Στην οδό Κενκαμπουά μια στενή αρτηρία στο κέντρο του Παρισιού, το πλήθος έχει αρχίσει να συγκεντρώνεται πριν ακόμη ξημερώσει. Έμποροι, ευγενείς, υπηρέτες, δικηγόροι, ιερείς, χήρες, στρατιωτικοί σπρώχνονται, φωνάζουν και παρακαλούν να βρουν κάποιον πρόθυμο να τους πουλήσει λίγες ακόμη μετοχές.
Οι άμαξες δεν μπορούν πλέον να περάσουν, οι καβγάδες είναι καθημερινοί, κάποιοι λιποθυμούν από τη ζέστη. Άλλοι επιστρέφουν στα σπίτια τους πλουσιότεροι κατά χιλιάδες λίβρες, χωρίς να έχουν παράγει απολύτως τίποτα. Η λέξη «εκατομμυριούχος» κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή της στη γαλλική γλώσσα.
Δεν περιγράφει έναν βιομήχανο ή έναν γαιοκτήμονα, αλλά κάποιον που αγόρασε μία μετοχή τη σωστή στιγμή. Το καλοκαίρι του 1720, ολόκληρη η Γαλλία έχει πειστεί ότι ανακάλυψε τον πιο εύκολο δρόμο προς τον πλούτο.
Στην πραγματικότητα, βρίσκεται λίγες ημέρες πριν από μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές καταστροφές που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη.
Ο άνθρωπος που υποσχέθηκε να λύσει το πρόβλημα του χρήματος
Πίσω από αυτό το οικονομικό θαύμα βρίσκεται ένας άνθρωπος που δύσκολα θα εμπιστευόταν κανείς.
Ο Τζον Λο δεν ήταν Γάλλος, αλλά Σκωτσέζος. Δεν ήταν τραπεζίτης, αλλά χαρτοπαίκτης. Δεν είχε οικοδομήσει τη φήμη του στις αγορές αλλά στις λέσχες τυχερών παιχνιδιών του Λονδίνου, ενώ είχε καταδικαστεί ακόμη και για φόνο ύστερα από μονομαχία, πριν αποδράσει από τη φυλακή και βρει καταφύγιο στη Γαλλία.
Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος κατάφερε να πείσει το γαλλικό Στέμμα ότι είχε βρει τη λύση στο μεγαλύτερο οικονομικό πρόβλημα της εποχής. Μετά τον θάνατο του Λουδοβίκου ΙΔ’, το βασίλειο ήταν ουσιαστικά χρεοκοπημένο. Οι πολυδάπανοι πόλεμοι είχαν αφήσει πίσω τους ένα βουνό χρεών και τα κρατικά ταμεία ήταν άδεια.
Ο Λο πρότεινε κάτι που ακουγόταν σχεδόν επαναστατικό: Αντί να βασίζεται αποκλειστικά στον χρυσό και το ασήμι, η οικονομία θα μπορούσε να λειτουργήσει με χαρτονομίσματα, τα οποία θα εξέδιδε μια νέα κρατική τράπεζα. Για πρώτη φορά, το χρήμα δεν θα ήταν απλώς πολύτιμο μέταλλο.Θα ήταν εμπιστοσύνη.
Το όνειρο της Λουιζιάνα
Για να στηριχθεί αυτό το νέο σύστημα, χρειαζόταν μια ιστορία που θα έκανε τους ανθρώπους να πιστέψουν. Χρειαζόταν το περιβόητο «αφήγημα» και αυτό λεγόταν… Λουιζιάνα.
Η Γαλλία διέθετε τεράστιες εκτάσεις κατά μήκος του ποταμού Μισισιπή στη Βόρεια Αμερική. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια αραιοκατοικημένη αποικία με δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες, ελάχιστες υποδομές και περιορισμένη οικονομική δραστηριότητα. Μεγάλο μέρος της περιοχής αποτελείται από έλη, υγροτόπους και ακαλλιέργητες εκτάσεις. Οι άποικοι αντιμετωπίζουν πλημμύρες, ελονοσία, κίτρινο πυρετό, έλλειψη υποδομών και τεράστιες δυσκολίες στις μετακινήσεις. Η οικονομική δραστηριότητα είναι περιορισμένη και η απόδοση των επενδύσεων αβέβαιη. Είναι ένας τεράστιος βάλτος κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στη φαντασία των επενδυτών, όμως, είναι το νέο Ελ Ντοράντο.
Φήμες για ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα χρυσού, ασημιού και πολύτιμων λίθων κυκλοφορούσαν σε ολόκληρη τη Γαλλία. Η Εταιρεία του Μισισιπή απέκτησε το εμπορικό μονοπώλιο της αποικίας και οι μετοχές της έγιναν το πιο περιζήτητο περιουσιακό στοιχείο της χώρας.
Όσο περισσότερο ανέβαιναν οι τιμές, τόσο περισσότεροι άνθρωποι ήθελαν να αγοράσουν. Και όσο περισσότεροι αγόραζαν, τόσο περισσότερο ανέβαιναν οι τιμές.
Η φούσκα που τυπωνόταν καθημερινά
Για να διατηρηθεί αυτή η αλυσίδα, η Banque Royale έκανε κάτι που φαινόταν να λειτουργεί τέλεια, τύπωνε συνεχώς νέα χαρτονομίσματα. Με αυτά οι επενδυτές αγόραζαν νέες μετοχές, οι μετοχές ανέβαιναν. Η άνοδος δημιουργούσε μεγαλύτερη αισιοδοξία.
Η αισιοδοξία οδηγούσε σε ακόμη περισσότερη εκτύπωση χρήματος. Ήταν ένας μηχανισμός αυτοτροφοδοτούμενος, που στηριζόταν αποκλειστικά στην πεποίθηση ότι οι τιμές δεν θα σταματούσαν ποτέ να ανεβαίνουν. Σήμερα θα τον αποκαλούσαμε φούσκα ενεργητικού. Τότε δεν υπήρχε καν η λέξη.
Η στιγμή που όλοι θέλησαν χρυσό
Οι πρώτες αμφιβολίες εμφανίστηκαν αθόρυβα. Ορισμένοι επενδυτές άρχισαν να αναρωτιούνται αν η Λουιζιάνα ήταν πράγματι τόσο πλούσια όσο περιέγραφαν τα φυλλάδια της εταιρείας. Άλλοι αποφάσισαν απλώς ότι είχαν ήδη κερδίσει αρκετά και άρχισαν να πουλούν. Και κυρίως, άρχισαν να ζητούν κάτι που το σύστημα δεν μπορούσε πλέον να προσφέρει: Χρυσό.
Όταν οι κάτοχοι χαρτονομισμάτων ζήτησαν να τα ανταλλάξουν με πολύτιμα μέταλλα, αποκαλύφθηκε η αλήθεια. Υπήρχαν πολύ περισσότερα χαρτονομίσματα από όσο χρυσός στα θησαυροφυλάκια.
Η εμπιστοσύνη εξαφανίστηκε σχεδόν μέσα σε λίγες ημέρες.
Η 21η Ιουλίου που άλλαξε τα πάντα
Στις 21 Ιουλίου 1720 η γαλλική κυβέρνηση αναγκάστηκε να μειώσει επίσημα την αξία των τραπεζογραμματίων. Η απόφαση επιβεβαίωσε αυτό που μέχρι τότε πολλοί φοβούνταν αλλά κανείς δεν ήθελε να πιστέψει. Η περιουσία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων είχε οικοδομηθεί πάνω σε μια ψευδαίσθηση.
Έξω από την Banque Royale ξέσπασαν επεισόδια. Άνθρωποι ποδοπατήθηκαν προσπαθώντας να σώσουν τις οικονομίες τους. Οι τιμές των μετοχών κατέρρευσαν και το τραπεζικό σύστημα διαλύθηκε. Η χώρα βυθίστηκε σε βαθιά οικονομική κρίση.
Η κληρονομιά μιας φούσκας
Ο Τζον Λο διέφυγε κρυφά από τη Γαλλία σχεδόν άφραγκος, αφήνοντας πίσω του μια οικονομία σε χάος. Οι Γάλλοι δεν έχασαν μόνο τις αποταμιεύσεις τους.
Έχασαν την εμπιστοσύνη τους στο χαρτονόμισμα, στις τράπεζες και στο ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η δυσπιστία αυτή θα συνόδευε τη χώρα για πολλές δεκαετίες και θα επηρέαζε βαθιά τη μετέπειτα οικονομική της ιστορία.
Τρεις αιώνες αργότερα, η Φούσκα του Μισισιπή εξακολουθεί να διδάσκεται στις οικονομικές σχολές όχι επειδή ήταν η πρώτη μεγάλη χρηματιστηριακή κατάρρευση, αλλά επειδή αποκάλυψε μια διαχρονική αλήθεια για τις αγορές: κάθε εποχή πιστεύει ότι αυτή τη φορά οι κανόνες έχουν αλλάξει. Και σχεδόν κάθε εποχή ανακαλύπτει, με τον δύσκολο τρόπο, ότι η υπερβολική αισιοδοξία μπορεί να γίνει εξίσου επικίνδυνη με τον ίδιο τον πανικό.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












