Δεκατρείς σφαίρες είναι υπερβολικά πολλές απλά και μόνον για να «εκφοβίσεις». Πολλές είναι και οι δύο σφαίρες όταν, αντί του… αέρα, βρίσκουν στο κεφάλι ένα 20χρονο παιδί. Ένα παιδί ίσως λίγο παραβατικό, λίγο μειονεκτικό, χωρίς «καθαρόαιμα» ελληνικά χαρακτηριστικά, χωρίς ίσως πλήρη συναίσθηση των πράξεών του – ένα παιδί, όμως, που είναι πια νεκρό από τα πυρά δύο αστυνομικών.
Από την εποχή του Κορκονέα και της δολοφονίας Γρηγορόπουλου μέχρι την τραγωδία του Άργους δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Κανείς δεν μας έχει εξηγήσει επαρκώς πώς στην ευχή «εξοστρακίζονται» αυθαιρέτως και δολοφονικά οι τυφλές αστυνομικές σφαίρες. Κι από την ημέρα της δολοφονίας της Κυριακής Γρίβα έξω από το αστυνομικό τμήμα, διότι «τα περιπολικά δεν είναι ταξί», μέχρι τώρα, κανείς δεν μας έχει πει ποιος και πώς επιλέγει, αξιολογεί και εκπαιδεύει τους -θεωρητικούς τουλάχιστον- φρουρούς της κοινωνικής ασφάλειας.
Πάνω απ’ όλα, κανείς δεν έχει αναγνωρίσει ότι το ζήτημα δεν είναι η τεχνοκρατική εκπαίδευση, ο «CSI εξοπλισμός» και οι κάμερες στις στολές των αστυνομικών. Και δεν έχει ομολογήσει ότι πίσω από την αστυνομική αυθαιρεσία βρίσκεται απλά η κουλτούρα της «καλής» και της «κακής» βίας. Η κουλτούρα που δεν τροφοδοτείται και δεν έχει θιασώτες μόνον στην πλευρά της ανομίας αλλά και στην πλευρά όσων ορκίζονται στα ιερά και τα όσια του νόμου και της τάξης.
Κοινώς, όταν σκοτώνεται Έλληνας πολίτης από φονικές μολότοφ είναι τρομοκρατία και άπαντες -ορθώς- καλούνται να καταδικάσουν. Ειδάλλως διαλέγουν την πλευρά του τρομοκράτη. Όταν σκοτώνεται νεαρός Ελληνορώσος είναι απλός «εξοστρακισμός» – και μπορεί να κάνουμε και μια… ΕΔΕ. Κάπως έτσι γαλουχούνται γενιές και γενιές αστυνομικών. Και κάπως έτσι μετά έρχεται το μοιραίο. Χωρίς να καλούνται πια όλοι να καταδικάσουν τη βία. Και, κυρίως, χωρίς το «απ’ όπου κι εάν προέρχεται»…
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












