Άριστος για τη μείωση του χρέους και την αύξηση των εσόδων αποδεικνύεται ο πληθωρισμός, που είναι και εξαιρετικά επικίνδυνος για την αγοραστική δύναμη των πολιτών, όπως και για την αξία των τραπεζικών καταθέσεων με τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια.
Το 3,9% του Μαρτίου (με 4,5% στα τρόφιμα και 5,7% στη στέγαση), εκτός του ότι πλήττει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, καθώς παραμένει σταθερά υψηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου, προϊδεάζει για συνέχεια των πιέσεων και τους επόμενους μήνες, καθώς η ιστορία με το Ιράν και το Ορμούζ δεν φαίνεται να έχει σύντομα αίσιο τέλος.
Όταν ολόκληρη υπερδύναμη καταφεύγει στις μεσολαβητικές υπηρεσίες του Πακιστάν για να ανοίξουν τα Στενά — δηλαδή να επανέλθουμε στο καθεστώς πριν από την 28η Φεβρουαρίου — το μέλλον μάλλον σκοτεινό προδιαγράφεται. Και ειδικά για την Ελλάδα αυτό ισχύει περισσότερο, καθώς οι λεγόμενοι προκυκλικοί τομείς του τουρισμού και της ναυτιλίας θα πληγούν ιδιαίτερα από την κρίση, επιβαρύνοντας ανάλογα το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο.
Βοηθούντος του πληθωρισμού, το ΔΝΤ προβλέπει μείωση του ελληνικού χρέους στο 136,9% το 2026 και στο 130,3% το 2027, που στηρίζεται στα πλεονάσματα, τα οποία όμως σταδιακά θα βαίνουν μειούμενα. Από 4,4% του ΑΕΠ το 2025, θα πέσουν στο 3,8% το 2026 και στο 3,1% το 2027. Η μείωση των πλεονασμάτων μαρτυρά μεσοπρόθεσμα και κάμψη της καταναλωτικής δύναμης και της φοροδοτικής ικανότητας των εργαζομένων, τους μισθούς των οποίων απομυζά με υπερβολικούς φόρους το κράτος, ενώ σταθερά αρνείται να περιορίσει το μη μισθολογικό κόστος που επιμερίζει υπέρμετρα βάρη στις επιχειρήσεις.
Στενάχωρο στοιχείο που επισημαίνει το ΔΝΤ είναι η κάμψη του ρυθμού ανάπτυξης στο 1,8% φέτος, αντί για 2% (και στο 1,7% το 2027), που με πρόβλεψη για πληθωρισμό 3,5% μπορεί να κλείνει το μάτι σε έναν κύκλο στασιμοπληθωρισμού. Ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας μετά το 2019 έφτασε να είναι και διπλάσιος του μέσου ρυθμού της Ε.Ε. Παρ’ όλα αυτά, το ΑΕΠ της χώρας μας είναι ακόμη σήμερα 18% χαμηλότερο από εκείνο του 2008, χρονιά κατά την οποία καταγράφηκε το υψηλότερο ιστορικά εθνικό προϊόν (242 δισ.).
Η ελληνική οικονομία εξαρτάται σε υπερθετικό βαθμό από τις εισροές, κυρίως από την Ε.Ε., τόσο για επενδύσεις όσο και για την ευστάθεια του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών, μέσω του τουριστικού ρεύματος, που αν περιορισθεί, θα αυξηθεί το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο καλύπτεται με δανεισμό που πέφτει στις πλάτες του ιδιωτικού τομέα.
Αλλιώς θα ήταν αν διέθετε η Ελλάδα πρωτογενή τομέα ισχυρό και ανθηρή βιομηχανία με μεταποίηση, καθώς θα ήταν υπολογίσιμα αντίβαρα στο ασταθές και περίπλοκο διεθνές γεωπολιτικό σκηνικό. Η εξίσωση που πρέπει να λυθεί είναι δύσκολη: θέλουμε ανάπτυξη με χαμηλό πληθωρισμό, όταν οι διεθνείς παράγοντες μας υπόσχονται τα τελείως αντίθετα.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












