Το αποτέλεσμα θα κρίνει την επιτυχία ή την αποτυχία της Κοινωνικής Συμφωνίας ανάμεσα σε εργοδότες και σε εργαζόμενους.
Το Σχέδιο Δράσης, που δόθηκε στη δημοσιότητα την εβδομάδα που προηγήθηκε, δίνει τον τόνο.
Έπεται, ασφαλώς, το νομοσχέδιο που εκτιμάται ότι θα είναι έτοιμο τον Ιανουάριο της νέας χρονιάς.
Εκεί θα έχουμε πιο ξεκάθαρη εικόνα. Όμως, σε κάθε περίπτωση, η Κοινωνική Συμφωνία πρέπει να «περπατήσει» τουλάχιστον στο σύνολο του 2026, για να μπορούμε με μεγαλύτερη ασφάλεια να σχηματίσουμε ολοκληρωμένη άποψη.
Η κατάσταση είναι συγκεκριμένη: Αυτή τη στιγμή η κάλυψη των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας βρίσκεται μόλις στο 24% στην Ελλάδα. Είμαστε ουραγοί στην ΕΕ.
Η Κοινοτική Οδηγία για επαρκείς μισθούς, που πριν από ένα έτος ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία, απαιτεί το ποσοστό αυτό να ανέλθει στο 80%, τουλάχιστον. Όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για όλες τις χώρες της ΕΕ.
Απλώς, εμείς έχουμε περισσότερο δρόμο να διανύσουμε.
Έχουμε μείνει πίσω, ελέω μνημονιακής περιόδου, αλλά και λόγω σημαντικών στρεβλώσεων που ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία από το 2019 και μετά και λειτουργούν ως αντικίνητρο για την υπογραφή νέων ΣΣΕ.
Το όριο 50% + 1 για τους εργαζόμενους, που πρέπει να αποδεικνύεται ότι δουλεύουν στις αντίστοιχες επιχειρήσεις, ώστε μια σύμβαση να επεκταθεί στο σύνολο του κλάδου, είναι ένα τέτοιο ξεκάθαρο αντικίνητρο.
Η λειτουργία του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) που επίσης έχει παραγκωνιστεί, μιας και από το 2020, έχει καταργηθεί στην ουσία το δικαίωμα της μονομερούς προσφυγής, επίσης δεν προωθεί τις νέες ΣΣΕ.
Αυτά, όμως, είναι μέτρα που τα εντόπισαν οι κοινωνικοί εταίροι και, σε συνεργασία με το υπουργείο Εργασίας, επιδιώκουν τη διόρθωσή τους.
Το 50%, για παράδειγμα, υποχωρεί στο 40% και μπορεί να μηδενιστεί, εάν τη νέα Σύμβαση την υπογράψει η ΓΣΕΕ.
Επίσης, καταργείται ο έλεγχος σε δεύτερο βαθμό για τον ΟΜΕΔ, ενώ δημιουργείται νέα Επιτροπή για να μπορεί να βοηθήσει στην επιτάχυνση της διαδικασίας.
Εάν αυτές οι παρεμβάσεις θα βοηθήσουν ή όχι, αυτό θα κριθεί την επόμενη χρονιά.
Ερωτηματικά, ωστόσο, προκαλεί το γεγονός ότι στο Σχέδιο Δράσης γίνεται ρητή αναφορά για το τέλος του 2030 ως καταληκτικό όριο για να διαπιστωθεί εάν ευοδώθηκε η προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Πράγματι, κάτι τέτοιο αναφέρεται και στην Κοινοτική Οδηγία, αν και όχι με ανάλογη σαφήνεια.
Όμως, θα περίμενε κανείς, ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, να υπάρχει η μέριμνα τα συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα να γίνουν πιο «σφιχτά».
Εάν περιμένει η αγορά εργασίας, άλλα πέντε χρόνια (έως το τέταρτο τρίμηνο του 2030), για να διαπιστώσει τι πήγε ή τι δεν πήγε καλά από το εν λόγω εγχείρημα, τότε μάλλον θα είναι πολύ αργά.
Οι εργαζόμενοι, που βρίσκονται εκτός ΣΣΕ, δηλαδή περίπου το 76% του συνόλου, επιθυμούν οι αλλαγές να πραγματοποιηθούν με μεγαλύτερη ταχύτητα.
Η αύξηση των μισθών, που περνάει μέσα από νέες ΣΣΕ δεν μπορεί, δεν πρέπει να καθυστερήσει άλλη μια πενταετία.
Οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε εργοδότες και σε εργαζόμενους (σε όλους τους κλάδους) πρέπει να προχωρήσουν και να ολοκληρωθούν πολύ ταχύτερα.
Το υπουργείο Εργασίας μπορεί να βοηθήσει ως προς αυτό, μειώνοντας το χρονικό εύρος της αναμονής.
Διαφορετικά, η Κοινωνική Συμφωνία θα κινδυνεύσει με ιστορική αποτυχία. Και αυτό δεν το αντέχει η ελληνική αγορά εργασίας…
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












