Μετά από μακρές και περίπλοκες διαπραγματεύσεις, η γερμανική κυβέρνηση σκοπεύει να ψηφίσει σήμερα τον προϋπολογισμό του 2027, με τον υπουργό Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ να προετοιμάζει τον πληθυσμό για έναν μακρύ και δύσκολο δρόμο.
«Έχουμε μπροστά μας έναν μαραθώνιο μεταρρυθμίσεων», δήλωσε ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών δεδομένων των τεράστιων ελλειμμάτων στον οικονομικό σχεδιασμό της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, λόγω της αποδυνάμωσης της γερμανικής οικονομίας.
Οι ομοσπονδιακές δαπάνες θα αυξηθούν σε περίπου 555 δισεκατομμύρια ευρώ το επόμενο έτος, με τον καθαρό δανεισμό στον βασικό προϋπολογισμό να φτάνει τα 118,7 δισεκατομμύρια ευρώ το 2027.
Συγκριτικά, ο καθαρός δανεισμός φέτος ήταν 98 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε αυτό προστίθενται τα χρέη από ειδικά ταμεία, που σημαίνει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα δαπανήσει συνολικά 203,7 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα θα εισπράξει το επόμενο έτος. Και η τάση είναι ανοδική. Μέχρι το 2030, ο νέος δανεισμός προβλέπεται να φτάσει σχεδόν τα 220 δισεκατομμύρια ευρώ.
Στον νέο προϋπολογισμό προβλέπεται μεταξύ άλλων, αύξηση των φόρων στον καπνό και το αλκοόλ για τη δημιουργία εσόδων.
«Μηχανή Κουρέματος»
Η πρόσφατα ανακοινωθείσα μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος έχει σχεδιαστεί για να μειώσει την ομοσπονδιακή επιχορήγηση στα ασφαλιστικά ταμεία. «Η κυβέρνηση αναμένει επίσης περίπου ένα δισεκατομμύριο ευρώ σε πρόσθετα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής» υποστήριξε ο Κλινγκμπάιλ. Επιπλέον, ο υπουργός Οικονομικών έδωσε εντολή στους συναδέλφους του στο υπουργικό συμβούλιο να μειώσουν τις δαπάνες των υπουργείων τους κατά περίπου 1%.
Στον προϋπολογισμό του 2027 προβλέπονται πάντως και φορολογικές ελαφρύνσεις ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ, που απαιτούν όμως και «ισχυρή αντισταθμιστική χρηματοδότηση».
Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί μια προσέγγιση «μηχανής κουρέματος» για να εξοικονομήσει κονδύλια, όπως γράφει η γερμανική οικονομική εφημερίδα Wirtschafts Woche.
Η αντιπολίτευση υποστηρίζει πάντως ότι παρά τη συμφωνία του κυβερνητικού συνασπισμού για τις μεταρρυθμίσεις, θα δημιουργηθούν «νέες τρύπες στον προϋπολογισμό», όπως λέει ο Σεμπάστιαν Σέφερ, εκπρόσωπος δημοσιονομικής πολιτικής των Πρασίνων.
Περικοπές 400 δισ. στον προϋπολογισμό της ΕΕ
Την ίδια ώρα, η Γερμανία ζητά περικοπή 400 δισεκατομμυρίων ευρώ στον επόμενο προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034.
Από κοινού με τις λεγόμενες «φειδωλές» χώρες – Ολλανδία, Σουηδία, Αυστρία, Δανία και τη Φινλανδία – η Γερμανία έχει απορρίψει την αύξηση της χρηματοδότησης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού στα 2 τρισεκατομμύρια ευρώ, σε σύγκριση με την κατανομή των 1,2 τρισεκατομμυρίων ευρώ των προηγούμενων επτά ετών.
Η κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, η οποία ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων μεταξύ των 27 κρατών μελών κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, πρότεινε ένα πακέτο διαπραγματεύσεων με μείωση 2%, ή 32,8 δισεκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, το Βερολίνο θεωρεί αυτή τη μείωση ανεπαρκή και απαιτεί οι περικοπές να φτάσουν στα 400 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό θα μείωνε τον προϋπολογισμό της ΕΕ για τα επόμενα επτά χρόνια στα 1,6 τρισεκατομμύρια ευρώ.
Αντιδρά η Κομισιόν
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντέδρασε στην γερμανική πρόταση, τονίζοντας ότι εάν ο στόχος είναι η προώθηση νέων προτεραιοτήτων της ΕΕ, όπως η ανταγωνιστικότητα και η άμυνα, είναι απαραίτητο να εξεταστεί ο τρόπος χρηματοδότησης αυτών των νέων στρατηγικών πυλώνων. Ο Επίτροπος Προϋπολογισμού Πιότρ Σεραφίν δήλωσε ότι «ένας πιο λιτός προϋπολογισμός της ΕΕ δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι σύγχρονος», προσθέτοντας ότι ο κίνδυνος είναι αυτές οι νέες πτυχές της νεωτερικότητας να είναι οι πρώτες που θα υποστούν περικοπές, σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα και την άμυνα .
Η ΕΕ αναζητά νέους τρόπους για να διατηρήσει τον προϋπολογισμό της. Οι εθνικές συνεισφορές αποτελούν την κύρια πηγή χρηματοδότησης για το μπλοκ. Ως εκ τούτου, τα 27 κράτη μέλη διερευνούν εναλλακτικούς φόρους που θα δημιουργούσαν περισσότερα έσοδα χωρίς να αυξάνονται οι συνεισφορές από τα εθνικά κεφάλαια. Αυτό πιθανότατα θα αντιμετωπίσει νέα αντίθεση από τις «φειδωλές» χώρες.
Μία από τις ισχυρότερες εναλλακτικές λύσεις θα ήταν η επιβολή φόρου στις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας. Η πρόταση αυτή, που προέρχεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, βασίζεται στο γεγονός ότι οι αμερικανικοί ψηφιακοί γίγαντες καταβάλλουν μόνο μια μικρή εισφορά στη χώρα όπου έχουν την έδρα τους, παρόλο που λειτουργούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η απειλή Τραμπ
Η ιδέα, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν έγινε δεκτή από τον Λευκό Οίκο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε άλλη μια απειλή, δηλώνοντας ότι οποιαδήποτε χώρα επιβάλει φόρο στις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας θα αντιμετωπίσει δασμούς 100% στις εξαγωγές προς την αγορά των ΗΠΑ. Αν και η ΕΕ και οι ΗΠΑ έχουν υπογράψει εμπορική συμφωνία που τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιουλίου, ο Τραμπ προειδοποίησε ότι ο δασμός αυτός, θα υπερισχύει της συμφωνίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απάντησε στην Ουάσινγκτον ότι η εξουσία σχεδιασμού του φορολογικού συστήματος ανήκει στην ΕΕ και τα κράτη μέλη της. Επιπλέον, σε μια προσπάθεια να ηρεμήσει τις εντάσεις, επεσήμανε ότι ο φόρος δεν εισάγει διακρίσεις, καθώς θα εφαρμόζεται σε όλες τις εταιρείες τεχνολογίας ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους.
«Η συζήτηση για τη χρηματοδότηση του επόμενου προϋπολογισμού της ΕΕ αποκτά νέες διαστάσεις», λένε Ευρωπαίοι αξιωματούχοι. « Δεν πρόκειται πλέον μόνο για την αντιπαράθεση Βορρά-Νότου στην Ευρώπη σχετικά με τη συνολική κατανομή ή τις προσπάθειες ορισμένων χωρών να εφαρμόσουν νέους μηχανισμούς άντλησης εσόδων. Η Ουάσιγκτον μπαίνει στο προσκήνιο και τα πράγματα περιπλέκονται και πάλι».
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












