«Τα γεγονότα είναι ξεροκέφαλα», επισήμανε συχνά ο Βλαντίμιρ Λένιν (1870–1924), προκειμένου να υπενθυμίζει την αναγκαιότητα της αντικειμενικής πραγματικότητας απέναντι στις απόπειρες παραχάραξής της. Και θα σκεφτεί κανείς: γιατί να παραχαράσσονται τα γεγονότα;
Σαφώς για τη διαμόρφωση μιας νέας αφήγησής τους, μέσω της οποίας η α-λήθεια (μη λήθη) θα είναι πολιτικά ευνοϊκότερη, πρωτίστως για τον έναν ή τον άλλο συμμετέχοντα στα γεγονότα.
Η α-λήθεια, η μνήμη, η φήμη και η λήθη δεν απασχόλησαν μόνο όσους συμμετείχαν κάθε φορά σε ιστορικά γεγονότα, αλλά κυρίως όσους γνωρίζουν τη δύναμη αυτών των λέξεων στη διαμόρφωση της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας των πολιτών.
«Φήμη – αυτό το σφαγείο», θα γράψει ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης, ενώ ο νομπελίστας, Γιώργος Σεφέρης θα υπενθυμίσει: «Η μνήμη, από όπου και αν την πιάσεις, πονεί». Με αυτές τις αναφορές καταδεικνύεται ότι η μνήμη αποτελούσε ανέκαθεν πεδίο πολιτικού και, συνακόλουθα, κοινωνικού ανταγωνισμού.
Τις τελευταίες δεκαετίες αυτός ο ανταγωνισμός στην Ευρώπη χαρακτηρίστηκε ως «ανταγωνισμός των αναμνήσεων». Πρόκειται για μια διαμάχη, όπου οι συμμετέχοντες στα γεγονότα τα αφηγούνται με τρόπο ευνοϊκότερο, ώστε να ενισχύεται η μία ή η άλλη πλευρά. Έχουν εφευρεθεί διάφορες μέθοδοι (προπαγάνδες), ώστε τα γεγονότα να παραλλάσσονται ανάλογα με το επιθυμητό προς όφελος του τρέχοντος πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων.
Ιστορικά, έχει καταγραφεί ότι υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η αμνησία για τα γεγονότα δεν αποτελεί αποτέλεσμα του παραπάνω ανταγωνισμού, αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή συνύπαρξης με τον άλλο. «Καὶ οὐ μνησικακήσω τῶν παρεληλυθότων οὐδενί», δηλαδή να μην κρατήσουν κακία για τα περασμένα, ορκίζονταν το 403 π.Χ οι αρχαίοι Έλληνες πολίτες με την επικράτηση της Δημοκρατίας, αμέσως μετά την εμπειρία των Τριάκοντα Τυράννων. Η αναγκαιότητα της αμνηστίας (μη μνήμης) επέτρεψε την ομαλή εξέλιξη της δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα.
Ωστόσο, η εν λόγω αναγκαιότητα παρατηρείται ιστορικά, από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα, όχι σε λίγες ιστορικές στιγμές.
Όμως, διαφέρει ουσιαστικά στο πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού η αναγκαία αμνησία προς όφελος της εξέλιξης της σύγχρονης δημοκρατίας από τη μεθοδευμένη και κατ’ εξακολούθηση α-μνησία, με σκοπό την εξαφάνιση της ύπαρξης του άλλου, εν προκειμένω του «πολιτικού άλλου».
Πάνω σε αυτό το διακύβευμα της άσκησης πολιτικής με τον θεσμό της δημοκρατίας, η διάσημη Γαλλίδα ιστορικός της Αρχαίας Ελλάδας και της πολιτικής σκέψης Nicole Loraux (1943–2003) συνέγραψε το έργο Η Διχασμένη Πόλη: Η λήθη στη μνήμη της αρχαίας Αθήνας. Η συγγραφέας αναλύει, μέσα από παραδείγματα και παραλληλισμούς, πώς η συνύπαρξη με τον άλλο, δηλαδή με τον πολιτικό ανταγωνιστή, μπορεί να συνεισφέρει σε μια ανθεκτικότερη δημοκρατία απέναντι στις συγκρούσεις της σύγχρονης εποχής.
Εν προκειμένω, η Loraux ξεκινά από τον μύθο της ίδρυσης της πόλης της Αθήνας, με την αναμέτρηση της θεάς Αθηνάς και του Ποσειδώνα. Ο παραλληλισμός δεν γίνεται με θρησκευτική αλλά με πολιτική αλληγορία.
Σύμφωνα με τον μύθο, οι Αθηναίοι επέλεξαν την Αθηνά. Παρά ταύτα, δεν εξαφάνισαν τη στιγμή της σύγκρουσης, αλλά δημιούργησαν κοινό ναό (Αθηνάς – Ποσειδώνα) το Ερέχθειον στο οποίο υπήρχε κοινή λατρεία Αθηνάς και Ποσειδώνα, καθώς επίσης αποτύπωσαν τη στιγμή της αναμέτρησης σε ανάγλυφο στο δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα. Η συγγραφέας, με αυτή την επιλογή, τονίζει ότι η διαφωνία αποτελεί βασική συνθήκη για τη δημοκρατία και η διατήρηση της μνήμης για την ύπαρξη του άλλου λειτουργεί ως ανώτερη διαλεκτική για τη λειτουργία της και παραλληλίζει τις «στάσις» της αρχαίας Αθήνας ως στιγμές ενδυνάμωσης της δημοκρατίας και όχι ως αντιπάλους προς εξαφάνιση.
Μήπως αυτή η τελευταία πράξη, δηλαδή ο αφανισμός του άλλου, «ξαναψύχρανε» την ελληνική πόλη, εστιάζοντας την προσοχή στο κέντρο, το μέσον, την εξισωτική κατανομή και την εναλλαξιμότητα των πολιτών, εξαλείφοντας, κοντολογίς, το πολιτικό στοιχείο ή εννοώντας το μόνο υπό την επίδραση του Ενός και αδιαίρετου; Η στάσις φανερώνει την αμφισημία της τάξης πραγμάτων της πόλης: το κοινό δεν έχει την πηγή του στη διχαστική πράξη; διερωτάται η Nicole Loraux.
Την ύπαρξη κοινών τόπων ως απάντηση στην ανθρώπινη δυσκολία να διαχειριστεί τη διαλεκτική σχέση της πραγματικότητας προέτρεψε και ο Jean-Paul Dollé (1939–2011), φιλόσοφος και συγγραφέας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πόλη, την αστικότητα (urbanité) και την ιδιότητα του πολίτη. Σε συνέντευξή του στο γαλλικό περιοδικό Le Diable probablement, στο ερώτημα: «Τα τελευταία χρόνια έχει αναδυθεί μια δυσκολία: αυτό που ονομάζεται “ανταγωνισμός των αναμνήσεων” είναι αχαλίνωτο, σαν δύο στιγμές στην ιστορία να μην μπορούν να συνυπάρξουν στη συλλογική μνήμη;», απαντά με σαφήνεια για την ύπαρξη των κοινών.
Αυτό, λέει, εγείρει το ζήτημα των κοινών. Τα κοινά υπονοούν εγγενώς την κοινή χρήση. Στην πολύ συγκεκριμένη περίπτωση που εγείρετε, το ζήτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικές ιστορικές μνήμες μπορούν να συνυπάρξουν. Κοινή γλώσσα, όχι απλώς ένα ιδίωμα, αλλά ένα θεμέλιο. Κατανόηση του τι είναι μια συνέλευση πολιτών. Το μάθημα της ελληνικής πόλης-κράτους αφορά ένα πολύ βασικό πρόβλημα: την ίδια την ιστορία. Στην ιστορία της Γαλλικής Δημοκρατίας όλες αυτές οι αναμνήσεις πρέπει να γράψουν ιστορία. Η απουσία ιστορίας τροφοδοτεί τον πόλεμο των αναμνήσεων. Γι’ αυτό δεν είμαι υπέρ του «καθήκοντος της μνήμης», αλλά του «καθήκοντος της ιστορίας», επισημαίνει ο Jean-Paul Dollé.
Φέρνοντας στο δημόσιο λόγο με αυτόν τον τρόπο, τη σχέση που αναπτύσσει η ιστορική πραγματικότητα με τη διαλεκτική και την ύπαρξη του διαφορετικού άλλου σε έναν «κοινό τόπο».
Εν κατακλείδι, η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων δεν έβλαψε κανέναν, παρά μόνο όσους μεθοδεύουν την αμνησία τους, δημιουργώντας έναν απόλυτο «πολιτικό άλλο», μακριά από τη διαλεκτική σχέση που ενυπάρχει σε κάθε υποκείμενο και, συνακόλουθα, σε κάθε οργανωμένη κοινωνία.
Εξάλλου, η ιστορική φράση «η ιστορία μάς διδάσκει» δεν θα είχε νόημα, αν σκοπός ήταν να την ξεχνάμε…
*Η Βάσω Μουρελά είναι πολιτική επιστήμονας
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












