Skip to main content

Economist: Οι σύμμαχοι μαθαίνουν πώς να κάνουν μπούλινγκ στην Αμερική

Ταιβάν – REUTERS/Ann Wang

Μπορεί η Ταϊβάν να χρησιμοποιήσει τη βιομηχανία των μικροτσίπ ως μοχλό πίεσης απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ;

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Σε όλο τον κόσμο, φίλοι και αντίπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται να καταλήγουν στο ίδιο, δυσάρεστο συμπέρασμα: όποιος θέλει να κερδίσει τον σεβασμό του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να τον βλάψει.

Αυτό είναι το κεντρικό επιχείρημα σε ανάλυση του Economist, η οποία υποστηρίζει ότι η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν λειτούργησε μόνο ως γεωπολιτική δοκιμασία, αλλά και ως μάθημα ισχύος για τους συμμάχους της Ουάσιγκτον.

Το Ιράν, σημειώνει το περιοδικό, κατάφερε να αποκτήσει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα απέναντι σε έναν ισχυρότερο αντίπαλο αξιοποιώντας ένα κρίσιμο «σημείο ασφυξίας» της παγκόσμιας οικονομίας. Και αρκετές πρωτεύουσες φαίνεται πως αναρωτιούνται πλέον ποιο είναι το δικό τους αντίστοιχο χαρτί.

Σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό, η συζήτηση αυτή γίνεται ακόμη και στην Ταϊβάν, έστω διακριτικά και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Ο φόβος απέναντι στον Τραμπ

Η Ταϊβάν, μια δημοκρατία 24 εκατομμυρίων κατοίκων που η Κίνα θεωρεί αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της, βασίζει την ασφάλειά της σε μεγάλο βαθμό στις αποφάσεις του εκάστοτε Αμερικανού προέδρου.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δεσμεύονται από αμυντική συνθήκη να υπερασπιστούν το νησί σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης. Η στρατηγική της «στρατηγικής ασάφειας» διατηρεί επί δεκαετίες ανοιχτό το ενδεχόμενο αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης, λειτουργώντας αποτρεπτικά απέναντι στο Πεκίνο.

Ο Economist επισημαίνει όμως ότι η στάση του Ντόναλντ Τραμπ προκαλεί έντονη ανησυχία στην Ταϊπέι.

Παρότι η κυβέρνησή του έχει εγκρίνει πωλήσεις όπλων-ρεκόρ προς την Ταϊβάν, ο ίδιος έχει επανειλημμένα υποβαθμίσει δημόσια τη σημασία της. Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στο Πεκίνο, μάλιστα, εμφανίστηκε να υιοθετεί κινεζικά επιχειρήματα, κατηγορώντας τον πρόεδρο της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, ότι προκαλεί το Πεκίνο επιδιώκοντας την ανεξαρτησία του νησιού.

Ο Τραμπ έχει επίσης αφήσει να εννοηθεί ότι οι μελλοντικές πωλήσεις αμερικανικών όπλων θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως διαπραγματευτικό χαρτί στις εμπορικές συνομιλίες με την Κίνα.

Από τη δημοκρατία… στα μικροτσίπ

Για δεκαετίες, η Ταϊβάν επένδυε στο αφήγημα ότι αποτελεί ένα δημοκρατικό προπύργιο απέναντι στην αυταρχική Κίνα, εξασφαλίζοντας έτσι ισχυρή πολιτική υποστήριξη στην Ουάσιγκτον.

Ο Economist εκτιμά ότι αυτό το επιχείρημα έχει χάσει μέρος της αξίας του στη σημερινή Ουάσιγκτον.

Η εμπειρία της Ουκρανίας, την οποία ο Τραμπ έχει επικρίνει επειδή αντιστάθηκε στη Ρωσία, έκανε πολλούς στην Ταϊπέι να συνειδητοποιήσουν ότι οι κοινές δημοκρατικές αξίες ίσως δεν αρκούν πλέον για να εξασφαλίσουν αμερικανική προστασία.

Έτσι, η Ταϊβάν στηρίζει πλέον τη στρατηγική της σε δύο πολύ πιο απτά επιχειρήματα: τη γεωγραφική της θέση στην αποκαλούμενη «πρώτη νησιωτική αλυσίδα» που περιορίζει την έξοδο της Κίνας στον Ειρηνικό και, κυρίως, την κυρίαρχη θέση της στην παγκόσμια βιομηχανία ημιαγωγών.

Το νησί παράγει περίπου το 90% των πλέον προηγμένων μικροτσίπ στον κόσμο, γεγονός που, κατά την έκφραση Ταϊβανών πολιτικών, συνιστά τη λεγόμενη «Ασπίδα του Πυριτίου» (Silicon Shield).

Από ασπίδα… σε όπλο;

Το ενδιαφέρον σημείο της ανάλυσης είναι ότι ορισμένοι κύκλοι στην Ταϊπέι αρχίζουν να εξετάζουν ένα πολύ πιο επιθετικό σενάριο.

Αντί να αντιμετωπίζουν τη βιομηχανία μικροτσίπ αποκλειστικά ως στοιχείο αποτροπής, θεωρούν ότι θα μπορούσε να μετατραπεί σε εργαλείο πίεσης τόσο προς την Κίνα όσο και προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με αυτή τη σκέψη, σε περίπτωση σοβαρής κρίσης η Ταϊβάν θα μπορούσε να διακόψει σχεδόν αμέσως τις εξαγωγές προηγμένων ημιαγωγών, προκαλώντας σοκ στις διεθνείς αγορές και στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.

Η αφορμή, σημειώνει ο Economist, θα μπορούσε να είναι ένας κινεζικός αποκλεισμός των ενεργειακών εισαγωγών του νησιού. Χωρίς επαρκή ηλεκτρική ενέργεια, η κυβέρνηση θα αναγκαζόταν να δώσει προτεραιότητα στα νοσοκομεία και στις βασικές δημόσιες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να σταματήσει προσωρινά η παραγωγή μικροτσίπ.

Έτσι, η ίδια η ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε παράλυση της παγκόσμιας οικονομίας.

Το πραγματικό διακύβευμα

Το περιοδικό αναγνωρίζει ότι η ιδέα αυτή ενέχει τεράστιο ρίσκο. Στο πιο απαισιόδοξο σενάριο, ο Τραμπ θα μπορούσε να πιέσει την Ταϊβάν να αποδεχθεί μια συμφωνία με την Κίνα από την οποία η ίδια θα ήταν απούσα.

Οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης απαντούν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα έδινε στο Πεκίνο τον έλεγχο της σημαντικότερης βιομηχανίας μικροτσίπ στον κόσμο, υπονομεύοντας τις ίδιες τις αμερικανικές φιλοδοξίες για κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη.

Κατά τον Economist, αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί, παρά τη ρητορική του περί «κλοπής» της αμερικανικής βιομηχανίας ημιαγωγών από την Ταϊβάν, ο Τραμπ γνωρίζει ότι το νησί διαθέτει πραγματικά διαπραγματευτικά χαρτιά.

Το μήνυμα προς την Ουάσιγκτον

Η ανάλυση καταλήγει με μια ευρύτερη διαπίστωση για τη διεθνή πολιτική. Υποστηρικτές του Αμερικανού προέδρου υποστηρίζουν ότι επαναφέρει το δόγμα του Ρόναλντ Ρίγκαν περί «ειρήνης μέσω της ισχύος». Ο Economist, όμως, διαφωνεί κάθετα.

Κατά το περιοδικό, πολλοί σύμμαχοι των ΗΠΑ δεν βλέπουν πλέον μεγαλύτερη ισχύ, αλλά μεγαλύτερη ευαλωτότητα. Και, αντί να αναζητούν τρόπους να πείσουν την Ουάσιγκτον, αναζητούν πλέον τρόπους να αποκτήσουν τα δικά τους μέσα πίεσης απέναντί της.

Με άλλα λόγια, καταλήγει ο Economist, όλο και περισσότερες χώρες φαίνεται να πιστεύουν ότι, στην εποχή Τραμπ, ο ασφαλέστερος τρόπος να εξασφαλίσεις την αμερικανική προσοχή δεν είναι να επικαλεστείς κοινές αξίες, αλλά να διαθέτεις έναν μοχλό που μπορεί να προκαλέσει πραγματικό κόστος.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.