«Χαρτί και μολύβι» έχουν πάρει οι ακτοπλοϊκές εταιρείες στην Ακτή Μιαούλη, σβήνοντας και ξαναγράφοντας τιμές και κόστη, καθώς η εκρηκτική άνοδος τιμών στα ναυτιλιακά καύσιμα, μετά την κλιμάκωση της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή, προκαλεί έντονη οικονομική πίεση στα πλοία της ακτοπλοΐας.
Στελέχη του κλάδου επανυπολογίζουν καθημερινά τα οικονομικά δεδομένα, σε μια προσπάθεια να απορροφηθεί το επιπλέον κόστος και να αποφευχθεί η μετακύλισή του στους επιβάτες, μέσω αυξήσεων στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Ν», εντός της εβδομάδας αναμένεται να υπάρξει νέα ευρεία σύσκεψη, με τη συμμετοχή των συναρμόδιων υπουργείων Οικονομικών και Ναυτιλίας, ώστε να εξεταστούν τρόποι αντιμετώπισης της επιβάρυνσης στο κόστος λειτουργίας των πλοίων, ενώ οι βασικές επιλογές που βρίσκονται στο επίκεντρο των συζητήσεων είναι τρεις.
Πάντως, όποια τελική απόφαση και αν ληφθεί, αυτή θα είναι μόνο σε επίπεδο πρωθυπουργού.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, μιλώντας σε συνέδριο στην Κρήτη, σημείωσε ότι η κυβέρνηση βρίσκεται ήδη σε συζητήσεις με τις ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις για τις επιπτώσεις από την αύξηση των καυσίμων στις τιμές των εισιτηρίων.
Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι πέρυσι εφαρμόστηκε μείωση κατά 50% στα λιμενικά τέλη, γεγονός που συνέβαλε ώστε να μην υπάρξουν αυξήσεις στα εισιτήρια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καταγραφούν ακόμη και μειώσεις.
Ποια μέτρα εξετάζονται
Σύμφωνα με πληροφορίες που συγκέντρωσε η «Ν», τρία είναι τα επικρατέστερα μέτρα που έχουν μπει στο τραπέζι, για να συγκρατηθεί το λειτουργικό κόστος των πλοίων της ακτοπλοΐας.
Η πρώτη πρόταση αφορά τη μείωση των λιμενικών τελών έως και κατά 50%, μέτρο που είχε εφαρμοστεί και την περασμένη χρονιά.
Η δεύτερη, να υπάρξει κρατική επιδότηση στις υποχρεωτικές εκπτώσεις που παρέχονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.
Και η τρίτη, να προχωρήσει σε μείωση του ΦΠΑ στα εισιτήρια των οχημάτων από το 24% στο 13%, ώστε να εξισωθεί με τον συντελεστή που ισχύει για τους επιβάτες.
Πάντως η τελική απόφαση δεν αποκλείεται να αφορά έναν συνδυασμό και των τριών.
Από πλευράς ακτοπλοϊκών εταιρειών, έχει τεθεί επίσης και το αίτημα για άμεση ενεργοποίηση της ρήτρας καυσίμου στις άγονες γραμμές, αντί να εφαρμόζεται στο τέλος κάθε έτους, όπως προβλέπεται σήμερα.
Σημειώνεται ότι η ρήτρα καυσίμου στις επιδοτούμενες ακτοπλοϊκές γραμμές ενεργοποιείται συνήθως στο τέλος του έτους, όταν γίνεται η εκκαθάριση των συμβάσεων δημόσιας υπηρεσίας μεταξύ κράτους και ακτοπλοϊκών εταιρειών.
Τότε συγκρίνεται η τιμή αναφοράς των καυσίμων με τις πραγματικές τιμές της αγοράς και, εφόσον υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις, ενεργοποιείται η ρήτρα για την κάλυψη μέρους του αυξημένου λειτουργικού κόστους.
Ο Γιώργος Ξηραδάκης, πρόεδρος της Ένωσης Τραπεζικών & Χρηματοοικονομικών Στελεχών
Ελληνικής Ναυτιλίας, μιλώντας στη «Ν», σημείωσε ότι η κυβέρνηση θα μπορούσε, σε συνεννόηση με τις εταιρείες των διυλιστηρίων και για όσο διάστημα διαρκεί η κρίση, να εξετάσει ένα πλαίσιο προμήθειας φθηνότερων καυσίμων για την ακτοπλοΐα.
Πρόσθεσε ότι, ακόμη και αν επαναληφθεί η μείωση των λιμενικών τελών κατά 50%, η επίδραση τόσο στο κόστος καυσίμου όσο και στην τελική τιμή των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων θα είναι περιορισμένη.
«Φωτιά» στις τιμές
Πάντως, οι τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων έχουν πάρει ήδη την ανιούσα, αποτυπώνοντας το
μέγεθος της πίεσης που δέχεται ο κλάδος.
Πηγές της ακτοπλοϊκής αγοράς ανέφεραν στη «Ν» ότι η τιμή αγοράς του ναυτιλιακού καυσίμου Marine Gas Oil (MGO), που αποτελεί το βασικό καύσιμο για τα πλοία της ακτοπλοΐας λόγω χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο, έκλεισε στο τέλος της περασμένης εβδομάδας στα 1.000,48 ευρώ ανά τόνο, σημειώνοντας αύξηση 56% από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, όταν ξεκίνησε η ένταση στη Μέση Ανατολή.
Σε σχέση με την 1η Φεβρουαρίου, η άνοδος αυτή φθάνει το 60%, ενώ σε σύγκριση με τα τέλη του 2025 αγγίζει σχεδόν το 80%.
Στα 860 ευρώ ανά τόνο η τιμή του MGO
Στις 6 Μαρτίου, η τιμή του Marine Gas Oil διαμορφώθηκε στα 860 ευρώ ανά τόνο, καταγράφοντας αύξηση 28,1% σε σύγκριση με τις 27 Φεβρουαρίου, όταν διαπραγματευόταν στα 671 ευρώ.
Σε σχέση δε με τις 31 Δεκεμβρίου 2025, όταν η τιμή του συγκεκριμένου καυσίμου βρισκόταν στα 570 ευρώ ανά τόνο, η άνοδος αυτή έφθανε στο 50,9%.
Σημειώνεται ότι, αυτή τη στιγμή, ένα πλοίο στη γραμμή Πειραιάς – Ηράκλειο καταναλώνει περίπου 40 τόνους καυσίμου στο ταξίδι προς την Κρήτη και άλλους 40 στην επιστροφή, ενώ ένα δρομολόγιο Πειραιάς – Σαντορίνη απαιτεί περίπου 75 τόνους καυσίμου για το πήγαινε – έλα.
Με δεδομένο ότι το σύνολο της ελληνικής ακτοπλοΐας καταναλώνει κατά μέσο όρο περίπου 30.000 τόνους ναυτιλιακών καυσίμων τον μήνα, οι πρώτες εκτιμήσεις της αγοράς κάνουν λόγο για επιπλέον επιβάρυνση της τάξης των 15 έως 20 εκατ. ευρώ μόνο για τον Μάρτιο του 2026.
Πάντως, σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής έντασης, το μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση και τις ακτοπλοϊκές εταιρείες είναι να απορροφηθεί το σοκ των καυσίμων, χωρίς να επιβαρυνθεί ο επιβάτης και η νησιωτική οικονομία.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












