Τον Μάρτιο του 2024 η αρμόδια επιτροπή των Γεωεπιστημών πήρε μια οριστική απόφαση: το «Ανθρωπόκαινο» δεν εντάσσεται στη γεωχρονολογική κλίμακα ως επίσημη γεωλογική εποχή.
Η Υποεπιτροπή Στρωματογραφίας του Τεταρτογενούς απέρριψε, με ισχυρή πλειοψηφία, την πρόταση που η Ομάδα Εργασίας για το Ανθρωπόκαινο (Anthropocene Working Group, ΑWG), με τη συμβολή πολλών εκατοντάδων επιστημόνων είχε επεξεργαστεί επί δεκαπέντε χρόνια και η ετυμηγορία επικυρώθηκε λίγες ημέρες αργότερα από τη Διεθνή Ένωση Γεωλογικών Επιστημών, τον ανώτατο θεσμικό φορέα του κλάδου (Witze, 2024).
Για να κατανοήσουμε όμως πώς πήραν αυτήν την απόφαση οι πλέον ειδικοί του θέματος, θα πρέπει να ανατρέξουμε ιστορικά πολύ πίσω.
Η ιδέα ότι ο άνθρωπος έχει γίνει «γεωλογική δύναμη» δεν είναι καινούργια. Ήδη το 1873 ο Ιταλός γεωλόγος Antonio Stoppani έκανε λόγο για μια «νέα τελλουρική δύναμη» (una nuova forza tellurica), ισοδύναμη με τις μεγαλύτερες φυσικές δυνάμεις του πλανήτη.
Νωρίτερα, ο Γάλλος φυσιοδίφης Buffon είχε ήδη τοποθετήσει την εμφάνιση του ανθρώπου στην έβδομη και τελευταία «εποχή» της φυσικής ιστορίας του πλανήτη, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα ο Ουκρανός γεωχημικός Vladimir Vernadsky ανέπτυξε την έννοια της «Νοόσφαιρας», της βιόσφαιρας δηλαδή όπως τη μεταμορφώνει η ανθρώπινη σκέψη. Καμία, ωστόσο, από αυτές τις πρώιμες συλλήψεις δεν ξέφυγε από τους στενούς επιστημονικούς κύκλους της εποχής της.
Η σύγχρονη διατύπωση γεννήθηκε το 2000, όταν ο Ολλανδός χημικός και νομπελίστας Paul Crutzen, ενοχλημένος από την επίμονη χρήση του όρου «Ολόκαινο» για τη σημερινή εποχή, του γεωλογικού δηλαδή διαστήματος που ξεκίνησε πριν από περίπου 11.700 χρόνια με το τέλος της τελευταίας Εποχής των Παγετώνων, προσφέροντας το ήπιο κλίμα που επέτρεψε την ανάπτυξη της γεωργίας και του πολιτισμού, και το οποίο ονομάστηκε έτσι το 1867 από τον Γάλλο παλαιοντολόγο Paul Gervais, από τις ελληνικές λέξεις «όλος» και «καινός» (εντελώς νέος/πρόσφατος), πριν επισημοποιηθεί το 1885, πρότεινε αυθόρμητα σε ένα συνέδριο στο Μεξικό ότι ζούμε πλέον στο «Ανθρωπόκαινο».
Μέσα σε μία δεκαετία ο όρος εκτοξεύθηκε: κυκλοφόρησαν τρία επιστημονικά περιοδικά αφιερωμένα σε αυτόν, ενώ πέρασε ταχύτατα από τη γεωλογία στην κλιματολογία, την αρχαιολογία, τη φιλοσοφία, την τέχνη και τη δημοσιογραφία (Lewis και Maslin, 2015).
Το 2009 ο όρος απέκτησε νέα θεσμική υπόσταση με τη συγκρότηση της Ομάδας Εργασίας για το Ανθρωπόκαινο, η οποία κλήθηκε να εξετάσει αν η πρόταση άντεχε στα αυστηρά κριτήρια της στρωματογραφίας.
Για να αναγνωριστεί μια εποχή ως νέα γεωλογική εποχή απαιτείται μια «χρυσή αιχμή» (golden spike), ένα χρονολογημένο σημείο μέσα σε ίζημα, πάγο ή πέτρωμα όπου αποτυπώνεται με ακρίβεια μια παγκόσμια, ταυτόχρονη μεταβολή του γήινου συστήματος.
Από τις δεκάδες υποψήφιες αφετηρίες που εξετάστηκαν, από τη χρήση της φωτιάς στην Παλαιολιθική εποχή έως τη Βιομηχανική Επανάσταση, μόλις δύο πληρούσαν πραγματικά τα κριτήρια: το 1610, με την απότομη πτώση του CO₂ που συνδέθηκε με την αναδάσωση εκατομμυρίων εκταρίων μετά τον δημογραφικό αφανισμό των αυτοχθόνων πληθυσμών της Αμερικής στον απόηχο της αποικιοκρατικής κατάκτησης, και το 1964 με τη «χρυσή αιχμή» του ραδιενεργού άνθρακα-14 από τις πυρηνικές δοκιμές, καθαρά αποτυπωμένη στους δακτυλίους των δέντρων.
Τελικά, ύστερα από δεκαπέντε χρόνια, η Ομάδα προτίμησε μια τρίτη, συγγενική λύση: αφετηρία γύρω στο 1950, με «χρυσή αιχμή» στα ιζήματα της λίμνης Crawford του Καναδά, συνδεδεμένη με τη ραδιενεργό εναπόθεση των πυρηνικών δοκιμών και τη «Μεγάλη Επιτάχυνση» της βιομηχανικής παραγωγής και της κατανάλωσης (Lewis και Maslin, 2015).
Η πλειοψηφία, όμως, την απέρριψε για τρεις κυρίως λόγους: το εξαιρετικά σύντομο χρονικό βάθος των μόλις εβδομήντα ετών, τον κίνδυνο η γεωλογία να μετατραπεί από επιστήμη σε εργαλείο πολιτικής προειδοποίησης και τον διαχρονικό (diachronous) χαρακτήρα της ανθρώπινης επίδρασης στον πλανήτη, που δεν εμφανίστηκε ακαριαία σε ένα χρονικό σημείο αλλά εξελίχθηκε σταδιακά.
Παρά τις όποιες αντιδράσεις, η ετυμηγορία της πλειοψηφίας ήταν και παραμένει απολύτως ορθή.
Η διατήρηση του Ολοκαίνου ως της επίσημης γεωλογικής μας εποχής δεν συνιστά υποτίμηση των αλλαγών που παρατηρούνται σε διάφορα σημεία του πλανήτη, αλλά περιφρούρηση των ίδιων των κανόνων της Στρωματογραφίας.
Κανείς από τους ειδικούς δεν αμφισβήτησε ότι ο άνθρωπος επεμβαίνει κρίσιμα στη Γη. Το ερώτημα ήταν αν αυτή η επέμβαση συνάδει με το αυστηρό πλαίσιο μιας γεωλογικής «εποχής» με μια ενιαία, παγκόσμια αφετηρία. Και η απάντηση, με βάση το ίδιο το φυσικό αρχείο των πετρωμάτων, ήταν αρνητική: η ανθρώπινη επίδραση δεν εκδηλώθηκε ακαριαία το 1950, αλλά αποτελεί μια εγγενώς διαχρονική και σταδιακή διαδικασία, με διαφορετική αφετηρία σε κάθε περιοχή του πλανήτη.
Η σημασία τελικά της απόφασης έγκειται στο ότι περιορίζεται αυστηρά στους κανόνες ονοματοδοσίας, οι οποίοι στηρίζονται όχι σε κοινωνικά, ούτε πολιτικά, ούτε δημοσιογραφικά, αλλά σε αυστηρώς επιστημονικά κριτήρια, ακολουθώντας τις νομοτέλειες και τους κανόνες της Στρωματογραφίας.
Και αυτό δεν είναι ήσσονος σημασίας: η ίδια η επιλογή αφετηρίας δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερη τεχνική λεπτομέρεια: μια πρώιμη ημερομηνία «χρυσής αιχμής» π.χ. το 1610, «κανονικοποιεί» την περιβαλλοντική αλλαγή, δηλαδή κάνει την αλλαγή να φαίνεται φυσιολογική, αναμενόμενη, ενώ μια «χρυσή αιχμή» βιομηχανικής προέλευσης αποδίδει ιστορικές ευθύνες σε συγκεκριμένες δομές εξουσίας, συγκεκριμένα συστήματα, συγκεκριμένες χώρες και συγκεκριμένες τάξεις μέσα σε αυτές, που δημιούργησαν αυτή την κρίση, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο ορθή την εμμονή των γεωεπιστημόνων σε στρωματογραφικά και όχι σε πολιτικά, ιστορικά, ή κοινωνικά κριτήρια.
Ο κύβος έχει πράγματι ριφθεί, όχι όμως ενάντια στη Γεωλογία, αλλά μέσα από αυτήν. Η επιστημονική κοινότητα, πιστή στους αυστηρούς κανόνες της Στρωματογραφίας, δεν προέβη σε βιαστική ανακήρυξη του Ανθρωπόκαινου ως επίσημης γεωλογικής εποχής, μια νηφάλια και τεκμηριωμένη απόφαση που τιμά τη μεθοδολογία της, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η ανθρώπινη παρουσία ενσωματώνεται στη μακρόχρονη γεωλογική εξέλιξη του πλανήτη ως φυσική διεργασία, όχι ως εξωγενής διαταραχή.
Η ώριμη αυτή κρίση της Στρωματογραφίας αποτελεί ορθή εγγύηση της επιστημονικής αυστηρότητας: δεν υποβαθμίζει την ανθρώπινη επέμβαση, αλλά την τοποθετεί με ακρίβεια στη γεωλογική κλίμακα, αποφεύγοντας τόσο την πρόωρη πολιτικοποίηση όσο και την αυθαίρετη ιεράρχηση της ανθρώπινης δραστηριότητας πάνω από τις γεωδυναμικές ενδογενείς και εξωγενείς διεργασίες του πλανήτη.
* Καθηγητής και τέως κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας
Βιβλιογραφία
Lewis, S. L. και Maslin, M. A. (2015) ‘Defining the Anthropocene’, Nature, 519(7542), σσ. 171–180. https://doi.org/10.1038/nature14258
Witze, A. (2024) ‘It’s final: the Anthropocene is not an epoch, despite protest over vote’, Nature, 20 Μαρτίου. https://doi.org/10.1038/d41586-024-00868-1
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












