Η ελληνική οικονομία ποτέ δεν ήταν εντάσεως κεφαλαίου και δεν ξέρουμε αν μπορεί να γίνει τέτοια. Με τα βασικά χαρακτηριστικά της να αποτυπώνονται στα μεγέθη του ισοζυγίου πληρωμών, είναι εμφανώς αδύναμη, με εξάρτηση από τις εισαγωγές, την κατανάλωση, έλλειψη επενδύσεων και με φθηνό εργατικό κόστος, που ενέχει και τον κίνδυνο του μιθριδατισμού, καθώς υπάρχουν και πολλοί μετανάστες (νόμιμοι και παράνομοι) για να το προσφέρουν.
Το ελληνικό παράδοξο, που δεν είναι και τόσο παράδοξο, είναι ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών (που είναι το εμπορικό μετά την αφαίρεση των τουριστικών εισπράξεων) αυξάνεται όταν ο τουρισμός πάει καλά, αλλά και όταν έχουμε εξαγωγές… Παύει όμως να είναι παράδοξο, καθώς τα προϊόντα, που είτε εξάγουμε είτε προσφέρουμε ως τουριστικό πακέτο, για να υπάρξουν χρειάζονται εισαγωγές είτε κεφαλαιουχικών αγαθών (μηχανήματα κ.λπ.) είτε άλλων πρώτων υλών, όπως γίνεται με τον τουρισμό.
Εξ ου και ο τελευταίος, ως μοντέλο, είναι ζημιογόνος (εισάγει σχεδόν το 80% για να παράξει ό,τι προσφέρει) και στηρίζεται στο χαμηλό εργατικό κόστος, που όμως μεσοπρόθεσμα δρα αποσταθεροποιητικά στη μακροοικονομική κατάσταση της χώρας. Λίγο-πολύ όλες οι πολιτικές δυνάμεις αποδέχονται σήμερα ότι δεν μπορεί να θεωρείται ο τουρισμός η βαριά βιομηχανία της χώρας και θα πρέπει να στηθεί σε νέες βάσεις.
Το πρώτο τετράμηνο του 2026 το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών έφθασε στα 8,34 δισ. (7,3 δισ. έναν χρόνο πριν), κάτι που μας λέει αμέσως ότι αφενός το εξωτερικό χρέος αυξάνεται (και δανείζεται ο ιδιωτικός τομέας ό,τι λείπει) και αφετέρου υπονομεύεται μεσομακροπρόθεσμα το ενδεχόμενο βελτίωσης των εισοδημάτων…
Εκεί ακριβώς το φθηνό εργατικό κόστος προβάλλει ως μια λύση, που όμως δεν λύνει το πρόβλημα. Και μπορεί μια επιχείρηση να τα φέρνει βόλτα στηριζόμενη σ’ αυτό, αλλά όσο δεν κάνει επενδύσεις που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και την ποιότητα των προϊόντων της, το μερίδιό της δυνητικά θα περιορίζεται.
Είναι ένα πρόβλημα που έπρεπε να είχε επιλυθεί χθες, γιατί όσο παραμένει κινδυνεύουμε να βρεθούμε σε στενωπούς ανάλογες με εκείνες που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία. Η υπερφορολόγηση που υφίσταται σήμερα η χώρα έχει ημερομηνία λήξης, καθώς κάποτε μοιραία η φοροδοτική ικανότητα θα εξαντληθεί.
Η έκθεση φορολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026 σημειώνει το παράλογο φορολογικό βάρος που σηκώνει η εργασία στην Ελλάδα. Παρότι τα τελευταία χρόνια έχουν μειωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές, η συνολική επιβάρυνση εργαζομένων και επιχειρήσεων διαμορφώνεται στο 39,5% και παραμένει πάνω από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών (35,1%).
Σε εργαζόμενους μάλιστα με υψηλότερα εισοδήματα, το άθροισμα φόρων και ασφαλιστικών εισφορών μπορεί να αγγίζει το 44%-45% του συνολικού κόστους εργασίας.
Και μετά θέλουμε στελέχη, εξειδικευμένους τεχνίτες και τα παρόμοια, που και πανάκριβα κοστίζουν στις επιχειρήσεις και οι άνθρωποι φορολογούνται αγρίως.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












