Skip to main content

Μετά τον Χαμενεΐ: Ο Τραμπ κερδίζει στο πολεμικό πεδίο, αλλά χάνει πολιτικά – Γιατί πρέπει να σταματήσει γρήγορα

Majid Asgaripour/WANA

Ανάλυση του Economist - Γιατί ο Τραμπ πρέπει να τελειώσει τον πόλεμο γρήγορα

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Είναι εξαιρετικά σπάνιο ένας αρχηγός κυβέρνησης να διατάζει τη δολοφονία ενός άλλου. Κι όμως, στις 28 Φεβρουαρίου ο πρόεδρος των ΗΠΑ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ φέρονται να έδωσαν την εντολή που οδήγησε στον θάνατο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σε μια επιχείρηση που έδειξε την επιχειρησιακή ισχύ της στρατιωτικής εκστρατείας κατά της Τεχεράνης. Ωστόσο, το πολιτικό αποτέλεσμα της επιχείρησης παραμένει αβέβαιο, παρατηρεί ο Economist.

Η επιχείρηση, που εξελίσσεται με την ονομασία «Επική Οργή», έχει επιφέρει συντριπτικά πλήγματα στις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν. Οι αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις έχουν καταστρέψει μεγάλο μέρος του ιρανικού ναυτικού, έχουν καθηλώσει την αεροπορία και συνεχίζουν να πλήττουν τις υποδομές πυραύλων και την αμυντική βιομηχανία της χώρας.

Με τον έλεγχο του εναέριου χώρου, οι δύο σύμμαχοι έχουν τη δυνατότητα να επιχειρούν σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Ταυτόχρονα, συστήματα αναχαίτισης προστατεύουν βάσεις και πόλεις στο Ισραήλ και στις χώρες του Κόλπου από τα κύματα πυραύλων και drones που εξαπολύει η Τεχεράνη.

Το πολιτικό κενό

Ωστόσο, η εξόντωση του Χαμενεΐ δεν οδήγησε σε κατάρρευση του καθεστώτος. Την εξουσία ανέλαβε αμέσως ένα τριμελές σχήμα, ενώ νέος ανώτατος ηγέτης θα μπορούσε να οριστεί σύντομα – ακόμη και ο γιος του Χαμενεΐ, εφόσον επιβιώσει.

Το γεγονός αυτό αναδεικνύει, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του Economist, το βασικό πρόβλημα της αμερικανικής στρατηγικής: την απουσία σαφούς πολιτικού στόχου. Ο Ντόναλντ Τραμπ και η κυβέρνησή του έχουν διατυπώσει μια σειρά από διαφορετικές αιτιολογήσεις για τον πόλεμο – από τα πυρηνικά και τους βαλλιστικούς πυραύλους μέχρι την αλλαγή καθεστώτος ή την ανάγκη αποτροπής μιας υποτιθέμενης επικείμενης επίθεσης.

Ένας πόλεμος με δύο πρόσωπα

Το αποτέλεσμα είναι ένας πόλεμος με δύο πρόσωπα, σημειώνει ο Economist. Στο στρατιωτικό επίπεδο, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν σαφές πλεονέκτημα. Στο πολιτικό, όμως, το Ιράν επιχειρεί να επιβιώσει δημιουργώντας αβεβαιότητα και διευρύνοντας τη σύγκρουση.

Η Τεχεράνη έχει ήδη επιτεθεί σε κράτη του Αραβικού Κόλπου και έχει επιχειρήσει να πλήξει ενεργειακές εγκαταστάσεις, ενώ η σύγκρουση επεκτείνεται και στον Λίβανο με την εμπλοκή της Χεζμπολάχ. Παράλληλα, έχει επιχειρήσει να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, από όπου περνά περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.

Οι επιπτώσεις στις αγορές είναι ήδη ορατές: το πετρέλαιο Brent έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχουν εκτοξευθεί.

Οι κίνδυνοι της επόμενης ημέρας

Η εσωτερική αποσταθεροποίηση του Ιράν αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα κινδύνου. Περίπου το 40% του πληθυσμού ανήκει σε εθνοτικές μειονότητες – Άραβες, Αζέρους, Κούρδους, Βαλούχους και Λούρους – γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρύτερη αποσύνθεση της χώρας.

Η υποστήριξη κουρδικών ανταρτικών ομάδων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ αυξάνει τον κίνδυνο εμφύλιων συγκρούσεων, με πιθανές συνέπειες για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Το δίλημμα του Τραμπ

Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι αν η Ουάσιγκτον θα επιδιώξει την πλήρη ανατροπή του καθεστώτος ή αν θα περιοριστεί στην αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν.

Η δεύτερη επιλογή ίσως να είναι η πιο ρεαλιστική. Η πρώτη θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν μακροχρόνιο και εξαιρετικά αβέβαιο πόλεμο, με σοβαρές επιπτώσεις για τη διεθνή οικονομία και τη σταθερότητα της περιοχής.

Το παράδοξο είναι ότι πριν από την έναρξη της σύγκρουσης το ιρανικό καθεστώς βρισκόταν ήδη σε μία από τις πιο αδύναμες στιγμές της ιστορίας του. Τώρα, ο κίνδυνος είναι ο πόλεμος να δημιουργήσει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: περισσότερη αστάθεια στη Μέση Ανατολή και ένα νέο, ακόμη πιο σκληροπυρηνικό καθεστώς στην Τεχεράνη.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.