Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να ανακαλέσει την απόφασή της να αποδεσμεύσει 10 δισ. ευρώ προς την Ουγγαρία το 2023, σύμφωνα με τη γνώμη της γενικής εισαγγελέως του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), Ταμάρα Τσάπετα. Η υπόθεση εξετάζεται έπειτα από προσφυγή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο κατηγορεί την Επιτροπή ότι παραβίασε τους ίδιους της τους κανόνες όταν, τον Δεκέμβριο του 2023, ξεπάγωσε κονδύλια που είχαν ανασταλεί λόγω ανησυχιών για το κράτος δικαίου στην Ουγγαρία.
Οι ευρωβουλευτές υποστηρίζουν ότι η απόφαση ελήφθη για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, παραμονές κρίσιμης συνόδου κορυφής της ΕΕ, όταν οι ηγέτες της Ένωσης επιδίωκαν τη συνεργασία του Ούγγρου πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν για την έγκριση βοήθειας προς την Ουκρανία.
Η γνώμη της γενικής εισαγγελέως — η οποία εισηγείται την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής — δεν είναι δεσμευτική, αλλά συχνά επηρεάζει σημαντικά την τελική ετυμηγορία του Δικαστηρίου, η οποία αναμένεται τους επόμενους μήνες. Οι γενικοί εισαγγελείς δεν είναι δικαστές, αλλά νομικοί σύμβουλοι που συνδράμουν το ΔΕΕ σε σύνθετες ή πρωτοφανείς υποθέσεις.
Η χρονική συγκυρία θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς ο Όρμπαν εμφανίζεται να υπολείπεται στις δημοσκοπήσεις ενόψει των εκλογών του Απριλίου στην Ουγγαρία. Ευρωπαίοι διπλωμάτες παραδέχονται ότι τους τελευταίους μήνες οι Βρυξέλλες απέφευγαν την ανοιχτή κριτική προς τη Βουδαπέστη, ώστε να μην ενισχύσουν την προεκλογική ρητορική του Ούγγρου πρωθυπουργού. «Δεν είναι αυτό που χρειαζόμασταν τόσο κοντά στις κάλπες», σχολίασε ανώνυμα διπλωμάτης της ΕΕ.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπεραμύνθηκε της απόφασής της, υποστηρίζοντας ότι βασίστηκε σε «ενδελεχή αξιολόγηση» των μεταρρυθμίσεων που υιοθέτησε η Ουγγαρία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Όπως ανέφερε εκπρόσωπός της, η απόφαση τεκμηρίωνε σαφώς γιατί οι μεταρρυθμίσεις κρίθηκαν επαρκείς.
Ο ίδιος ο Όρμπαν δεν σχολίασε τη γνώμη της γενικής εισαγγελέως, ωστόσο ο πολιτικός του διευθυντής, Μπάλαζ Όρμπαν, απέδωσε την εξέλιξη στη στάση της Βουδαπέστης κατά της ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ. «Τη στιγμή που ένα κράτος-μέλος αποκλίνει από το σενάριο της ευρωπαϊκής ελίτ, ενεργοποιείται ο νομικός μηχανισμός», δήλωσε.
Κριτική για ελλιπή αξιολόγηση και διαφάνεια
Στην αναλυτική της γνώμη, η Τσάπετα αναφέρει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε «εσφαλμένα» τους κανόνες περί κράτους δικαίου, αποδεσμεύοντας τα κονδύλια πριν εφαρμοστούν πλήρως οι ουγγρικές μεταρρυθμίσεις. Επισημαίνει επίσης ότι δεν πραγματοποιήθηκε «ουσιαστική αξιολόγηση» των αλλαγών που αφορούν την ανεξαρτησία του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ουγγαρίας και τον διορισμό μελών του Συνταγματικού Δικαστηρίου — ζητήματα που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί κομβικά.
Παράλληλα, η γενική εισαγγελέας ασκεί κριτική για έλλειψη διαφάνειας, σημειώνοντας ότι η Επιτροπή δεν παρείχε επαρκή αιτιολόγηση για την απόφασή της. «Η Επιτροπή οφείλει εξηγήσεις όχι μόνο προς την Ουγγαρία, αλλά και προς τους πολίτες της ΕΕ», αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση του Δικαστηρίου.
Ωστόσο, η Τσάπετα δεν υιοθέτησε τον ισχυρισμό του Κοινοβουλίου ότι η Επιτροπή έκανε κατάχρηση εξουσίας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον αμφιλεγόμενο νόμο περί «Προστασίας της Κυριαρχίας» στην Ουγγαρία, τον οποίο — σύμφωνα με τη γνώμη — η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη. Σε ξεχωριστή απόφαση που εκδόθηκε την ίδια ημέρα, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο συγκεκριμένος νόμος παραβιάζει το δίκαιο της ΕΕ, καθώς περιορίζει «πολλές θεμελιώδεις ελευθερίες».
Πιθανές οικονομικές συνέπειες
Ο Γερμανός ευρωβουλευτής και καθηγητής ευρωπαϊκού δικαίου Ρενέ Ρεπάσι δήλωσε ότι, εάν το Δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση, η Επιτροπή θα πρέπει να ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων. «Αν η Ουγγαρία δεν τα επιστρέψει, η Επιτροπή μπορεί να συμψηφίσει το ποσό με μελλοντικές εκταμιεύσεις που δικαιούται η χώρα», εξήγησε.
Η τελική απόφαση του ΔΕΕ αναμένεται να δημιουργήσει σημαντικό προηγούμενο ως προς το εύρος της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής στην αξιολόγηση παραβιάσεων του κράτους δικαίου, ιδίως στο πλαίσιο του Κανονισμού Κοινών Διατάξεων, που θέτει αυστηρούς όρους σχετικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης για την εκταμίευση ευρωπαϊκών πόρων.
Κατά την ακρόαση του Οκτωβρίου 2025, η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα προκαθορισμένα τεχνικά «ορόσημα» για τη μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης είχαν επισήμως επιτευχθεί από τη Βουδαπέστη, άρα η εκταμίευση ήταν υποχρεωτική. Ωστόσο, η γνώμη της γενικής εισαγγελέως συντάσσεται με το επιχείρημα των νομικών του Κοινοβουλίου ότι η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει συνολικά τις συστημικές ελλείψεις του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία.
Ο ευρωβουλευτής των Πρασίνων Ντάνιελ Φρόιντ χαρακτήρισε τη γνώμη «ηχηρό ράπισμα» προς την Επιτροπή. «Αν το Δικαστήριο ακολουθήσει αυτή τη συλλογιστική, θα πρόκειται για νίκη του κράτους δικαίου στην Ευρώπη», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η εκταμίευση των 10 δισ. ευρώ ήταν «παράνομη και πολιτικά υποκινούμενη», πλήττοντας την αξιοπιστία της Επιτροπής.
Η υπόθεση εκκρεμεί από τον Μάρτιο του 2024, όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατέθεσε την προσφυγή. Η τελική απόφαση του ΔΕΕ αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ συνδέει τη χρηματοδότηση με τον σεβασμό του κράτους δικαίου.
Με πληροφορίες από Politico
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












