© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Το Χόλυγουντ προσπαθεί ακόμα να βρει τον τρόπο να μας ξαναβάλει στις αίθουσες μαζικά, και επενδύει στο «Αποστολή Χαίρε Μαρία», μια μελωμένη ιστορία επιστημονικής φαντασίας που σε συνεπαίρνει, έστω κι αν προσπαθεί πάρα πολύ, αναζητώντας διαρκώς μια ισορροπία ανάμεσα στη διαστημική δράση και στο ανθρώπινο συναίσθημα – με τον Ράιαν Γκόσλινγκ να ξυπνά μόνος του σε ένα διαστημόπλοιο χωρίς μνήμη όπου και σταδιακά θα ανακαλύψει πως βρίσκεται σε μια αποστολή για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Ευτυχώς, δεν είναι όλα στον αυτόματο πιλότο – και η επιλογή μιας όχι-και-τόσο-γραμμικής αφήγησης ανεβάζει τον πήχη ενώ η φιλία του ήρωα μας με έναν εξωγήινο έρχεται να «στρογγυλέψει» το αγωνιώδες κόνσεπτ.
Αν είχε και τρία φινάλε λιγότερα η ταινία, μπορεί και να μας κέρδιζε περισσότερο, αν και δεν ξεχνά ποτέ να μας υπενθυμίζει τι να αισθανθούμε. Είπαμε, βρισκόμαστε σε περίοδο επανεκπαίδευσης του κοινού. Πάντως, ο Γκόσλινγκ αποδεικνύει για άλλη μια φορά την κλάση του – υπάρχει και εδώ αυτή η αυτοσαρκαστική υποψία στην ερμηνεία του, που καθιστά αμέσως συμπαθή τον ήρωα του. Είναι μεγάλος τεχνίτης και μας στεναχωρεί που δεν έχει δοκιμαστεί σε κάτι απαιτητικό τελευταία.

Η «Τελευταία κλήση» βασίζεται στη γνωστή υπόθεση του Ρουμάνου εγκληματία Σορίν Ματέι που συγκλόνισε την Ελλάδα προ δεκαετιών, και η φιλμική αναπαράσταση της πετά στο προσκήνιο ολίγη από δημοσιογραφικό θρίλερ με μια φέτα συνωμοσιολογίας (εδώ ενδέχεται να «ψαρώσει» μια μερίδα του κοινού – αν και οι υποπλοκές αυτές δεν έχουν καμία σχέση με την υπόθεση, που την γνωρίζουμε καλά. Σκηνοθετικά υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές, ενώ δεν απουσιάζουν και οι καλές ερμηνείες (ο Ορφέας Αυγουστίδης σηκώνει επάξια το βάρος του κεντρικού ρόλου, ο Δημήτρης Λάλος ενσαρκώνει τον αστυνομικό που ερευνά την υπόθεση με το γνωστό του, απέριττο στυλ, η Ρένια Λουιζίδου). Όμως, οι διάλογοι είναι συχνά αδόκιμοι (η θεατρική εκφορά κάποιων ηθοποιών δε βοηθάει) και η γενικότερη αίσθηση είναι αυτή ενός θεάματος εντέχνως φωταγωγημένου αλλά κάπως «δευτέρας» κατηγορίας.

Μένοντας στο ελληνικό σινεμά, η αισθητική έχει τον πρώτο λόγο στο «Τόμος 7», μια φιλόδοξη απόπειρα στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Κάπου το μακρινό μέλλον, σε κάποιο «κτήριο-πόλη» που φέρνει τον αριθμό 7, ένας άντρας εμφανίζεται ξανά και ξανά, συναντώντας έρωτες περασμένους (και τωρινούς), ενώ σε δεύτερο χρόνο ξετυλίγεται μια αλληγορία πάνω στην επανάσταση και τη μνήμη. Ξεκάθαρες οι επιρροές των δημιουργών, και υπάρχουν αρετές σε αυτή την προσπάθεια όμως τα προβλήματα είναι πολλά: Οι διάλογοι ακούγονται λες και μεταφράστηκαν άτσαλα από κάποιο αγγλικό πρωτότυπο («Σημάνετε κόκκινο συναγερμό!» – μα είναι δυνατόν;) και η εντελώς επίπεδη μουσική υπόκρουση, που δε μοιάζει να γράφτηκε για να συνοδεύσει κάποια εξέλιξη στη δράση, «καλύπτει» κάθε δραματουργική ιδιαιτερότητα με το ίδιο, αδιάφορο χαλί.

Τέλος, μια βιογραφία παραδίδει η Ανιέσκα Χόλαντ με το «Φραντς Κάφκα» που υιοθετεί μια αποσπασματική δομή, στημένη με θραύσματα και αναμνήσεις, αποφεύγοντας δηλαδή μια απλή χρονολογική αναπαράσταση της ζωής του σπουδαίου συγγραφέα. Επιλογή που αντανακλά (κάπως απλοποιημένα, είναι η αλήθεια) το λογοτεχνικό ύφος του, με ολίγη ασάφεια και κάποιες δόσεις υπαρξιακής αγωνίας, καθώς η Χόλαντ φρεσκάρει τη σκοτεινή κινηματογραφική παλέτα της για να «πιάσει» κάτι από το υπαρξιακό βάρος της εποχής, εστιάζοντας στη πάλη του «ήρωα» μας που αναζητά μια ισορροπία ανάμεσα στην κοινωνική προσταγή, και την ανάγκη του για δημιουργία. Παρά όμως τις λοξές επιλογές, εξακολουθεί να μας θυμίζει ένα Ευρωπαϊκό Σινεμά περασμένων δεκαετιών, και γι’ αυτό ίσως να προκύπτει και η αίσθηση μιας ταινίας που αναζητά την πρωτοτυπία με κάπως παλαιωμένα εργαλεία.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












