Η ελεύθερη και ασφαλής ναυσιπλοΐα είναι κρίσιμος παράγοντας όχι μόνο για την επισιτιστική και ενεργειακή ασφάλεια του πλανήτη, αλλά και για τη συγκράτηση των τιμών σε προϊόντα διατροφής, πρώτες ύλες και τελικά προϊόντα.
Οι διαταραχές που επιφέρουν οι ένοπλες αλλά και γεωπολιτικές συγκρούσεις, όπως για παράδειγμα ο πόλεμος στο Ιράν και οι επιπτώσεις του στην ασφαλή διέλευση χιλιάδων εμπορικών πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, αντικατοπτρίζονται και στο κόστος των προϊόντων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με στοιχεία που μοιράζεται με τη «Ν» ο Κωνσταντίνος Δ. Μελάς, επίκουρος καθηγητής Ναυτιλιακής Οικονομικής στο Τμήμα Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, τα οποία προκύπτουν από πρόσφατη επιστημονική έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό Economics Letters, οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές μεταδίδονται στις τιμές παραγωγού της Ευρωζώνης.
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι αύξηση κατά 1% στους ναύλους των containerships συνδέεται με αύξηση περίπου 0,1% στις τιμές παραγωγού, ενώ η αντίστοιχη επίδραση των ναύλων ξηρού φορτίου ανέρχεται περίπου στο 0,04%.
Τα containerships εμφανίζουν ισχυρότερη επίδραση, καθώς μεταφέρουν κυρίως μεταποιημένα και καταναλωτικά αγαθά, που εισέρχονται άμεσα στις ευρωπαϊκές αλυσίδες παραγωγής και διανομής.
«Μεμονωμένα, τα ποσοστά αυτά ίσως φαίνονται μικρά. Στην πράξη, όμως, οι ναύλοι αποτελούν μία από τις πιο ευμετάβλητες τιμές της παγκόσμιας οικονομίας. Κατά την πανδημία, οι ναύλοι των containerships αυξήθηκαν έως και έξι φορές, ενώ σε ορισμένες αγορές ξηρού φορτίου ξεπέρασαν ακόμη και το δεκαπλάσιο των προ κρίσης επιπέδων. Όταν τέτοιες μεταβολές μεταφέρονται, έστω και μερικώς, στην παραγωγή, οι επιπτώσεις στις τιμές γίνονται ιδιαίτερα αισθητές», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όσον αφορά την πορεία των ναύλων στα containerships αλλά και τα bulk carriers, σύμφωνα με τα στοιχεία από τον Shanghai Containerized Freight Index που εξετάζει την πορεία των ναύλων container αλλά και τον Baltic Dry Index που παρακολουθεί την πορεία των ναύλων στα πλοία μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου, οι ναύλοι έχουν αυξηθεί κατά 101,9% και 52% αντίστοιχα από τις αρχές του 2026.

Η πρόσφατη κρίση
Σύμφωνα με τα στοιχεία της επιστημονικής εργασίας Michail, N.A. & Melas, K.D. (2025). Inflation in Transit: The Freight-PPI Connection, «οι πρόσφατες γεωπολιτικές κρίσεις, η συμφόρηση στα μεγάλα λιμάνια και οι διαταραχές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες υπενθύμισαν ότι ο πληθωρισμός δεν διαμορφώνεται μόνο στα εργοστάσια, στις αγορές ενέργειας ή στις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
Διαμορφώνεται και χιλιάδες ναυτικά μίλια μακριά, εκεί όπου δοκιμάζεται καθημερινά η ανθεκτικότητα του παγκόσμιου εμπορίου: στις θαλάσσιες μεταφορές.
Η σύνδεση αυτή ίσως δεν είναι προφανής. Τι σχέση μπορεί να έχει ένα πλοίο που διασχίζει τον Ειρηνικό Ωκεανό με την τιμή που πληρώνουμε για έναν καφέ, ένα κινητό τηλέφωνο ή ένα πακέτο ζυμαρικά; Η απάντηση είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο συνήθως αντιλαμβανόμαστε. Στον σύγχρονο κόσμο, σχεδόν κάθε προϊόν που χρησιμοποιούμε έχει ταξιδέψει κάποια στιγμή με πλοίο, πριν φτάσει στα χέρια μας».
Σύμφωνα με τον κ. Μελά, οι αυξημένοι ναύλοι δεν αποτελούν προϊόν μιας αυθαίρετης απόφασης των ναυτιλιακών εταιρειών ούτε συνιστούν την πρωτογενή αιτία του πληθωρισμού. Όπως κάθε τιμή σε μια ανταγωνιστική αγορά, έτσι και οι ναύλοι διαμορφώνονται από τη σχέση προσφοράς και ζήτησης.
Όταν η διαθέσιμη μεταφορική ικανότητα περιορίζεται λόγω συμφόρησης στα λιμάνια, πολεμικών συγκρούσεων ή άλλων διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ η ζήτηση για μεταφορές παραμένει υψηλή, το κόστος μεταφοράς αυξάνεται ως φυσική αντίδραση της αγοράς.
«Με άλλα λόγια», προσθέτει ο κ. Μελάς, «οι ναύλοι δεν αποτελούν την αιτία του πληθωρισμού. Αποτελούν έναν από τους βασικούς μηχανισμούς, μέσω των οποίων οι διεθνείς κρίσεις μεταδίδονται στην πραγματική οικονομία».
«Στην ίδια έρευνα εκτιμούμε ότι περίπου το 40% της αύξησης των τιμών παραγωγού στην Ευρωζώνη μετά το 2021 μπορεί να αποδοθεί στις διαταραχές των θαλάσσιων μεταφορών που προκάλεσαν οι πρωτοφανείς αναταράξεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ περίπου το 75% αυτής της αύξησης μετακυλίεται, στη συνέχεια, στις τιμές καταναλωτή. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν ότι, όταν διαταράσσεται η ομαλή λειτουργία των θαλάσσιων μεταφορών, οι επιπτώσεις δεν παραμένουν στα λιμάνια. Διαχέονται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία», συμπληρώνει.
Επενδύσεις στην οικονομία
Όπως επισημαίνει στη «Ν» ο κ. Μελάς, «οι επενδύσεις στη ναυτιλία, στα λιμάνια και στις υποδομές logistics δεν αποτελούν μόνο επενδύσεις στην ανταγωνιστικότητα ενός κλάδου. Αποτελούν επενδύσεις στην ανθεκτικότητα της οικονομίας απέναντι στις διεθνείς κρίσεις και στη σταθερότητα των τιμών. Σε μια εποχή όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι εμπορικοί πόλεμοι και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες τείνουν να αποτελέσουν τη νέα κανονικότητα, η σημασία της ναυτιλίας αποκτά νέα διάσταση.
Η εύρυθμη λειτουργία της δεν αποτελεί μόνο προϋπόθεση για την ομαλή διεξαγωγή του διεθνούς εμπορίου. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που περιορίζουν τη μετάδοση των διεθνών οικονομικών σοκ στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά. Η δημόσια συζήτηση για τον πληθωρισμό οφείλει, επομένως, να διευρυνθεί. Δεν αρκεί να εξετάζουμε μόνο την ενέργεια, τα επιτόκια ή τη δημοσιονομική πολιτική. Η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων, η αποτελεσματικότητα των λιμένων και η εύρυθμη λειτουργία των θαλάσσιων μεταφορών αποτελούν εξίσου κρίσιμες προϋποθέσεις για τη σταθερότητα των τιμών».
«Η ελληνική ναυτιλία δεν αποτελεί απλώς έναν παγκόσμιο πρωταθλητή στις θαλάσσιες μεταφορές», υπογραμμίζει. «Αποτελεί μία από τις βασικές υποδομές, πάνω στις οποίες στηρίζεται η εύρυθμη λειτουργία του διεθνούς εμπορίου. Σε έναν κόσμο όπου οι κρίσεις ταξιδεύουν ολοένα και ταχύτερα, η μεγαλύτερη προσφορά της ίσως δεν είναι μόνο ότι μεταφέρει αγαθά από λιμάνι σε λιμάνι. Είναι ότι συμβάλλει ώστε οι διεθνείς κρίσεις να μεταφέρονται όσο το δυνατόν λιγότερο στην πραγματική οικονομία, στις τιμές και, τελικά, στην αγοραστική δύναμη των πολιτών».
Πίσω από την καθημερινότητα των καταναλωτών
Σχεδόν εννέα στα δέκα προϊόντα που διακινούνται στο παγκόσμιο εμπόριο μεταφέρονται διά θαλάσσης. Από τις πρώτες ύλες και τα τρόφιμα μέχρι τα φάρμακα και τις ηλεκτρονικές συσκευές, η ναυτιλία αποτελεί την αόρατη υποδομή πάνω στην οποία στηρίζεται η παγκοσμιοποίηση. Όσο λειτουργεί ομαλά, δύσκολα την αντιλαμβανόμαστε.
Όταν όμως διαταράσσεται, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στα λιμάνια και τις ναυτιλιακές εταιρείες, αλλά διαχέονται στη βιομηχανία, στο εμπόριο και, τελικά, στην καθημερινότητα όλων μας.
Για την Ελλάδα, η οποία ελέγχει περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας εμπορικής χωρητικότητας και σχεδόν το 60% της χωρητικότητας του στόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί απλώς αντικείμενο ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος. Αποτελεί ζήτημα οικονομικής στρατηγικής.
Η ναυτιλία δεν είναι απλώς ένας εξαγωγικός κλάδος που δημιουργεί εισόδημα και απασχόληση. Είναι ένας κρίσιμος πυλώνας, που συμβάλλει στην εύρυθμη λειτουργία του διεθνούς εμπορίου και, κατ’ επέκταση, στη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας.
Η σημασία της έγινε ιδιαίτερα εμφανής κατά την πανδημία COVID-19. Τον τελευταίο καιρό, οι εξελίξεις στην Ερυθρά Θάλασσα, οι ανακατευθύνσεις των πλοίων μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας και η αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα υπενθυμίζουν ότι οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες παραμένουν ευάλωτες.
Όπως υπογραμμίζει ο κ. Μελάς, «αρκεί να ακολουθήσουμε τη διαδρομή ενός καθημερινού προϊόντος. Οι κόκκοι του καφέ μπορεί να έχουν καλλιεργηθεί στη Βραζιλία, να έχουν μεταφερθεί για επεξεργασία στην Ευρώπη, να έχουν συσκευαστεί σε άλλη χώρα και, στη συνέχεια, να έχουν διανεμηθεί στην Ελλάδα.
Μια ηλεκτρική οδοντόβουρτσα ή ένα κινητό τηλέφωνο αποτελείται από εξαρτήματα που παράγονται σε διαφορετικές χώρες της Ασίας, συναρμολογούνται αλλού και, στη συνέχεια, ταξιδεύουν χιλιάδες ναυτικά μίλια μέχρι να φτάσουν στον τελικό καταναλωτή.
Πίσω από κάθε προϊόν υπάρχει ένα πολύπλοκο δίκτυο μεταφορών, που συνδέει ηπείρους, λιμάνια, εργοστάσια και αγορές. Όταν αυτό το δίκτυο λειτουργεί απρόσκοπτα, το κόστος μεταφοράς παραμένει σχετικά σταθερό και η παγκόσμια οικονομία λειτουργεί ομαλά.
Όταν όμως προκύπτουν καθυστερήσεις, γεωπολιτικές εντάσεις ή προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές, το κόστος αυξάνεται και επηρεάζει σταδιακά ολόκληρη την παραγωγική διαδικασία.
Ένα γεγονός που εκτυλίσσεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μπορεί, λίγους μήνες αργότερα, να αποτυπωθεί στην τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής στο σούπερ μάρκετ».
Η σύνδεση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια εύλογη οικονομική υπόθεση. Επιβεβαιώνεται πλέον και από τα εμπειρικά δεδομένα.
«Σε πρόσφατη επιστημονική μας έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο διεθνές περιοδικό Economics Letters, εξετάσαμε πώς οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές μεταδίδονται στις τιμές παραγωγού της Ευρωζώνης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι αύξηση κατά 1% στους ναύλους των containerships συνδέεται με αύξηση περίπου 0,1% στις τιμές παραγωγού, ενώ η αντίστοιχη επίδραση των ναύλων ξηρού φορτίου ανέρχεται περίπου στο 0,04%».
«Μεμονωμένα, τα ποσοστά αυτά ίσως φαίνονται μικρά. Στην πράξη, όμως, οι ναύλοι αποτελούν μία από τις πιο ευμετάβλητες τιμές της παγκόσμιας οικονομίας. Κατά την πανδημία, οι ναύλοι των containerships αυξήθηκαν έως και έξι φορές, ενώ σε ορισμένες αγορές ξηρού φορτίου ξεπέρασαν ακόμη και το δεκαπλάσιο των προ κρίσης επιπέδων. Όταν τέτοιες μεταβολές μεταφέρονται, έστω και μερικώς, στην παραγωγή, οι επιπτώσεις στις τιμές γίνονται ιδιαίτερα αισθητές», υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ο καθηγητής Κωνσταντίνος Μελάς.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












