Δύο ηχηρές παρεμβάσεις σε διάστημα τεσσάρων ημερών από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν είναι κάτι τυχαίο. Δεν μπορείς να το περάσεις αψήφιστα. Η Κριστίν Λαγκάρντ κατάφερε να στρέψει -προς το παρόν- την ειδησεογραφία μακριά από τα καυτά ζητήματα της γεωπολιτικής και να δημιουργήσει τη δική της ατζέντα συζήτησης. Αυτή που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κάνουν πως δεν υπάρχει εδώ και πολύ καιρό.
Όλα άρχισαν από τη δήλωση του Μάριο Ντράγκι, «Θα κάνω ό,τι χρειαστεί», τον Ιούλιο του 2012. Η δήλωση αυτή σηματοδότησε την ενεργή παρέμβαση της ΕΚΤ μέσω μιας επιθετικής νομισματικής πολιτικής για να στηρίξει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Μια δήλωση που αργότερα έκανε και η Κριστίν Λαγκάρντ σε μια ακόμη δύσκολη περίοδο για το ευρώ. Η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης αναβάθμισε τον ρόλο της αυτόματα, ακολουθώντας τα βήματα της αμερικανικής Federal Reserve σχεδόν σε όλα εκτός από ένα: την έκδοση κοινών ευρωομολόγων.
Στη διάρκεια των κρίσεων που μεσολάβησαν, η ΕΚΤ ήταν εκεί, παίρνοντας κρίσιμες και τις περισσότερες φορές έγκαιρες αποφάσεις για να βοηθήσει την οικονομία. Ποτέ όμως δεν έπαψε να υπενθυμίζει προς τους Ευρωπαίους πολιτικούς πως ο ρόλος της είναι συγκεκριμένος, με ξεκάθαρους στόχους, ζητώντας πάντα από τις εθνικές κυβερνήσεις να κάνουν κι αυτές ό,τι χρειαστεί για τη θωράκιση των οικονομιών. Οικονομιών που σταθερά αποκλίνουν. Κυβερνήσεις που δυσκολεύονται να συναποφασίσουν ακόμη και για τα βασικά θέματα.
Η Κριστίν Λαγκάρντ θυμίζει προς το πολιτικό κατεστημένο της Ευρώπης πως αν συνεχίσουν να κινούνται με τον ίδιο βραδύ, ασυντόνιστο τρόπο θα βρεθούν μπροστά σε πολύ δυσάρεστα αδιέξοδα. Αδιέξοδα ικανά να δοκιμάσουν τη συνοχή της γηραιάς ηπείρου, που βρίσκεται υπό διαρκή και εντεινόμενη πίεση από τους δύο οικονομικούς γίγαντες, τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












