Skip to main content

Πόλεμος στο Ιράν: Οι τακτικές επιτυχίες δεν φέρνουν αυτόματα στρατηγική επιτυχία και πολιτική νίκη

Ακόμη και οι πλέον εντυπωσιακές επιχειρησιακές επιδόσεις δεν εγγυώνται από μόνες τους τη στρατηγική επιτυχία

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, ως διοικητής της CENTCOM, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγχρονου ανώτατου αξιωματικού που συνδυάζει επιχειρησιακή επάρκεια με υψηλού επιπέδου επικοινωνιακές δεξιότητες.

Η δημόσια παρουσία του, ιδιαίτερα μέσα από τακτικές ενημερώσεις και παρουσιάσεις που αφορούν στις εξελίξεις στον πόλεμο στο Ιράν, αποτυπώνει μια σαφή προσπάθεια διαμόρφωσης αφηγήματος γύρω από την πρόοδο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, με έμφαση σε μετρήσιμα αποτελέσματα και συγκεκριμένους δείκτες απόδοσης και οπωσδήποτε ότι η Αμερική ελέγχει την κατάσταση παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο αμφισβητείται.

Η εικόνα αυτή φέρνει μπροστά μας τον στρατηγό Γουίλιαμ Γουέστμορλαντ, τον πιο εμβληματικό διοικητή των Αμερικανικών Δυνάμεων στο Βιετνάμ. Ο Γουέστμορλαντ και δίπλα σε αυτόν ο τότε υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Ρόμπερτ Μακνμάρα  υπήρξαν ίσως οι κατεξοχήν εκφραστές της λογικής ότι η στρατιωτική πρόοδος μπορεί να αποτυπωθεί μέσα από ποσοτικά δεδομένα, όπως οι απώλειες του αντιπάλου, η καταστροφή υποδομών και η κατοχή εδάφους. Οι ενημερώσεις του αποσκοπούσαν όχι μόνο στην πληροφόρηση της πολιτικής ηγεσίας αλλά και στη διατήρηση της εγχώριας και διεθνούς υποστήριξης προς την αμερικανική εμπλοκή.

Η ιστορική όμως εμπειρία του Βιετνάμ ανέδειξε τα όρια αυτής της προσέγγισης. Παρά τις επανειλημμένες τακτικές επιτυχίες που παρουσιάζονταν ως ενδείξεις επικείμενης νίκης, η πραγματικότητα στο στρατηγικό επίπεδο αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη. Η κορύφωση αυτής της αντίφασης έγινε εμφανής με την Επίθεση του Τετ το 1968, όταν οι δυνάμεις του Βόρειου Βιετνάμ και του Βιετκόνγκ εξαπέλυσαν μια ευρείας κλίμακας επίθεση. Αν και στρατιωτικά αποκρούστηκε, η επίθεση αυτή είχε τεράστιο ψυχολογικό και πολιτικό αντίκτυπο, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη της αμερικανικής κοινής γνώμης και αποκαλύπτοντας το χάσμα ανάμεσα στις επίσημες ανακοινώσεις και την πραγματική κατάσταση του πολέμου. Από εκεί και πέρα όλα άλλαξαν.

Η σύγκριση με τον Κούπερ δεν υποδηλώνει απόλυτη ταύτιση  αλλά λειτουργεί ως αναλυτικό εργαλείο. Στο σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον, η έμφαση σε δεδομένα, στατιστικές και «χειροπιαστά» αποτελέσματα παραμένει κεντρική. Ωστόσο, η φύση των συγκρούσεων έχει εξελιχθεί σημαντικά: ασύμμετρες απειλές, υβριδικός πόλεμος, πληροφοριακές επιχειρήσεις και η άμεση επίδραση των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων καθιστούν τη διαμόρφωση της αντίληψης εξίσου κρίσιμη με τις εξελίξεις στο πεδίο.

Στην 24η ημέρα του πολέμου  με το Ιράν, παρατηρείται μια λίγο – πολύ παρόμοια εικόνα! Σύμφωνα με τις μάλλον «πληθωριστικές» δηλώσεις του ίδιου του Κούπερ, η αμερικανική εκστρατεία βρίσκεται «εντός ή και μπροστά από τον σχεδιασμό», με στόχο τη δραστική μείωση της στρατιωτικής ισχύος της Τεχεράνης. Τα πλήγματα έχουν επικεντρωθεί σε κρίσιμες υποδομές, όπως εργοστάσια drones, πυραυλικά συστήματα και δίκτυα διοίκησης, ενώ αναφέρεται σημαντική μείωση των ιρανικών επιθέσεων σε επίπεδο βαλλιστικών πυραύλων, αν και η πραγματικότητα άλλα μας δείχνει.

Παράλληλα, ΗΠΑ και Ισραήλ έχουν επιτύχει σε μεγάλο βαθμό αεροπορική κυριαρχία επιτρέποντας εκτεταμένες αεροπορικές επιχειρήσεις στο εσωτερικό του Ιράν. Σε τακτικό επίπεδο, λοιπόν, η εικόνα που προβάλλεται είναι αυτή μιας επιτυχημένης και συστηματικής αποδόμησης των στρατιωτικών δυνατοτήτων του αντιπάλου.

Όμως αρέσει δεν αρέσει η στρατηγική πραγματικότητα παραμένει πολύ πιο σύνθετη. Το Ιράν παρά την αναντίρρητα στρατιωτική του αποδυνάμωση, εφαρμόζοντας με αποφασιστικότητα την στρατηγική που αποβλέπει στην πρόκληση υψηλού κόστους και αβεβαιότητας, στην χρονική παράταση του πολέμου και στην δημιουργία παγκόσμιας ενεργειακής και οικονομικής αναταραχής, συνεχίζει να ανταποδίδει ασύμμετρα με πυραυλικές και μη επανδρωμένες επιθέσεις σε όλη την περιοχή, πλήττοντας ακόμη και ενεργειακές και πολιτικές υποδομές. Ταυτόχρονα έχει μπλοκάρει de facto τα Στενά του Ορμούζ, ενός από τους σημαντικότερους διαύλους παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας, ενώ ελλοχεύει πάντα και ο κίνδυνος ευρύτερης περιφερειακής ανάφλεξης.

Πολύ απλά θα λέγαμε ότι, πέρα από τη στρατιωτική εξασθένιση του Ιράν, η οποία όμως έχει και όρια, η ιρανική ηγεσία, όποια και αν είναι αυτή μετά τις δολοφονίες Χαμενεί και Λαριτζανί, δεν δείχνει διατεθειμένη να συνθηκολογήσει! Επιλέγει  μια στρατηγική φθοράς, εξάντλησης  και κλιμάκωσης. Κοντολογίς, ενώ η τακτική πίεση είναι ισχυρή, δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε πολιτική κάμψη του αντιπάλου! Να θυμίσουμε ότι ο πόλεμος είναι κατ’ ουσία μία πολιτική πράξη που χρησιμοποιεί στρατιωτική βία για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Η στρατιωτική επιτυχία λοιπόν αποκτά νόημα μόνο όταν υπηρετεί σαφείς πολιτικούς στόχους.

Άρα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν καταστρέφονται στόχοι ή μειώνονται οι στρατιωτικές δυνατότητες του αντιπάλου κάτι που αναμφίλεκτα συμβαίνει. Το ερώτημα είναι αν αυτή η πίεση οδηγεί σε πολιτικό αποτέλεσμα, αλλαγή συμπεριφοράς, αποδοχή όρων ή σταθεροποίηση της περιοχής.

Η μέχρι τώρα εξέλιξη του πολέμου στο Ιράν δείχνει ότι προς το παρόν δεν μπορεί να δοθεί απάντηση. Όπως και στο Βιετνάμ αλλά ακόμα και στο Αφγανιστάν υπάρχει ο κίνδυνος ένα σύνολο τακτικών επιτυχιών να δημιουργεί την εντύπωση προόδου, χωρίς όμως να εξασφαλίζει την τελική στρατηγική έκβαση.

Η σύγκριση μεταξύ Κούπερ και Γουέστμορλαντ αποκτά ιδιαίτερο βάθος υπό το φως των σημερινών εξελίξεων. Αναδεικνύει μια διαχρονική πρόκληση: τη δυσκολία μετατροπής της στρατιωτικής υπεροχής σε πολιτική νίκη. Σε έναν πόλεμο που εξελίσσεται ταυτόχρονα στο πεδίο των επιχειρήσεων, της οικονομίας και της πληροφορίας, η ισορροπία μεταξύ αφήγησης και πραγματικότητας παραμένει το κεντρικό ζητούμενο. Ας μην ξεχνάμε ότι  επικοινωνία δεν είναι απλώς εργαλείο ενημέρωσης, αλλά μέρος της ίδιας της Στρατηγικής. Η προβολή επιτυχιών μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή, να καθησυχάσει την κοινή γνώμη και να επηρεάζει  τη συμπεριφορά αντιπάλων. Παράλληλα, όμως, ενέχει τον κίνδυνο υπεραπλούστευσης ή υπερβολικής αισιοδοξίας, εάν δεν συνοδεύεται από ρεαλιστική αποτίμηση των συνολικών στρατηγικών δεδομένων.

Συνεπώς, ακόμη και οι πλέον εντυπωσιακές επιχειρησιακές επιδόσεις δεν εγγυώνται από μόνες τους τη στρατηγική επιτυχία. Η ιστορία διδάσκει ότι η ασυμφωνία μεταξύ τακτικού και στρατηγικού επιπέδου μπορεί να οδηγήσει σε κλιμάκωση με παρατεταμένες συγκρούσεις χωρίς καθαρό αποτέλεσμα ή ακόμη και σε πολιτική αποτυχία παρά τη στρατιωτική υπεροχή. Πρόκειται για την «παγίδα κλιμάκωσης»!

Συμπερασματικά, η αναφορά στον Κούπερ και τον Γουέστμορλαντ φωτίζει μια διαχρονική πρόκληση της στρατηγικής σκέψης! Την ανάγκη ευθυγράμμισης των επιχειρησιακών επιτυχιών με μια συνεκτική και ρεαλιστική στρατηγική που οδηγεί σε σαφώς καθορισμένα πολιτικά αποτελέσματα. Ως ακροτελεύτια παρατήρηση  επισημαίνεται ότι σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία μεταδίδεται άμεσα και η κοινή γνώμη επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις, η ισορροπία μεταξύ επικοινωνίας και …πραγματικότητας καθίσταται πιο κρίσιμη από ποτέ!

*Ο αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι γεωστρατηγικός αναλυτής

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.