές πρώτες ύλες και τεχνολογικές αλυσίδες αξίας, μέσα σε ένα περιβάλλον πολυπολικό, αλληλοεξαρτώμενο και γεμάτο ασυμμετρίες ισχύος. Η ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών διακυβέρνησης, ικανών να ενσωματώνουν τη γεωστρατηγική ανάλυση, την πρόβλεψη και διαχείριση ρίσκου, συνιστά όρο και προϋπόθεση προσαρμογής, ανθεκτικότητας και ανταγωνιστικής υπεροχής.
Το παγκόσμιο επιχειρηματικό περιβάλλον διαμορφώνεται από τη μετάβαση σε ένα πολυπολικό σύστημα, όπου οι διεθνείς συμμαχίες μεταβάλλονται και το κέντρο βάρους οικονομικής και πολιτικής ισχύος μεταπηδά από τις αναπτυγμένες χώρες προς τις αναδυόμενες αγορές. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι η γεωπολιτική ένταση, λόγω ανταγωνισμού για πόρους, τεχνολογίες και αγορές, ενισχύει την εθνικιστική ρητορική και συνοδεύεται από ρυθμίσεις, όπως κυρώσεις, εμπορικοί φραγμοί και περιορισμοί στη διακίνηση δεδομένων και προϊόντων υψηλής τεχνολογίας. Οι συγκρούσεις για τον έλεγχο πόρων και τεχνολογιών, ο προστατευτισμός, η άνοδος του λαϊκισμού και τα αυστηρότερα ρυθμιστικά πλαίσια οδηγούν σε οικονομικό κατακερματισμό – ένα φαινόμενο που επιβεβαιώνουν μελέτες για την αποσύνδεση και επανασύνδεση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αποσύνδεση της παγκοσμιοποίησης και την αποσυναρμολόγηση των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων. Αρκετές επιχειρήσεις, πλέον, αναθεωρούν τα στρατηγικά τους πλάνα, μετακινούν τις παραγωγικές τους υποδομές και στρέφονται σε πρακτικές μεταφοράς τους εντός ή γεωγραφικά εγγύτερα στη χώρα «καταγωγής» της επιχείρησης (reshoring και nearshoring, αντίστοιχα) και επιλέγουν στρατηγικούς εταίρους (friendshoring), επαναπροσδιορίζοντας έτσι γεωγραφικά τα κέντρα προμηθειών. Στόχος είναι να μειώσουν την εξάρτησή τους από περιοχές υψηλού κινδύνου.
Πρόσβαση σε νέες αγορές
Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις από την αστάθεια και τη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν την πρόσβαση σε κρίσιμες περιοχές, τόσο για εξαγωγές όσο και για επενδύσεις. Προκειμένου να διατηρήσουν ή να αυξήσουν το μερίδιο αγοράς τους, απαιτούνται όχι μόνο βαθιές γνώσεις για το εκάστοτε πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, αλλά και ευελιξία στη χάραξη επιχειρηματικής στρατηγικής ανάπτυξης, αξιοποιώντας εργαλεία ανάλυσης κινδύνου.
Η ανάπτυξη, εφαρμογή και λειτουργία «γεωπολιτικών ραντάρ», δηλαδή εργαλείων που προσδίδουν στις επιχειρήσεις την ικανότητα εντοπισμού, παρακολούθησης και αξιολόγησης γεωπολιτικών εξελίξεων και τάσεων που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη λειτουργία μιας επιχείρησης, φαίνεται να είναι το νέο σημείο αναφοράς για τις εταιρείες που επιχειρούν να διατηρήσουν ή/και να επεκτείνουν το διεθνικό τους «αποτύπωμα». Το γεωπολιτικό ραντάρ βοηθά τις επιχειρήσεις να διακρίνουν εγκαίρως κινδύνους, όπως εμπορικές κυρώσεις, ρυθμιστικές αλλαγές, συγκρούσεις ή οικονομικός κατακερματισμός, αλλά και να εντοπίζουν ευκαιρίες, όπως η διαπραγμάτευση νέων αγορών και η προσαρμογή σε διεθνή πρότυπα.
Ομοίως, η ενσωμάτωση στοιχείων και δεδομένων γεωπολιτικής επίγνωσης (insights) σε όλες τις λειτουργίες και αποφάσεις της εταιρείας επιτρέπει την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη ανταπόκριση σε απρόβλεπτα γεγονότα. Οι επιχειρήσεις που αξιοποιούν τέτοιες τεχνολογίες και τεχνικές αποκτούν την ικανότητα να παρακολουθούν βραχυπρόθεσμες κρίσεις και να ανιχνεύουν βαθύτερες συστημικές αλλαγές και τάσεις – που κυμαίνονται από μακροοικονομικές μεταβολές έως πολιτικές ανακατατάξεις. Αυτή η κουλτούρα πρόβλεψης και ανάλυσης διευκολύνει όχι μόνο τη μείωση κινδύνων αλλά και τον εντοπισμό νέων εμπορικών δυνατοτήτων, δημιουργώντας ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Στρατηγική και κίνδυνοι
Οι πρώτες ύλες, ειδικά οι σπάνιες γαίες, τα μέταλλα για τεχνολογίες αιχμής, ενέργεια ή αγροτικά προϊόντα, μετατρέπονται πλέον σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης και στρατηγικού σχεδιασμού. Οι κυβερνήσεις αναπτύσσουν πολιτικές αυτάρκειας και στρατηγικής κυριαρχίας, θέτοντας εμπόδια ή κίνητρα για την εγχώρια παραγωγή και περιορίζοντας τη διαθεσιμότητα ή τη μετακίνηση πρώτων υλών στη διεθνή αγορά.
Για τις επιχειρήσεις, ο κίνδυνος διακοπής ή περιορισμού της πρόσβασης σε πρώτες ύλες και προϊόντα που είναι απαραίτητα για την ολοκλήρωση των δικών τους προϊόντων είναι πλέον υπαρκτός. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, καθώς και οι περιορισμοί στην εμπορία σπάνιων γαιών από την Κίνα αποτελούν ενδείξεις. Η διαφοροποίηση πηγών προμήθειας, η ενίσχυση της διαφάνειας και η στενή παρακολούθηση των παγκόσμιων πολιτικών εξελίξεων αποτελούν αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων αλλαγών αλλά και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας.
Η παρούσα μετάβαση προς τέτοιες πολιτικές αυτάρκειας και ελεγχόμενης πρόσβασης σε κρίσιμες πρώτες ύλες έχει καταστήσει αναγκαία τη διαφοροποίηση προμηθευτών και πηγών. Η σύναψη συμμαχιών με χώρες χαμηλού πολιτικού ρίσκου και η ενίσχυση της διαφάνειας στις εφοδιαστικές αλυσίδες ενσωματώνονται πλέον στα μοντέλα διακυβέρνησης. Αυτές οι πολιτικές πρακτικές, γνωστές ως «στρατηγική ανθεκτικότητα πόρων», αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη βιώσιμη εταιρική λειτουργία.
Οι εξελίξεις στη Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ), τα δίκτυα τηλεπικοινωνιών, τη βιοτεχνολογία και την κβαντική υπολογιστική κυριαρχούν στον στρατηγικό σχεδιασμό των κρατών και των επιχειρήσεων, δημιουργώντας νέες μορφές ανταγωνισμού και ελέγχου. Στην πραγματικότητα, αυτές οι τεχνολογίες αιχμής έχουν μετατραπεί σε γεωπολιτικά όπλα και εργαλεία ελέγχου. Η τεχνολογική αποσύνδεση (decoupling), η χωροθέτηση επί τη βάσει πολιτικών κριτηρίων και κριτηρίων εθνικής ασφαλείας της εγκατάστασης των τεχνολογικών υποδομών, καθώς και η ελεγχόμενη διαλειτουργικότητα των επιμέρους συστημάτων οδηγούν στη δημιουργία διακριτών τεχνολογικών μπλοκ. Αυτά καθορίζονται πλέον από διαφορετικά πρότυπα, αδειοδοτήσεις και προδιαγραφές. Το στοιχείο αυτό αυξάνει το κόστος και τις προκλήσεις συμμόρφωσης για τις επιχειρήσεις, δεδομένου ότι καλούνται να εφαρμόζουν διαφορετικές διαδικασίες κατά περίπτωση.
Ο σχεδιασμός ανθεκτικών τεχνολογικών αλυσίδων αξίας, με έμφαση στην περιφερειακή αυτονομία, αποτελεί τον πυρήνα της σύγχρονης εταιρικής διακυβέρνησης. Ομοίως, η επιχειρησιακή ικανότητα ταχείας προσαρμογής και η επένδυση στην κυβερνοασφάλεια, είναι κρίσιμες παράμετροι στην αντιμετώπιση κυβερνοεπιθέσεων και διαταραχών, λόγω γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Συνεπώς, η ανθεκτικότητα και η καινοτομική ικανότητα των επιχειρήσεων θα κριθεί πλέον και από την ολοκληρωμένη κατανόηση και τη διορατική διαχείριση ενός ραγδαία ανατρεπόμενου γεωπολιτικού περιβάλλοντος.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












