Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει αναλάβει τη φιλόδοξη δέσμευση να καταστήσει το Βερολίνο την κορυφαία συμβατική στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη έως το 2030.
Πώς θα γίνει αυτό; Με ένα τεράστιο πρόγραμμα επανεξοπλισμού που θα φτάσει κοντά στο ένα τρισεκατομμύριο ευρώ για όπλα και υποδομές. Πού θα βρεθούν τα χρήματα αυτά με δεδομένη τη συνεχιζόμενη αδυναμία της γερμανικής οικονομίας; Μέσω δανεισμού φυσικά.
Το σχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 προβλέπει ότι το ποσό των χρημάτων που θα δανειστεί η Γερμανία θα αυξηθεί από 98 δισεκατομμύρια φέτος, στα 203 δισεκατομμύρια -ενα ιστορικό ρεκόρ αν εξαιρέσουμε το έτος της πανδημίας το 2021, όταν, χάρη στη χρήση ειδικών ταμείων και ευρωπαϊκών πακέτων, το ποσό που δανείστηκε η Γερμανία έφτασε τα 215 δισεκατομμύρια.
Η επιθεώρηση Global Banking and Finance αναφέρει ότι ο αμυντικός προϋπολογισμός του Βερολίνου ήταν 82 δισεκατομμύρια ευρώ το 2026: θα αυξηθεί στα 109 δισεκατομμύρια ευρώ το 2027, εξαιρουμένου του σχεδίου δαπανών για την υποστήριξη της Ουκρανίας, το οποίο αναμένεται να φτάσει τα 12 δισεκατομμύρια ευρώ σε άμεση και έμμεση βοήθεια, συμπεριλαμβανομένων των προγραμμάτων συμπαραγωγής.
Η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας
Η Γερμανία επιδιώκει να γίνει κινητήρια δύναμη ασφάλειας και κεντρικός παράγοντας στη στρατηγική ανάπτυξη της Γηραιάς Ηπείρου. Το Βερολίνο θέλει να ανοίξει έναν δρόμο στην Ευρώπη, όπου οι σημερινές έκτακτες αμυντικές ανάγκες, να γίνουν η πρόκληση για την οικονομική και βιομηχανική ανάπτυξη του αύριο.
Μόνο που όπως γράφουν οι Financial Times, η στρατιωτικοποίηση «δεν έχει ακόμη καταφέρει να αναζωογονήσει τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης», της οποίας τα ζητήματα ανταγωνιστικότητας προκύπτουν κυρίως από το χάσμα με τον κινεζικό ανταγωνισμό και τη στασιμότητα της εγχώριας αγοράς.
Ο επανεξοπλισμός έχει επιπτώσεις πολύ διαφορετικές από εκείνες των παραδοσιακών βιομηχανικών προγραμμάτων και πολύ συχνά απαιτεί εφάπαξ δαπάνες, που καλύπτονται από μεγαλύτερο δανεισμό και δημόσια κεφάλαια, που θα αφαιρούνται από το κράτος πρόνοιας και την πραγματική οικονομία. Εκτός, φυσικά, από τις πολιτικές επιπτώσεις που συνδέονται με τη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας.
Αμερικανικά όπλα
Το τραγικό είναι μάλιστα ότι με δεδομένους τους περιορισμούς των ευρωπαϊκών αμυντικών εταιρειών, ο πρόεδρος Τραμπ επιδιώκει να εγγυηθεί τη συμμετοχή των αμερικανικών εταιρειών στα προγράμματα επανεξοπλισμού που εφαρμόζουν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι. Και το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τη διείσδυση των εταιρειών τεχνολογίας και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών του στην ελκυστική ευρωπαϊκή αγορά.
Σε όλους αυτούς τους τομείς, ο Τραμπ εκμεταλλεύεται τον βαθιά ριζωμένο φόβο των Ευρωπαίων, κάνοντάς μας να πιστεύουμε ότι αν δεν συμμορφωθούμε με τις απαιτήσεις του, θα μείνουμε αμέσως απροστάτευτοι απέναντι σε μια Ρωσία που, στη μιλιταριστική φαντασία ορισμένων, απλώς περιμένει την ευκαιρία να μας επιτεθεί.
Η τύφλωση της ελίτ
Ουδείς αρνείται ότι υπάρχουν κίνδυνοι για την ασ που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Αλλά η ιδέα ότι αυτές οι προκλήσεις μπορούν και πρέπει να αντιμετωπιστούν μόνο δημιουργώντας τις συνθήκες για μια καταστροφή που κινδυνεύει να είναι ακόμη πιο σοβαρή από τις προηγούμενες, είναι πραγματικά απίστευτη.
Βλέπουμε μια τύφλωση της ευρωπαϊκής ελίτ αυτή την εποχή, που οδηγεί σε έναν «πυρετό των όπλων». Η επιμονή στην μαζική και εκπληκτική επιχείρηση επανεξοπλισμού – η οποία συνεχίστηκε με συμπεριφορές και λόγια που ακούγονται ακόμη και αλαζονικά, όπως αυτά που ανέφερε ο ΓΓ του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, σύμφωνα με τον οποίο η Συμμαχία θα βρει έναν τρόπο να «αναγκάσει» τα κράτη μέλη να φτάσουν το 5% του ΑΕΠ στις στρατιωτικές δαπάνες – επισκιάζει μια ολόκληρη την μεταπολεμική κληρονομιά της Ευρώπης.
Μία κληρονομιά της Τελικής Πράξης του Ελσινσκι που μας υπενθυμίζει ότι είναι δυνατό, ακόμη και μεταξύ πρώην εχθρικών χωρών, να εφαρμοστούν κοινά έργα, ικανά να ανοίξουν χώρους για διάλογο και συνεργασία, αν όχι για γνήσια πολιτική και θεσμική αλληλεγγύη.
Οι πόλεμοι δεν είναι ξαφνικά γεγονότα και δεν αφορούν μόνο τα εμπόλεμα κράτη. Είναι πολύπλοκες υποθέσεις, αποτέλεσμα μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επιλογών, και για τις οποίες η διεθνής κοινότητα στο σύνολό της μπορεί να πει και να κάνει πολλά.
Εσωτερική κατάρρευση
Τροφοδοτώντας πολέμους, δεν θα βοηθήσουμε τις χώρες που έχουν υποστεί εισβολή ενάντια στους εισβολείς τους. Και λέγοντας αυτό, ας το επαναλάβουμε, δεν σημαίνει ότι τασσόμαστε με το μέρος των εισβολέων. Είναι ακριβώς το αντίθετο.
Ο δρόμος για την επίτευξη μιας ευρωπαϊκής άμυνας όμως, δεν έγκειται στην υποτακτική παρακολούθηση της πορείας που χάραξε η Ουάσιγκτον με έναν επανεξοπλισμό που δεν ανταποκρίνεται σε σκέψεις ευρωπαϊκής στρατηγικής. Γιατί απλά, η στρατηγική αυτονομία είναι κάτι πολύ περισσότερο από την στρατιωτική άμυνα.
Γι ‘ αυτό είναι επείγον να αποτρέψουμε τη συνεχιζόμενη επιδείνωση των δημοκρατικών μας συστημάτων και του κράτους πρόνοιας, η οποία θα οδηγούσε σε σε εσωτερική κατάρρευση την Ευρώπη και τη χώρα μας.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












