Skip to main content

Ο τοίχος της πραγματικότητας

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ

Οι επιπτώσεις από το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας και την αναθεώρηση των Κανονισμών για αντιμετώπιση των παράνομων μεταναστευτικών ροών θα επιφέρουν βαθιές αλλαγές στις οικονομικές πολιτικές και στη χώρα μας

Την περασμένη εβδομάδα επιτεύχθηκαν δύο σημαντικές συμφωνίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες έχουν σημαντικές συνέπειες και για τη χώρα μας: Το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας και η αναθεώρηση των Κανονισμών για την αντιμετώπιση των παράνομων μεταναστευτικών ροών.

Και οι δύο συμφωνίες αντιπροσωπεύουν έναν συμβιβασμό μεταξύ των δυο διαφορετικών «στρατοπέδων» στην ΕΕ στα δύο αυτά κρίσιμα ζητήματα. Απέχουν όμως από τις προσδοκίες των περισσοτέρων Ευρωπαίων πολιτών: Από τη μια πλευρά, με τις αλλαγές στο Σύμφωνο Σταθερότητας δεν αντιμετωπίστηκε η ανάγκη κινητοποίησης επαρκών οικονομικών πόρων για την πραγματοποίηση μιας βιώσιμης οικονομικής μετάβασης. Για την ανάπτυξη της ΕΕ, η οποία απαιτεί τεράστιες επενδύσεις για να διατηρηθούν ανταγωνιστικές οι παραγωγικές δομές της ηπείρου.

Από την άλλη, επιτεύχθηκε μεν μια συμφωνία για να διαχειριστούν τα κράτη μέλη τις νέες μεταναστευτικές ροές, χωρίς στην ουσία να εξισορροπηθούν οι ανάγκες της αγοράς εργασίας και εκείνων που σχετίζονται με την ασφάλεια της Ευρώπης.

Οι στόχοι για τη μείωση των ελλειμμάτων και των δημοσίων χρεών παρέμειναν ουσιαστικά αυτοί του παλαιού Συμφώνου Σταθερότητας, που είχε ανασταλεί κατά τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης για την πανδημία.

Απλά υιοθετήθηκαν πιο ευέλικτοι τρόποι αποπληρωμής, σε σύγκριση με ό,τι προέβλεπε το προηγούμενο Σύμφωνο, λαμβάνοντας υπόψη την αύξηση του δημόσιου χρέους που σημειώθηκε στο μεταξύ.

Παραμένουν οι περιορισμοί που εξακολουθούν να είναι πιο αυστηροί για χώρες με χρέη που υπερβαίνουν το 90% του ΑΕΠ. Έμεινε στο «ράφι» η ανάγκη για φιλόδοξες  ευρωπαϊκές δημοσιονομικές πολιτικές, ικανές να υποστηρίξουν το κόστος των επενδύσεων για τη χρηματοδότηση της περιβαλλοντικής και ψηφιακής μετάβασης ακόμη και για τις πιο υπερχρεωμένες χώρες.

Υπάρχουν βέβαια τα περιθώρια ευελιξίας για τα ελλείμματα και τα δημόσια χρέη, με τον αποκλεισμό του κόστους των τόκων του δημόσιου χρέους και του μεριδίου των επενδύσεων για την πράσινη οικονομία και για την άμυνα, στον υπολογισμό του ελλείμματος. Αλλά η ανάπτυξη απουσιάζει.

Αυτό σημαίνει απλά ότι με τους νέους περιορισμούς θα συνεχίσουν να αυξάνονται οι ανισορροπίες σε βάρος των χωρών που δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά επεκτατικές δημόσιες δαπάνες, όπως η Ελλάδα. Θα συνεχιστεί και πάλι το ανταγωνιστικό μειονέκτημα σε σύγκριση με άλλες μεγάλες οικονομικές περιοχές της ΕΕ.

Η δεύτερη συμφωνία για τη μεταρρύθμιση των κανονισμών διαχείρισης της εισόδου παράτυπων μεταναστών έχει μεν το πλεονέκτημα ότι ενισχύει την ικανότητα συντονισμού μεταξύ των κρατών για την αντιμετώπιση των ροών έκτακτης ανάγκης. Αλλά το μεγάλο αγκάθι παραμένει: Η αλληλέγγυα ανακατανομή των μεταναστών μεταξύ των χωρών της ΕΕ παραμένει περιορισμένη.

Όπως παραμένει επίσης, η πρωταρχική ευθύνη της πρώτης χώρας άφιξης για τον εντοπισμό και την υποδοχή των παράτυπων μεταναστών, όπως προβλέπεται από τις συνθήκες του Δουβλίνου.

Οι επιπτώσεις από αυτές τις συμφωνίες θα επιφέρουν βαθιές αλλαγές στις οικονομικές πολιτικές και στη χώρα μας. Η αλήθεια είναι ότι η Ευρώπη δεν αναμορφώνεται.

Από την κοιλάδα στον βάλτο

Κατέβηκε από μια κοιλάδα και κατέληξε σε έναν βάλτο. Θα είχε τη δύναμη να ξεφύγει από αυτό και να προχωρήσει, εφόσον η αρχή θα ήταν να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Όχι να τον τιμωρούμε γιατί δεν έπιασε τα κριτήρια, που πολλές φορές καθορίζονται από εξωγενείς παράγοντες.

Στην Ευρώπη τελικά φαίνεται πως δεν μπορούμε να υπερβούμε μια πολιτική ορίων και περιορισμών. Δεν γίνεται όμως έτσι η οικονομική πολιτική. Και πάλι, όσοι έχουν πολλά χρέη πρέπει να σφίξουν το ζωνάρι σε μια σισύφεια προσπάθεια να τα μειώσουν.

Η ΕΕ εξακολουθεί να μη διαθέτει  πραγματική ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση. Γεγονός που σημαίνει ότι θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε επώδυνες διαπραγματεύσεις μεταξύ των χωρών και της Επιτροπής σχετικά με τα δημοσιονομικά ισοζύγια και τη συμμόρφωση με τις οδούς μείωσης των ελλειμμάτων και του χρέους.

Ωστόσο, πρέπει να θυμόμαστε, επειδή συχνά λησμονείται, ότι είναι πρωτίστως οι χρηματοπιστωτικές αγορές και όχι η Κομισιόν που ελέγχουν τις ισορροπίες και τις διαδρομές.

Σύμφωνα με το think tank Bruegel, η πρόταση της Επιτροπής παραμένει σε ισχύ, απλώς γίνεται αυστηρότερη με προκαθορισμένους δημοσιονομικούς στόχους. Αλλά η περισσότερη ευελιξία δεν λύνει το υποκείμενο πρόβλημα: την απουσία ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης και την τυραννία των επιτοκίων. Το Bruegel εκτιμά ότι μόλις τεθούν σε εφαρμογή αυτοί οι στόχοι, θα αναγκαστούμε να έχουμε σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα. Με λίγα λόγια, εγγυημένη μια αέναη λιτότητα.

Το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας και οι συμφωνίες για τη μεταρρύθμιση των ευρωπαϊκών πολιτικών μετανάστευσης, με όλους τους περιορισμούς που αναφέρονται, ορίζουν την περίμετρο της πορείας και φέρνουν την κάθε κυβέρνηση αντιμέτωπη με τον «τοίχο της πραγματικότητας».

Ίσως έχουμε να κάνουμε με άλλη μία χαμένη ευκαιρία να ενισχυθεί ο ρόλος των ευρωπαϊκών θεσμών στην ανασυγκρότηση της γεωπολιτικής ισορροπίας, που θα έχει καθοριστικό αντίκτυπο στο μέλλον ολόκληρης της Γηραιάς ηπείρου.