Skip to main content

Γερμανία: Περιμένοντας την ανάπτυξη

REUTERS/Lisi Niesner/File Photo

Μια σειρά από κινδύνους και καθυστερημένες μεταρρυθμίσεις, εμποδίζουν την οικονομία να ανακάμψει

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Η γερμανική οικονομία παραπαίει και το χειρότερο είναι, ότι παρά τις προσπάθειες και της νέας κυβέρνησης του μεγάλου συνασπισμού (CDU/SPD), η κατάσταση δε λέει να βελτιωθεί.

Μετά από δυο χρόνια ύφεσης και συρρίκνωσης της οικονομίας κατά 0,9 % το 2023 και 0,5% το 2024, ακόμη και το τρέχον έτος φαίνεται να κινδυνεύουν να μην επαληθευτούν οι κοινές προβλέψεις των πέντε μεγαλύτερων μακροοικονομικών ινστιτούτων της χώρας για έστω μια ισχνή ανάκαμψη του ΑΕΠ της τάξεως του 0,2%. Μια σειρά από κινδύνους και καθυστερημένες μεταρρυθμίσεις, εμποδίζουν την οικονομία να ανακάμψει, φέρνοντας τις προβλέψεις της Κεντρικής Τράπεζας (Bundesbank) καθώς και του Συμβουλίου των Σοφών (SVR) πιο κοντά στην επαλήθευση του 0,0% που αναφέρουν στις εκθέσεις τους. Προβληματική βιομηχανία, επενδυτική καχεξία και  απώλειες εξαγωγικών προορισμών, δείχνουν, ότι η πολυπόθητη ανάκαμψη μετατοπίζεται τελικά για το επόμενο έτος, όπου όλοι, συμπεριλαμβανομένων και των διεθνών οργανισμών ΔΝΤ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προβλέπουν ανάπτυξη περί το 1,3%.

Διαρθρωτικό και όχι συγκυριακό το πρόβλημα

Η κατάσταση στη Γερμανία, αν επιχειρούσε κανείς να παρουσιάσει απλά τη μεγάλη της εικόνα, έχει ως εξής: Υπάρχει διάχυτη μια έρπουσα απαισιοδοξία, τόσο στον επιχειρηματικό κόσμο, όσο και στα νοικοκυριά. Το επιχειρηματικό κλίμα χειροτερεύει διαρκώς, οι παραγγελίες μειώνονται, η αβεβαιότητα διογκώνεται, οι επενδύσεις αναβάλλονται και το χειρότερο πολλοί αποδημούν ή σκέφτονται να επενδύσουν και να μεταφέρουν την παραγωγή τους σε άλλους προορισμούς όπως στην Ασία και κυρίως στις ΗΠΑ. Η Γερμανία εξασθενεί ως τόπος προορισμού και εγκατάστασης επιχειρήσεων, το Made in Germany ξεθωριάζει.

Επίσης, στα νοικοκυριά επικρατεί παρόμοιο κλίμα αβεβαιότητας, όχι μόνο για καθαρά οικονομικούς λόγους, αλλά και επειδή το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν τα φιλοπόλεμα δημοσιεύματα και οι τοποθετήσεις πολιτικών, που προξενούν φόβο και ανασφάλεια. Έτσι, μειώνουν ή αναβάλλουν τις αγορές τους, ενώ αυξάνεται η ροπή τους προς αποταμίευση, με αποτέλεσμα να μειώνεται η ενεργός ζήτηση του ιδιωτικού τομέα  με τις ευεργετικές της επιδράσεις στην τόνωση της εσωτερικής αγοράς.

Η Γερμανία αναπτύχθηκε τις δύο πρώτες δεκαετίες του νέου αιώνα συνολικά κατά 25%, στηριζόμενη κατά την πρώτη δεκαετία κυρίως στις δυναμικές επιδόσεις του εξαγωγικού της τομέα, κάτι που συνέβαλε βέβαια στη δημιουργία ελλειμμάτων στα ισοζύγια πληρωμών στις αδύναμες χώρες του Νότου με τις γνωστές συνέπειες, ενώ στην επόμενη δεκαετία, μετά τη χρηματοοικονομική κρίση, βελτιώθηκε η συμμετοχή της εσωτερικής αγοράς και αποκαταστάθηκαν μερικώς οι ισορροπίες.

Από το 2017, με ισχνή ανάπτυξη 1%, η οικονομία άρχισε να παίρνει την κατιούσα, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να είναι η μοναδική χώρα μεταξύ των 20 μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κρατών που η οικονομία της συρρικνώνεται. Η βιομηχανία της, που με τις επιδόσεις της κατέστησε τη γερμανική οικονομία τη μεγαλύτερη με διαφορά της Ευρώπης αλλά και την τρίτη δύναμη στον κόσμο, παραπαίει. Χάνει συνεχώς μερίδια από τις παραδοσιακές της αγορές, ακόμα και μέσα στην ίδια της τη χώρα. Για παράδειγμα στην αυτοκινητοβιομηχανία, που αποτέλεσε μεταπολεμικά τη σταθερή λοκομοτίβα για την ανάπτυξη της οικονομίας και τη διαρκή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού της, παρατηρείται μια συνεχής μείωση της συνολικής της παραγωγής, συρρικνώνεται η απασχόληση με απολύσεις, ενώ σε ειδικούς τομείς, όπως στην ηλεκτροκίνηση των αυτοκινήτων, ξένες μάρκες, κυρίως ασιατικές, όπως και η αμερικανική TESLA, διεκδικούν όλο και μεγαλύτερα μερίδια στην εσωτερική της αγορά. Το ίδιο συμβαίνει και στην αγορά κατασκευής μηχανών και ηλεκτροτεχνικών μηχανημάτων και συσκευών. Τομείς, όπου η Γερμανία παραδοσιακά ασκούσε πρωταθλητισμό, τώρα παρουσιάζουν εικόνα παρακμής, βλέποντας τις παραγγελίες να αραιώνουν και τη ζήτηση, κυρίως από το εξωτερικό να μειώνεται, αλλά και στο εσωτερικό λόγω της συγκρατημένης επενδυτικής δραστηριότητας. Τι έχει αλλάξει λοιπόν και η γερμανική οικονομία δυσκολεύεται να καταγράψει αξίες, οι οποίες είναι σημαντικές όχι μόνο για τη χώρα, αλλά και για όλη την Ευρώπη και το νόμισμά της;

Προέχει η συγκράτηση της αποβιομηχάνισης

Όλα δείχνουν, ότι η χώρα έχει εισέλθει σε διαδικασία αποβιομηχάνισης. Η βιομηχανική παραγωγή έχει μειωθεί μεταξύ του 2022 και του 2025 κατά 7,5%, κάτι που συνεπάγεται μια αντίστοιχη μείωση της απασχόλησης στον τομέα καθώς και τον περιορισμό της συμβολής του στο σχηματισμό του Εθνικού της Εισοδήματος. Η εξέλιξη αυτή φανερώνει, ότι η οικονομία της χώρας έχει πρόβλημα με το παραδοσιακό οικονομικό της μοντέλο ενώ αναζητά τη λύση στη στήριξη των υπηρεσιών του τριτογενούς τομέα και στην αποδοχή της συρρίκνωσης του δευτερογενούς, αλλά σε ανταγωνιστικότερη βάση.

Οι αιτίες που οδήγησαν στα προβλήματα της βιομηχανίας είναι πολλές. Ξεκινώντας από τις επιδράσεις της παγκοσμιοποίησης, τις τεχνολογικές εξελίξεις, τις αλλαγές στις προτιμήσεις των καταναλωτών, την αναδιάρθρωση της παραγωγής, τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες πρώτων υλών και εξαρτημάτων για την τελική παραγωγή στη χώρα, όπως επίσης και την υστέρηση στον εκσυγχρονισμό των υποδομών, λόγω της εμμονής της στην πολιτική των μηδενικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Ειδικότερα, η αύξηση του ενεργειακού κόστους μετά την έναρξη του Ρώσο-Ουκρανικού πολέμου, της αμφισβητούμενης αποτελεσματικότητας πολιτικής απανθρακοποίησης καθώς και της υστέρησης στην προσαρμογή στα νέα δεδομένα της ψηφιακής μετάβασης, επίδρασαν αρνητικά στην ανταγωνιστικότητα σημαντικών βιομηχανικών κλάδων, κυρίως ενεργοβόρων, όπως η χημική βιομηχανία και εκείνη της επεξεργασίας μετάλλων. Αποτέλεσμα να μειώνονται οι εξαγωγές  προς όφελος των ανταγωνιστών τους, οι οποίοι παράγουν  στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής με χαμηλότερο ενεργειακό κόστος ή στην Κίνα με κρυφές κρατικές ενισχύσεις.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, όχι τόσο σε ότι αφορά  στην αντιστροφή αλλά στη συγκράτηση στο σημερινό επίπεδο του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, απαιτούνται συγκεκριμένα μέτρα, που θα επιδράσουν ως αντίρροπες δυνάμεις στη συρρίκνωση. Αρχικά, το αίτημα του Συνδέσμου Γερμανικών Βιομηχάνων για μείωση του ενεργειακού κόστους, έπρεπε να έχει ήδη ικανοποιηθεί χθες. Οι προσπάθειες του πρώην υπουργού ανάπτυξης Habeck, έπεσαν στο κενό, δαιμονοποιώντας την πρόταση για πακέτο στήριξης  με 100 δις από τη συντηρητική τότε αντιπολίτευση ως «στροφή προς την Σχεδιασμένη  Οικονομία»! Τώρα, ως δια μαγείας, οι ενστάσεις ξεχάστηκαν και η κυβέρνηση του κ. Merz είναι έτοιμη να παράσχει την αναγκαία στήριξη προς τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Η διαφορά βέβαια με την πρόταση της προηγούμενης κυβέρνησης έγκειται στην πηγή από την οποία θα αντληθούν οι πόροι. Η απελθούσα κυβέρνηση σχεδίαζε την επιβολή έκτακτης εισφοράς στα υπερκέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ η σημερινή μέσω κρατικού δανεισμού. Σε κάθε περίπτωση πάντως πρόκειται για ένα θετικό μέτρο, το οποίο θα συμβάλλει στον περιορισμό της μεταφοράς παραγωγικών μονάδων εκτός χώρας.

Επίσης, είναι αναγκαία η ενίσχυση κάθε προσπάθειας εκσυγχρονισμού με επενδύσεις στην καινοτομία και τις τεχνολογίες του μέλλοντος. Ιδιαίτερα, η προώθηση του αυτοματισμού και της ψηφιοποίησης, οι οποίες καθιστούν τη βιομηχανική παραγωγή αποδοτικότερη, παρότι μειώνουν τη συμμετοχή της ανθρώπινης εργασίας, θεωρείται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, που πάσχει αυτή τη στιγμή η γερμανική οικονομία (πτώση κατά 0,3% το 2024), εκ των ουκ άνευ.

Ολοταχώς στροφή προς τις υπηρεσίες (Tertiarization)

Ήταν συνεπώς αναπόφευκτο, ότι η χώρα θα στραφεί προς τις υπηρεσίες, ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις των διαρθρωτικών αλλαγών που απαιτεί η προσαρμογή σε ένα μοντέλο, όπου η βιομηχανία χάνει συνεχώς έδαφος ενώ οι υπηρεσίες κερδίζουν σε σπουδαιότητα. Αυτό προέκυψε από τη συνεχώς διογκουμένη ζήτηση για υπηρεσίες της νέας εποχής. Οι καταναλωτικές προτιμήσεις του κοινού συνεπώς χαράσσουν την κατεύθυνση, η οποία οδηγεί σε συρρίκνωση τη βιομηχανική παραγωγή και αντίστοιχα στην επέκταση των υπηρεσιών,  όπως στους τομείς του εμπορίου, των χρηματοοικονομικών, των logistics, της γνώσης, της υγείας, της τεχνολογίας, του ψηφιακού κόσμου με προτεραιότητα στην Τεχνητή Νοημοσύνη κ.α.  Η μετατόπιση αυτή συνεπάγεται βεβαίως και τη συρρίκνωση του ανθρώπινου δυναμικού που απασχολείται στη βιομηχανία και τη σταδιακή μεταφορά τους στον τομέα των υπηρεσιών.

Η συγκεκριμένη διαδικασία βρίσκεται ήδη διεθνώς σε εξέλιξη. Αποτελεί βασική επιλογή των σύγχρονων οικονομιών, ενώ συνδυάζεται υποχρεωτικά με την ψηφιακή μετάβαση, η οποία παρέχει όλα τα εργαλεία που είναι αναγκαία για τη βελτίωση της παραγωγικότητας τόσο στον τομέα της μεταποίησης, όσο και των υπηρεσιών. Δυστυχώς όμως, στη Γερμανία τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας δεν έχουν ακόμη συνεισφέρει στο βαθμό που απαιτείται για μια οικονομία του μεγέθους της, που φιλοδοξεί να κατέχει πρωταγωνιστική θέση στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Η θέση που καταλαμβάνει στο νέο δείκτη «Bitcom-DESI» για το 2024, που μετρά το βαθμό ψηφιακής μετάβασης στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γερμανία κατατάσσεται μετά βίας στη 14η θέση. Μάλιστα, στον τομέα της ψηφιακής Διοίκησης βρίσκεται στην 21η, πολύ μακριά από το μέσο όρο των χωρών. Αυτό σημαίνει, ότι κράτος, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, είτε πρόκειται για υποδομές, είτε για την χρήση τους, δεν είναι ακόμη σε θέση να  αξιοποιήσουν τις ευεργετικές επιδράσεις της ψηφιακής εποχής. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει και του νέου έτους και σε  αναμονή της επίδρασης στα μακροοικονομικά  μεγέθη των  αυξημένων κρατικών δαπανών για τη βελτίωση των υποδομών και την άμυνα, περί τα 600 δις Ευρώ, θα φανεί αν η επίδρασή τους θα είναι συγκυριακή ή θα έχει και ευεργετικά διαρθρωτικά αποτελέσματα, που είναι και το ζητούμενο.

* Καθηγητής Οικονομικών, τ. Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.