Η έννοια της «γνώμης» έχει αποκτήσει ιδιαίτερη θεωρητική και πρακτική βαρύτητα, κυρίως επειδή ενσωματώνει τις βασικές παραδοχές της ατομικιστικής αντίληψης για τη σκέψη και της αυθόρμητης θεώρησης της σχέσης ανάμεσα στη σκέψη και την πράξη.
Μία από τις σημαντικότερες παρανοήσεις και ψευδαισθήσεις που παράγουν αυτές οι παραδοχές αφορά την υπερβολική σημασία που αποδίδεται στη λεκτική διατύπωση απόψεων ως αξιόπιστο δείκτη των στάσεων που τελικά οδηγούν σε συγκεκριμένες πράξεις. Δεν είναι, επομένως, παράδοξο ότι όσοι αποδέχονται άκριτα τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων συχνά συγχέουν τις δηλωμένες προθέσεις ή τις λεκτικές διακηρύξεις με τις πραγματικές πιθανότητες πολιτικής συμπεριφοράς.
Στο πλαίσιο μιας έντονα φορτισμένης προεκλογικής περιόδου, όπου το λεγόμενο «ρευστό πολιτικό σκηνικό» οδηγεί σε συνεχή παραγωγή ερευνών γνώμης, οι οποίες επιχειρούν να διευκολύνουν ερμηνείες και προβλέψεις σχετικά με τις εκλογικές προτιμήσεις των πολιτών, καθίσταται αναγκαίο να υπενθυμισθούν ορισμένα θεμελιώδη γεγονότα. Αναγκαίο τόσο για όσους ζουν από και για την πολιτική, και, ιδιαίτερα, όσους παρακολουθούν την πολιτική από απόσταση ή αδιαφορούν πλήρως για αυτήν, επειδή αισθάνονται ότι η ίδια η πολιτική τους έχει γυρίσει την πλάτη.
«Προθέσεις συμπεριφοράς»

Καταρχάς, όπως είχε επισημάνει, εδώ και δεκαετίες, ο Pierre Bourdieu, οι προεκλογικές δημοσκοπήσεις δεν καταγράφουν τόσο «γνώμες», με τη στενή έννοια του όρου, όσο προθέσεις συμπεριφοράς. Αυτό συμβαίνει επειδή το περιβάλλον διεξαγωγής τους προσομοιάζει σε σημαντικό βαθμό την εκλογική διαδικασία. Ωστόσο, η κατάσταση διαφοροποιείται τελείως όταν κόμματα, μέσα ενημέρωσης ή οργανισμοί αναθέτουν έρευνες με στόχο τη μέτρηση της λεγόμενης «κοινής γνώμης» σχετικά με σύνθετα ζητήματα, λ.χ. όπως η οικονομική πολιτική, η κοινωνική στρατηγική ή η διαχείριση εθνικών θεμάτων. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, οι πολίτες που καλούνται να απαντήσουν δεν διαθέτουν διαμορφωμένη άποψη ούτε είχαν προηγουμένως προβληματιστεί πάνω στα συγκεκριμένα ερωτήματα. Το γεγονός ότι οι ρητές απαντήσεις «δεν γνωρίζω» ή «δεν απαντώ» εμφανίζονται πολύ περιορισμένες οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη χρήση προκαθορισμένων και κλειστού τύπου ερωτήσεων. Παρ’ όλα αυτά, η κατανομή τους δεν είναι τυχαία. Αντίθετα, συνδέεται στενά με παράγοντες όπως το μορφωτικό επίπεδο, το φύλο και η κοινωνική θέση των ερωτώμενων.
Κατασκευασμένη «κοινή γνώμη»
Η παρατήρηση, όμως, αυτή υπενθυμίζει ότι η δυνατότητα διατύπωσης γνώμης δεν κατανέμεται ισότιμα στους πολίτες. Οι δημοσκοπικές εταιρείες συχνά δεν περιορίζονται στην καταγραφή προϋπαρχουσών απόψεων, αλλά συμβάλλουν οι ίδιες στην παραγωγή μιας κατασκευασμένης «κοινής γνώμης». Η γνώμη αυτή προκύπτει μέσα από τη στατιστική συγκέντρωση και ομαδοποίηση απαντήσεων σε ήδη διατυπωμένα ερωτήματα, τα οποία συχνά χαρακτηρίζονται από αοριστία και αμφισημία. Με αυτόν τον τρόπο, οι έρευνες μετατρέπουν μεμονωμένες αντιδράσεις αποδοχής ή απόρριψης σε μια υποτιθέμενη συλλογική βούληση. Η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων αυτών λειτουργεί ως ένας μηχανισμός πολιτικής επιρροής που περιβάλλεται από τον μανδύα της επιστημονικής αντικειμενικότητας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Κοντολογίς, η εικόνα μιας ενιαίας «κοινής γνώμης» παρουσιάζεται ως αυτονόητη πραγματικότητα, ενώ στην ουσία πρόκειται για προϊόν συγκεκριμένων μεθοδολογικών επιλογών.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η εκτεταμένη χρήση των δημοσκοπήσεων έχει μεταβάλει ουσιαστικά τους ίδιους τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού. Οι πολιτικοί φορείς είναι πλέον υποχρεωμένοι να λαμβάνουν υπόψη την δράση του νέου παίχτη στο πολιτικό παιχνίδι που αποτελούν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων οι οποίες δείχνουν να καθιστούν δυνατό ένα είδος « άμεσης δημοκρατίας». Οι εταιρείες δημοσκοπήσεων παρεμβαίνουν πλέον σε κάθε στάδιο της πολιτικής διαδικασίας: πραγματοποιούν εμπιστευτικές έρευνες για λογαριασμό πολιτικών κομμάτων, προκειμένου να καθοριστούν τα κεντρικά θέματα μιας εκλογικής εκστρατείας ή να επιλεγούν πρόσωπα με μεγαλύτερη εκλογική απήχηση· και μέσω της στενής συνεργασίας τους με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συμβάλλουν στην νομιμοποίηση τόσο των θεμάτων για τα οποία θα πρέπει να γίνεται δημόσιος λόγος όσο και του τρόπου αντίληψης τους.
«Χειροκροτόμετρο»
Μέσα στο υπάρχον σημερινό επικοινωνιακό περιβάλλον, μέσα σε αυτό το είδος σχολείου της αυθαιρεσίας όπου «διδάσκεται» και διαχέεται ένας καθολικός χαοτικός εμπειρισμός, ο οποίος ενσωματώνει τα πάντα γιατί δεν αντιλαμβάνεται τίποτε, όπως έλεγε ο Jacques Bouveresse, η περιοδική, και πολιτικά μόνο, θεμελιωμένη καταγγελία τους συμβάλλει στην τροφοδότηση ενός άρρητου αντι-κοινοβουλευτισμού, πάντα πρόσφορου να χρησιμοποιηθεί ως βατήρας για επικίνδυνους για τη δημοκρατία δημαγωγούς. Ως αποτέλεσμα αυτών, όπως είχε καταδείξει ο Patrick Champagne, μετασχηματίζεται η ίδια η έννοια της πολιτικής εργασίας και δράσης, μετασχηματισμός που συμβαδίζει με την εγκαθίδρυση μιας «νέας αρχής καθολικής νομιμότητας» που θεμελιώνεται στο κάθε είδος «χειροκροτόμετρο».
Η πολιτική δεν περιορίζεται πλέον στην επεξεργασία και διατύπωση ιδεών, προγραμμάτων και θεσμικών μέτρων υλοποίησης τους, αλλά συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την αποτελεσματική αξιοποίηση τεχνικών πολιτικής επικοινωνίας που στοχεύουν στην κινητοποίηση ή τη διαχείριση της «κοινής γνώμης» η οποία δεν είναι παρά ένα σύνολο στατιστικών κατανομών που προκύπτουν από συγκεντρώσεις και ομαδοποιήσεις ατομικών απαντήσεων συλλεγμένες σε τεχνητές συνθήκες έρευνας, μέσα σε πληθυσμό ο οποίος δεν διαθέτει επαρκή ενημέρωση για τις πολιτικές, τις διαφορές μεταξύ πολιτικών προγραμμάτων και τα τερτίπια των κομμάτων. Και την «νομιμοποίηση» της, ως γνώμη «κοινή» και «δημόσια» έρχονται να ενισχύσουν και διαχύσουν οι κάθε λογής πολιτικοί επιστήμονες, (όλοι αυτοί οι νέοι δοξόσοφοι οι οποίοι, έχοντας το ένα μάτι στραμμένο στην επιστήμη και το άλλο στην πολιτική από την οποία επιδιώκουν να εξασφαλίσουν οικονομικούς πόρους και άκοπα δάνεια κύρους) και οι παντός είδους δημοσιολογούντες, οι οποίοι αξιώνουν να εκφράσουν, καλύτερα ακόμη και από τους εκλεγμένους εκπροσώπους του λαού, όσα υποτίθεται ότι θέλει και σκέφτεται ο «λαός».
Σε κάθε περίπτωση, οι έρευνες κοινής γνώμης παράγουν, όπως σημείωνε ο Pierre Bourdieu, ένα σημαντικό κοινωνικό και πολιτικό αποτέλεσμα. Μέσω της επιβολής θεμάτων προς συζήτηση και της συγκέντρωσης και ομαδοποίησης ετερογενών ατομικών απαντήσεων, παρουσιάζουν ως ήδη συγκροτημένη μια συλλογική γνώμη που στην πραγματικότητα παραμένει αντικείμενο πολιτικής διαμόρφωσης και διαπραγμάτευσης. Με τον τρόπο αυτό, εμφανίζεται ως λυμένο ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της δημοκρατικής ζωής: η μετάβαση από την ατομική άποψη στη συλλογική πολιτική έκφραση.
*Καθηγητής Κοινωνιολογίας ΕΚΠΑ
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












