Από την επιλογή του προσωπικού και την αξιολόγηση της απόδοσης έως την επιτήρηση και τις απολύσεις, η Τεχνητή Νοημοσύνη διεισδύει σταδιακά σε κρίσιμες λειτουργίες της εργασιακής ζωής.
Το ερώτημα δεν περιορίζεται στις θέσεις εργασίας που ενδέχεται να χαθούν, αλλά επεκτείνεται στις εξουσίες που θα εκχωρηθούν στους αλγορίθμους και στις εγγυήσεις που θα συνοδεύουν τη χρήση τους. Ωστόσο, το μέλλον που θα διαμορφώσει η ΤΝ δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Αποτελεί ανθρώπινη, κοινωνική και πολιτική επιλογή, όπως επισημαίνεται στη νέα μελέτη της διαΝΕΟσις με τίτλο «[Πώς] μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να είναι ηθική και σύννομη;».
Η μελέτη απορρίπτει την εξέταση της ΤΝ με όρους καλού ή κακού, καθώς και μια συζήτηση που κινείται ανάμεσα στην απεριόριστη αισιοδοξία και στην αντιμετώπισή της ως ενός σύγχρονου «κουτιού της Πανδώρας». Το βάρος μεταφέρεται στις συγκεκριμένες επιπτώσεις κάθε εφαρμογής και στην κατεύθυνση προς την οποία οδηγείται η κοινωνία από την υιοθέτηση αυτών των τεχνολογιών.
Όπου διακυβεύονται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η αυτονομία, η ανθρώπινη αυτενέργεια πρέπει, σύμφωνα με τη μελέτη, να διατηρείται και να προστατεύεται. Η ΤΝ οφείλει να ενισχύει τις δυνατότητες του ανθρώπου και όχι να υποκαθιστά την κρίση του σε ζητήματα θεμελιώδους σημασίας.
Παράλληλα, τίθεται η ανάγκη σύνδεσης της τεχνολογικής και οικονομικής ανάπτυξης με την προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των δικαιωμάτων ήδη από τον σχεδιασμό των συστημάτων. Η προσέγγιση αυτή περιγράφεται ως «δημοκρατία, κράτος δικαίου και ανθρώπινα δικαιώματα εκ σχεδιασμού» (by design).
Η μελέτη καλύπτει ένα ιδιαίτερα ευρύ πεδίο, από την ηθική και τη ρύθμιση της ΤΝ έως τις επιπτώσεις της στα θεμελιώδη δικαιώματα, στη δημοκρατία, στη δημόσια διοίκηση και στη Δικαιοσύνη. Εξετάζει ακόμη την εργασία, την επιστημονική έρευνα, τη δημιουργία και την πνευματική ιδιοκτησία, καθώς και την ευθύνη της Πολιτείας απέναντι στις νέες μορφές αλγοριθμικής διακυβέρνησης.
Από το ευρύ αυτό πεδίο, το παρόν ρεπορτάζ εστιάζει στο κεφάλαιο για την εργασία. Εκεί αναλύονται οι πιθανές απώλειες και η ανακατανομή θέσεων, η αλγοριθμική διοίκηση, η παρακολούθηση των εργαζομένων, η αξιολόγηση της απόδοσης, οι διακρίσεις και η ανάγκη ειδικότερων κανόνων προστασίας.
Τον συντονισμό της μελέτης είχε η Λίλιαν Μήτρου, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου, δικηγόρος και αντιπρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής. Στη διεπιστημονική ομάδα συμμετείχαν πανεπιστημιακοί, νομικοί και ερευνητές με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την ΤΝ, το δίκαιο, την κυβερνοασφάλεια, τη βιοηθική, την πληροφορική και τις κοινωνικές επιστήμες.
Από το «τέλος της εργασίας» στο «από μηχανής αφεντικό»
Tις συνέπειες της ΤΝ στην εργασία αναλύει ο Ηρακλής Βογιατζής, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Η πιθανότητα εκτοπισμού του ανθρώπου από την παραγωγική διαδικασία απασχολεί εδώ και δεκαετίες τον δημόσιο διάλογο. Η άνοδος της ΤΝ, ωστόσο, επανάφερε με μεγαλύτερη ένταση τους φόβους για το «τέλος της εργασίας».
Η συζήτηση, σύμφωνα με τη μελέτη, δεν εξαντλείται στο ερώτημα εάν η ΤΝ «θα μας πάρει τις δουλειές». Η αυτοματοποίηση μπορεί να περιορίσει την απασχόληση σε επαγγέλματα που βασίζονται σε σαφώς δομημένες και επαναλαμβανόμενες δραστηριότητες. Μπορεί, την ίδια στιγμή, να αυξήσει τις θέσεις σε τομείς όπου η τεχνολογία ενισχύει τα καθημερινά καθήκοντα των εργαζομένων.
Το βάρος πέφτει στις μετατοπίσεις που προκαλούνται στην αγορά εργασίας, τόσο στον αριθμό όσο και στο είδος των θέσεων. Η ΤΝ μπορεί να δυσχεράνει την πρόσβαση στην απασχόληση, να μειώσει ή να ανακατανείμει θέσεις και να αυξήσει την ένταση της εργασίας.
Ενδέχεται επίσης να περιορίσει την ανθρώπινη συμμετοχή σε αποφάσεις που αφορούν την πρόσληψη, την αξιολόγηση και την απόλυση.
Ο κ. Βογιατζής αναδεικνύει ως βασικό ζητούμενο την προστασία της εργασίας και τη διατήρηση της σημασίας της στην παραγωγική διαδικασία. Οι κίνδυνοι εκτοπισμού εργαζομένων, επηρεασμού ενός ευρέος φάσματος επαγγελμάτων και αύξησης της προσωρινής ανεργίας απαιτούν κοινωνικό διάλογο και πολιτικές που δεν θα περιορίζονται μόνο στην τεχνολογική διάσταση.
«Η καινοτομία δεν παράγεται σε θεσμικό, πολιτικό, κοινωνικοοικονομικό κενό», σημειώνεται στη μελέτη. Από τις πολιτικές που θα συνοδεύσουν την εξάπλωση της ΤΝ θα εξαρτηθεί αν το ψηφιακό, κοινωνικό και οικονομικό χάσμα θα περιοριστεί ή θα βαθύνει. «Η εργασία είναι μια πύλη εισόδου σε ένα ολόκληρο σύστημα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προστασίας και πρόνοιας», τονίζεται χαρακτηριστικά.
Το στοίχημα των δεξιοτήτων στην Ελλάδα
Στις επιπτώσεις του δομικού μετασχηματισμού της εργασίας στην Ελλάδα επικεντρώνεται η Κλειώ Σγουροπούλου, καθηγήτρια στο Τμήμα Μηχανικών Πληροφορικής και Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Στην ανάλυσή της, οι δεξιότητες αναδεικνύονται στην κρισιμότερη παράμετρο για την πορεία της χώρας στην οικονομία της ΤΝ.
Η ενσωμάτωση της τεχνολογίας δεν προσκρούει μόνο σε τεχνικά εμπόδια. Συνδέεται με βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες, μεταξύ των οποίων το δημογραφικό, το ψηφιακό χάσμα, οι ελλείψεις στις υποδομές δεδομένων και οι ηθικές και νομικές προκλήσεις. Χωρίς τις κατάλληλες παρεμβάσεις, μια αναπτυξιακή ευκαιρία μπορεί να εξελιχθεί σε παράγοντα κοινωνικής αποσταθεροποίησης.
«Η επιτυχία της ΤΝ θα κριθεί από την κοινωνική της νομιμοποίηση», επισημαίνει η κα. Σγουροπούλου. Εφόσον οι εργαζόμενοι την αντιληφθούν ως εργαλείο που τους απαλλάσσει από επαναλαμβανόμενες εργασίες, η υιοθέτησή της μπορεί να γίνει οργανικά. Καθοριστική θεωρείται, επομένως, η συμμετοχή τους στη διαδικασία του μετασχηματισμού και η προετοιμασία τους για τις νέες απαιτήσεις.
Όταν ο αλγόριθμος γίνεται προϊστάμενος
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αλγοριθμική διοίκηση του χώρου εργασίας, δηλαδή στην εκχώρηση στον αλγόριθμο λειτουργιών όπως η καθοδήγηση, η αξιολόγηση και η πειθαρχία. Σε ένα περιβάλλον όπου «κάθε ενέργεια, κίνηση ή κλικ παράγει δεδομένα», η δραστηριότητα των εργαζομένων μετατρέπεται σε μετρήσιμη πληροφορία, πάνω στην οποία μπορούν να στηρίζονται αυτοματοποιημένες αποφάσεις.
Η κωδικοποίηση της εργασιακής δραστηριότητας ενέχει τον κίνδυνο υπεραπλούστευσης της πραγματικής εργασίας και απόκρυψης δραστηριοτήτων που δεν αποτυπώνονται εύκολα σε δεδομένα. Το «από μηχανής αφεντικό» (boss ex machina), όπως αναφέρεται στη μελέτη, μπορεί να λειτουργεί με ακαμψία, χωρίς ενσυναίσθηση, κατανόηση ή συμπόνια.
Σοβαρό είναι και το ζήτημα των διακρίσεων. Συστήματα επιλογής και αξιολόγησης προσωπικού μπορούν να αναπαράγουν ιστορικές προκαταλήψεις εις βάρος γυναικών, μεγαλύτερων ηλικιακών ομάδων, ατόμων με αναπηρία ή ανθρώπων συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής ή γενετήσιου προσανατολισμού, αυτή τη φορά «με τη βούλα της τεχνολογίας». Η συνεχής συλλογή και επεξεργασία δεδομένων θέτει, παράλληλα, σε δοκιμασία την ιδιωτική ζωή των εργαζομένων.
Η Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence Act – AI Act) και η ευρωπαϊκή Οδηγία 2024/2831 για την εργασία μέσω ψηφιακών πλατφορμών προβλέπουν εγγυήσεις ενημέρωσης, διαφάνειας, λογοδοσίας, επεξήγησης των αποφάσεων, καθώς και ανθρώπινης παρέμβασης και διαμεσολάβησης.
Η μελέτη εκτιμά, ωστόσο, ότι η συζήτηση δεν έχει κλείσει. Θέτει την ανάγκη ειδικότερων κανόνων για τη χρήση της ΤΝ στους χώρους εργασίας, ουσιαστικής διαβούλευσης με τους εργαζομένους και αξιοποίησης των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των όρων εφαρμογής της.
Στους συντελεστές της μελέτης περιλαμβάνονται ακόμη ο ερευνητής επιστήμονας Τεχνητής Νοημοσύνης Γιάννης Ασσαέλ, ο κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας Δημήτρης Γραμμένος και ο ομότιμος καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Σέργιος Θεοδωρίδης.
Στην ομάδα συμμετέχουν η αναπληρώτρια καθηγήτρια Δικαίου Κυβερνοασφάλειας και Κυβερνοεγκλήματος στο Πανεπιστήμιο Τίλμπουρχ Ιρένε Καμάρα, ο αναπληρωτής καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο IE της Μαδρίτης Αντώνης Κουρουτάκης, ο γραμματέας της Ευρωπαϊκής Ομάδας Δεοντολογίας στις Επιστήμες και τις Νέες Τεχνολογίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μιχάλης Κρητικός και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου Δημήτρης-Φραγκίσκος Λέκκας.
Στους συντελεστές συγκαταλέγονται επίσης ο καθηγητής Νομικής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών Βαγγέλης Παπακωνσταντίνου, ο δικηγόρος και πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Δικαιοσύνης Παναγιώτης Περάκης, ο διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής Χαράλαμπος Τσέκερης, η καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Βιοηθικής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Σταυρούλα Τσινόρεμα και η διδάκτωρ Παιδείας στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Ψηφιακών Γραμματισμών Κατερίνα Χρυσανθοπούλου.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












