Ένα πιάτο, γεμάτο οδύνες της ύπαρξης

«Η χορτοφάγος» της Χαν Γκανγκ | εκδόσεις Καστανιώτη
Τρίτη, 23 Ιουνίου 2020 09:03
A- A A+

«Η χορτοφάγος» της Χαν Γκανγκ κυκλοφορεί από τις  εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Αμαλίας Τζιώτη. Το ζοφερό, παράξενα καθηλωτικό και ιδιαίτερης ομορφιάς μυθιστόρημα τιμήθηκε, το 2016, με το Διεθνές Βραβείο Booker. 

Η ΓιόνγκΧιε και ο σύζυγός της είναι δύο άνθρωποι του μέσου όρου. Εκείνος πηγαινοέρχεται δουλοπρεπώς στο γραφείο του, δεν διακατέχεται από καμία φιλοδοξία. Εκείνη δεν τη χαρακτηρίζει κανένα πάθος, είναι απλώς μια αφοσιωμένη νοικοκυρά. Η μονοτονία του γάμου τους ανατρέπεται όταν η ΓιόνγκΧιε αποφασίζει μια μέρα να μην ξαναφάει κρέας. Δεν δίνει εξηγήσεις. «Είδα ένα όνειρο», αυτό λέει μονάχα.

«Στο τραπέζι του βραδινού που είχε ετοιμάσει η γυναίκα μου υπήρχαν μόνο φύλλα μαρουλιού με πάστα σόγιας, σούπα φυκιών χωρίς βοδινό κρέας και χωρίς θαλασσινά, και κίμτσι.
“Τι συμβαίνει; Για να καταλάβω, πέταξες όλα τα κρέατα εξαιτίας εκείνου του γελοίου ονείρου; Ξέρεις πόσο έκαναν όλα αυτά;”
Σηκώθηκα από την καρέκλα του τραπεζιού και άνοιξα την πόρτα του καταψύκτη. Ήταν παντελώς άδειος. Τριμμένα δημητριακά σε σκόνη, τριμμένη κόκκινη πιπεριά σε σκόνη, κατεψυγμένες πιπεριές και μια σακούλα λιωμένο σκόρδο. Αυτά ήταν όλα κι όλα.
“Φτιάξε μου τουλάχιστον ένα αυγό μάτι. Σήμερα είμαι πραγματικά κουρασμένος. Δεν κατάφερα να φάω ούτε ένα μεσημεριανό της προκοπής”.
“Πέταξα και τα αυγά”.
“Τι;”
“Σταμάτησα και το γάλα”.
“Είσαι απίστευτη! Δηλαδή μου λες ότι ούτε κι εγώ μπορώ να τρώω κρέας;”
“Δεν μπορώ να βάλω αυτά τα πράγματα στο ψυγείο. Δεν το αντέχω!”
Πώς στο καλό μπορούσε να είναι τόσο εγωκεντρική! Κοίταξα το πρόσωπό της. Το χαμηλωμένο βλέμμα της έδειχνε πιο ήρεμο από ποτέ. Ήταν απρόσμενο που υπήρχε μια τέτοια πτυχή του εαυτού της: τόσο πεισματάρα, που έκανε ό,τι της κατέβαινε. Ήταν τελικά τόσο παράλογη;…
“Δηλαδή μου λες ότι από εδώ και μπρος δεν μπορούμε να τρώμε κρέας σε αυτό το σπίτι;”
“Όπως και να ’χει, εσύ συνήθως τρως μόνο πρωινό στο σπίτι. Υποθέτω ότι  τρως συχνά κρέας για μεσημεριανό και βραδινό… δεν θα πεθάνεις κιόλας αν δεν φας λίγο κρέας με το πρωινό σου!”
Έδωσε μια τόσο μεθοδική απάντηση· η προσωπική της επιλογή ήταν η μόνη λογική και αρμόζουσα στην περίσταση.

“Εντάξει, τακτοποιήθηκα εγώ. Εσύ; Αποφάσισες ότι από εδώ και πέρα δεν θα τρως κρέας;”
 Εκείνη έγνεψε καταφατικά.
“Α, ώστε έτσι; Μέχρι πότε;”
“Για πάντα”.
 Έμεινα άφωνος. Κι εγώ γνώριζα, από ό,τι είχα δει και ακούσει, ότι η χορτοφαγία είναι μόδα αυτές τις μέρες. Οι άνθρωποι γίνονται χορτοφάγοι για λόγους υγείας και μακροβιότητας, για να αλλάξουν την προδιάθεση του οργανισμού τους σε αλλεργίες ή για να προστατέψουν το περιβάλλον. Παρόλο που οι βουδιστές μοναχοί υποχρεούνται να πάρουν όρκο ότι δεν θα βλάψουν άλλα όντα, η γυναίκα μου δεν ήταν καμιά κοπελίτσα για να κάνει τέτοια πράγματα. Δεν το έκανε για να χάσει βάρος, ούτε γιατί ήθελε να ξεπεράσει κάποια ασθένεια, ούτε προσπαθούσε να ξεφύγει από κάποιο φάντασμα. Ακούς εκεί, να θέλει να αλλάξει τις διατροφικές της συνήθειες εξαιτίας ενός εφιάλτη! Κι αυτό το πείσμα της, να μη λαμβάνει υπόψη της τις παρακλήσεις του άντρα της.
Τουλάχιστον, αν από την αρχή την αηδίαζε το κρέας, θα το καταλάβαινα. Αλλά και πριν παντρευτούμε έτρωγε τα πάντα με όρεξη, κι αυτό ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ. Γύριζε τα παϊδάκια που ψήνονταν στη σχάρα με τόση επιδεξιότητα κρατώντας στο ένα χέρι την τσιμπίδα και στο άλλο το μεγάλο μαγειρικό ψαλίδι και έκοβε το κρέας με τόση σιγουριά. Μετά τον γάμο μας συνέχισε να μαγειρεύει τέτοια φαγητά, όπως το εξαιρετικά αρωματικό και γλυκό τηγανητό χοιρινό που το είχε μαρινάρει από πριν με λιωμένη πιπερόριζα και σιρόπι ρυζιού, η συνταγή της με το βοδινό κρέας για σάμπου σάμπου μαριναρισμένο με αλατοπίπερο και σησαμέλαιο και καλυμμένο με σκόνη ρυζιού που ψηνόταν και έμοιαζε με τηγανίτα. Άλλη σπεσιαλιτέ της   ήταν το ρύζι με λαχανικά και φρέσκα φασολάκια με μοσχαρίσιο κρέας κομμένο σε μικρά κομμάτια και μουλιασμένο ρύζι τσιγαρισμένο με σησαμέλαιο ρίχνοντας τα φασολάκια από πάνω. Πόσο ωραία ήταν η σούπα με το μαριναρισμένο κοτόπουλο και τις μεγάλες φέτες πατάτας! Άδειαζα τρία πιάτα ζουμερού κοτόπουλου που είχε απορροφήσει την καυτερή σάλτσα.
 Τι σόι φαγητό ήταν αυτό που μου ετοίμαζε η γυναίκα μου τώρα; Καθόταν λοξά στην καρέκλα και έβαζε στο στόμα της μια σούπα από φύκια, που και με μια ματιά μόνο φαινόταν ότι ήταν άνοστη. Έβαζε ρύζι και πάστα σόγιας σε ένα φύλλο μαρουλιού, το δίπλωνε κάνοντάς το μια μπουκιά και το μασούσε.
 Ξαφνικά σκέφτηκα ότι δεν καταλάβαινα τίποτα. Δεν γνώριζα απολύτως τίποτα γι’ αυτή τη γυναίκα».

Πρόκειται για μια μικρή ένδειξη ανεξαρτησίας, η οποία όμως μπορεί να θεωρηθεί ακραία και να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη σε μια χώρα όπως η Νότια Κορέα. Και δεν φτάνει αυτό. Η παθητική αντίσταση της ΓιόνγκΧιε, μια διαδικασία ιδιότυπης μεταμόρφωσης, ξεπερνά κάθε όριο γκροτέσκου. Ποτέ δεν φορούσε με ευχαρίστηση σουτιέν, αλλά τώρα αρχίζει να το κάνει και δημοσίως.

«Ο διευθυντής, ο γενικός διευθυντής και ο διευθύνων σύμβουλος είχαν ήδη φτάσει με τις συζύγους τους. Ο διευθυντής του τμήματος και η γυναίκα του ήρθαν αμέσως μετά από μας. Αφού χαιρετήσαμε με νεύματα και χαμόγελα, η γυναίκα μου κι εγώ βγάλαμε τα πανωφόρια μας και τα κρεμάσαμε στην κρεμάστρα. Η σύζυγος του διευθυντή, που είχε λεπτά βγαλμένα φρύδια και φορούσε ένα μεγάλο κολιέ από νεφρίτη, μας οδήγησε στο μακρύ τραπέζι όπου θα δειπνούσαμε. Όλοι έδειχναν άνετοι σαν να σύχναζαν σε αυτό το μέρος. Κάθισα στη θέση μου θαυμάζοντας το διακοσμημένο ταβάνι που έμοιαζε με κορυφή σκεπής παραδοσιακού σπιτιού και παρατηρώντας λοξά τη γυάλα με τα χρυσόψαρα. Τη στιγμή που γύρισα να κοιτάξω τη γυναίκα μου, το μάτι μου έπεσε άθελά μου πάνω στο στήθος της.
 Φορούσε μια ελαφρώς στενή μαύρη μπλούζα και το περίγραμμα των θηλών της ήταν ορατό μέσα από το ύφασμα. Δεν υπήρχε αμφιβολία, είχε έρθει εδώ χωρίς σουτιέν. Όταν γύρισα τον λαιμό μου για να δω που κοίταζαν οι άλλοι καλεσμένοι, το βλέμμα της συζύγου του διευθύνοντος συμβούλου και το δικό μου συναντήθηκαν. Παρότι προσποιόταν αυτοσυγκράτηση, είδα την περιέργεια, την αμηχανία, τον ελαφρύ δισταγμό και την απέχθεια στο βλέμμα της.
 Αισθάνθηκα τα μάγουλά μου να καίνε. Η γυναίκα μου δεν έκανε καμιά προσπάθεια να πάρει μέρος στις γυναικείες κουβέντες παρά μόνο καθόταν εκεί με απλανές βλέμμα. Αντιλαμβανόμενος τις ματιές που της έριχναν, προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου.  Εκείνη τη στιγμή αυτό που περνούσε από το χέρι μου ήταν να βάλω τα δυνατά μου και να συμπεριφέρομαι φυσιολογικά. […]

Δυστυχώς, μόλις το φαγητό σερβιρίστηκε, όλες μου οι προσπάθειες να διατηρήσω κάποιες ισορροπίες αποδείχτηκαν άκαρπες. Το πρώτο πιάτο ήταν σαλάτα με ροβίτσα: λεπτές φέτες ζελέ ροβίτσας με μανιτάρια και βοδινό. Η γυναίκα μου, που μέχρι τότε βρισκόταν στο κάθισμά της και δεν είχε πει ούτε λέξη, τη στιγμή που ο σερβιτόρος ετοιμαζόταν να σερβίρει με την κουτάλα λίγο φαγητό στο πιάτο της, είπε με χαμηλή φωνή:
 “Εγώ δεν θα φάω”.
 Παρόλο που η φωνή της ήταν πραγματικά χαμηλή, όλοι οι  καλεσμένοι σταμάτησαν ό,τι έκαναν μονομιάς. […]
 Η συζήτηση συνεχίστηκε φυσικά στο θέμα της χορτοφαγίας. […]
 Η γυναίκα μου έδειχνε να μην έχει συναίσθηση του πόσο δύσκολη ήταν η θέση της. Με αυτοσυγκράτηση και ηρεμία άνοιξε το στόμα της. Ξαφνικά αισθάνθηκα ανατριχίλα, γιατί συνειδητοποίησα τι επρόκειτο να πει.
 “Είδα ένα όνειρο”.
 Κατευθείαν κάλυψα τα λόγια της.

Γιώργος Σ. Κουλουβάρης
gkoul@naftemporiki.gr

Προτεινόμενα για εσάς

Δημοφιλή