Τελικά, όποιος καεί στο χυλό φυσά και το γιαούρτι, όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός μας.
Πράγματι η χώρα μας δοκιμάστηκε πολύ σκληρά από την αλόγιστη σπατάλη των δημοσίων πόρων με δανεισμό, τροφοδοτώντας την κρατική και ιδιωτική κατανάλωση, όταν, κυρίως τη διετία 2007-2008, εκτροχιάσθηκε το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με υποχρεώσεις 3 δισ. το μήνα για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των δανειστών της (βλ. Τράπεζα της Ελλάδος, Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, 2010, σελ. 82).
Παρά όμως την de facto χρεοκοπία, η Ελλάδα δεν προχώρησε στη συνταγματική κατοχύρωση ενός άκαμπτου φρένου χρέους, όταν το 2011, με την προτροπή της Γερμανίας, άνοιξε η δημόσια συζήτηση για τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας ρύθμισης για όλες τις χώρες της Ευρώπης.
Απλά, σε εθνικό επίπεδο, η πρόθεση για αυστηρότερη εποπτεία των δημοσιονομικών κανόνων, καλύφθηκε με το νόμο 4270/2014 με τη σύσταση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), επιφορτισμένου με την παρακολούθηση, την εφαρμογή και τον έλεγχο της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Έκτοτε για να εγκριθεί ο προϋπολογισμός του κράτους από τη Βουλή των Ελλήνων πρέπει να συνοδεύεται και από την θετική γνωμοδότηση του ΕΔΣ.
Τώρα, 15 χρόνια αργότερα και παρά την έμπρακτα συνετή δημοσιονομική διαχείριση που ασκήθηκε κατά τη διάρκεια αλλά και μετά το πέρας των μνημονίων το 2018, η κυβέρνηση επανέρχεται με μια αρχικά αόριστη πρόταση, για ενσωμάτωση στο Σύνταγμα της Ελλάδος μία πρόνοια, η οποία θα διασφαλίζει «μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ξανά στον λαϊκισμό και σε ανεκπλήρωτες κομματικές υποσχέσεις που οδήγησαν σε ολέθριες συνέπειες στο παρελθόν».
Καταρχάς, επειδή το θέμα είναι πολύ σοβαρό και για να τελεσφορήσει χρειάζεται τη συναίνεση ευρύτερων πολιτικών δυνάμεων, είναι σκόπιμο, η συζήτηση να μην διολισθαίνει σε ανταλλαγές μικροπολιτικών κατηγοριών περί υπευθύνων και ανεύθυνων και να επικεντρωθούμε στην ουσία της προτεινόμενης ρύθμισης, η οποία περιέχεται στην φράση «μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία».
Χωρίς να αναφέρονται λεπτομέρειες, αφήνεται να εννοηθεί ότι, πρόκειται για μια πρόθεση εγκατάστασης ενός οριζόντιου δημοσιονομικού κόφτη γερμανικής έμπνευσης (Schuldenbremse), αγνοώντας τις μέχρι τώρα εμπειρίες από χώρες που ακολούθησαν αυτήν την οδό και τώρα επιλέγουν να κινηθούν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
Ήδη, στη Γερμανία σημαντικοί θεσμοί, όπως η Κεντρική Τράπεζα (Bundesbank) από τις αρχές του 2024 καθώς και το Οικονομικό Συμβούλιο των Πέντε Σοφών στην έκθεσή του για την οικονομία το ίδιο έτος, με συντηρητική διαδρομή στις θέσεις τους, έχουν αλλάξει άποψη και υποστηρίζουν ανοιχτά τη χαλάρωση του κόφτη.
Άλλωστε γενικότερα, η προσπάθεια για βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας των οικονομιών απαιτεί τη μείωση της γραφειοκρατίας αλλά και κάποιων άχρηστων αγκυλώσεων ρυθμιστικού χαρακτήρα. Αυτή τη στιγμή λοιπόν, θεωρούμε, ότι η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να πειραματίζεται με μια πρόταση που κατά την άποψή μας είναι άκαιρη, άστοχη και βλαβερή για την οικονομία μας και θα πρέπει να επανεξεταστεί.
Γιατί είναι άκαιρη: Έρχεται σε μια περίοδο που το θέμα έχει ήδη θεσμικά αντιμετωπιστεί με καλά αποτελέσματα. Το περιβάλλον που αναπτύχθηκε η σχετική συζήτηση για το δημοσιονομικό κόφτη, μετά το 2008, χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη αύξηση του δημόσιου χρέους των περισσότερων χωρών, σε συνδυασμό με την επιμήκυνση του ενεργητικού των Κεντρικών Τραπεζών. Ταυτόχρονα, άρχισε και η αναζήτηση, σχεδιασμός, ανάπτυξη αλλά και χρήση νέων εργαλείων αντιμετώπισης των θεμάτων της υπερχρέωσης.
Έτσι, σε ότι αφορά την Ευρώπη, έχουμε τις δημοσιονομικές ρυθμίσεις του Δημοσιονομικού Συμφώνου (2012), το οποίο δεσμεύει τις χώρες στην επιδίωξη ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, ενώ δεν επιτρέπει ο νέος δανεισμός να υπερβαίνει το 0,5%.
Επιπρόσθετα, το νέο αναμορφωμένο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης του 2024, έγινε πιο ευέλικτο, αφού η δημοσιονομική πειθαρχία διασφαλίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες εξυπηρετησιμότητας του χρέους κάθε χώρας, με την κατάθεση και έγκριση τετραετών προγραμμάτων, τα οποία λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στον οικονομικό τους κύκλο ξεχωριστά.
Στα προγράμματα κυριαρχεί η δέσμευση στους συμφωνημένους στόχους για το ποσοστό αύξησης των δαπανών, ανάλογα με τις δανειακές υποχρεώσεις κάθε χώρας, ενώ όταν προκύπτουν πλεονάσματα κατά τη διάρκεια της οικονομικής ανόδου θα πρέπει να συγκεντρώνονται σε ένα Ταμείο Αποθεματικού για να χρησιμοποιηθούν κατά την περίοδο της καθόδου προς τόνωση της οικονομίας. Προσφέρεται δηλαδή στην ουσία ένα περιορισμένο μεν, αλλά χρήσιμο εργαλείο, για άσκηση αντικυκλικής οικονομικής πολιτικής κευνσιανής έμπνευσης.
Άστοχη, διότι στην προσπάθειά της η κυβέρνηση να αποδείξει, ότι παρά την πιστή εφαρμογή, πιστεύει στη δημοσιονομική πειθαρχία, είναι πιθανό να υπερθεματίσει σε δεσμεύσεις, οι οποίες θα δημιουργούν πρόβλημα στη συνέχεια, όταν βρεθεί μπροστά σε αντιθέσεις σε σχέση με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της.
Αυτό ακριβώς συνέβη και με την περίπτωση της Γερμανίας, όπου το συνταγματικό φρένο χρέους “Schuldenbremse”, ήταν αδύνατο να παρακαμφθεί χωρίς πολύπλοκες κοινοβουλευτικές διαδικασίες καθώς και τη δαμόκλειο σπάθη του Συνταγματικού Δικαστηρίου της χώρας.
Έτσι, η χώρα αδυνατούσε για χρόνια να χρησιμοποιήσει γνωστά εργαλεία άσκησης οικονομικής πολιτικής, ώστε και την ανταγωνιστικότητά της να βελτιώσει με τις αναγκαίες προσαρμογές αλλά και μερίδια αγοράς στο διεθνές εμπόριο να συντηρήσει ή ακόμη και να τα διευρύνει.
Ας σημειωθεί, ότι μόνο τα τελευταία 6 χρόνια με τις αλλεπάλληλες κρίσεις, η αδυναμία αποτελεσματικής αντίδρασης, και η εμμονή στην πιστή τήρηση των δεσμεύσεων του συνταγματικού φρένου χρέους έχει κοστίσει στη χώρα σε απώλεια Εθνικού Εισοδήματος, πάνω από ένα τρισεκατομμύριο ευρώ! (Institut der deutschen Wirtschaft).
Ζημιογόνος, όχι μόνο επειδή αποδεδειγμένα πλέον η Γερμανία έχει πληρώσει πολύ ακριβά με το μειωμένο Εθνικό Εισόδημα, αλλά και με την υστέρηση σε πολλούς σημαντικούς τομείς , όπως οι υποδομές, η ψηφιακή μετάβαση, η ασφάλεια της χώρας, η απανθρακοποίηση και η τεχνολογική προσαρμογή, ακόμη και στον προνομιακό κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας με την καθυστερημένη είσοδο στην ηλεκτροκίνηση.
Ο «ζουρλομανδύας» όπως αποκαλείται το φρένο χρέους, από τους πολέμιους της ρύθμισης Γερμανούς οικονομολόγους, είναι τόσο ισχυρός, λόγω της περιβολής με συνταγματικό μανδύα, ώστε οι τελευταίες δύο κυβερνήσεις να προσπαθήσουν να χαλαρώσουν τις σκληρές και ανελαστικές δεσμεύσεις χωρίς επιτυχία.
Η μία αναγκάστηκε να παραιτηθεί, ενώ η σημερινή με νομικές ακροβασίες προσπαθεί να παρακάμψει τις αποφάσεις του συνταγματικού δικαστηρίου, ώστε να αυξήσει τις δαπάνες κυρίως για τη βελτίωση των απαρχαιωμένων υποδομών της χώρας και την άμυνα.
Είναι δε απορίας άξιο, πως η κυβέρνησή μας παρότι δεν διαθέτουμε συνταγματικό δικαστήριο, το οποίο είναι απαραίτητο για να λύνει τις όποιες διαφορές, ενστάσεις ή προσφυγές προκύψουν από αυξημένες δαπάνες, χωρίς καμία πίεση από εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι δείχνουν πλέον να είναι ικανοποιημένοι από τη δημοσιονομική διαχείριση, είναι έτοιμη να βάλλει τη χώρα σε μια περιπέτεια, όπου, εκείνες που το έκαναν στο παρελθόν προσπαθούν τώρα να απεγκλωβιστούν.
Άλλωστε, όλες οι μεγάλες κρίσεις των τελευταίων δεκαπέντε ετών, όπως η μεγάλη παγκόσμια χρηματοπιστωτική, η χρεοκοπία αρκετών τραπεζών, η πρωτόγνωρη θανατηφόρος πανδημία καθώς και η ενεργειακή κρίση, αντιμετωπίσθηκαν με κρατική παρέμβαση, η οποία ήταν εφικτή μόνο με την αύξηση του δημοσίου δανεισμού των χωρών. Αν δεν είχε συμβεί αυτό η παγκόσμια κοινωνία σήμερα θα παρουσίαζε μια καταστρεπτική εικόνα σε όλους τους τομείς.
Συνεπώς, ακριβώς ζώντας σε μια εποχή, όπου από τη μια στιγμή στην άλλη μπορούν να προκύψουν σημαντικές για την πορεία της χώρας αλλαγές, είναι αναγκαία η διατήρηση ευέλικτων μηχανισμών, που να είναι σε θέση να επαναφέρουν την απαιτούμενη ισορροπία, όταν χρειαστεί.
Συνελόντι ειπείν, όπως προκύπτει από εμπειρικές μελέτες, η παρουσία του «φρένου χρέους» αντί να προστατεύει τους πολίτες από την αλόγιστη χρήση του δημόσιου δανεισμού, οδηγεί σε αύξηση του επενδυτικού κενού και στην οικονομική στασιμότητα, το ζητούμενο δε είναι η καθιέρωση ενός μηχανισμού, ο οποίος αφενός να διασφαλίζει τη δημοσιονομική σταθερότητα και αφετέρου να μην εμποδίζει την άσκηση ευέλικτης ρυθμιστικής δημοσιονομικής πολιτικής καθώς και την ανάπτυξη, η οποία προκύπτει με τη διευκόλυνση μέσω δανεισμού των παραγωγικών επενδύσεων.
Είναι αυτονόητο ότι οι δημόσιες επενδύσεις θα πρέπει υποχρεωτικά να αξιοποιούνται με στόχο την αύξηση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, η οποία ως συνοδευτικό αποτέλεσμα παράγει και τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενιών, αφού η αποπληρωμή των χρεών στο μέλλον θα διευκολύνεται από το υψηλότερο εθνικό εισόδημα που προέκυψε από τις επενδύσεις.
* Καθηγητής Οικονομικών, τ. πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












