«Στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν είναι μόνο οι ψηφοφόροι που αποφασίζουν για την έκβαση της πολιτικής διαμάχης για την εξουσία. Είναι κυρίως όσοι έχουν κυριολεκτικά την οικονομική δυνατότητα να κάνουν προεκλογική εκστρατεία: δισεκατομμυριούχοι, επιχειρηματικές δυναστείες και τεχνολογικοί γίγαντες» λέει ο Γερμανός δημοσιογράφος Τζούλιαν Χάισλερ, ο οποίος εξετάζει την αυξανόμενη πολιτική δύναμη των υπερπλούσιων στο νέο του βιβλίο «Οι Ολιγάρχες της Αμερικής».
«Οι μηχανισμοί του κυβερνητικού συστήματος αναγκάζουν τους πολιτικούς να προσανατολίζονται προς τις προσδοκίες αυτής της μικρής ελίτ»,υποστηρίζει ο Χάισλερ και προσθέτει: «Η πολιτική ελίτ δεν ακολουθεί πλέον το κέντρο της κοινωνίας, αλλά μάλλον το μέσο της πυραμίδας του πλούτου – ή, για την ακρίβεια: την κορυφή της».
Είναι λάθος να πιστεύουμε βέβαια ότι αυτό το φαινόμενο είναι νέο. Ακόμα και κατά την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών, η επιδίωξη της ιδιοκτησίας ήταν βαθιά κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα. «Το Αμερικανικό Σύνταγμα έχει δώσει έντονη έμφαση στα δικαιώματα ιδιοκτησίας από την αρχή», λέει ο Χάισλερ.
«Οι πρόεδροι των πρώτων χρόνων -ιδιοκτήτες φυτειών, μεγάλοι γαιοκτήμονες, οικονομικά προνομιούχοι άνδρες- ήταν εκπρόσωποι ακριβώς αυτής της ανώτερης τάξης που προσάρμοσαν το νέο κράτος στα συμφέροντά τους».
Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, το 1946, ο διάσημος Βρετανός συγγραφέας Άλντους Χάξλεϊ είχε γράψει ένα δοκίμιο με τίτλο « Η Εποχή των Ολιγαρχών: Για την Επιστήμη, την Ελευθερία και την Ειρήνη».
Ο Χάξλεϊ, γνωστός περισσότερο για το δυστοπικό του μυθιστόρημα « Ο θαυμαστός καινούριος κόσμος», έφυγε από τη ζωή το 1963 και δεν πρόλαβε να δει την επιτυχία της «Εποχής των Ολιγαρχών» .
Ο Βρετανός συγγραφέας είχε οραματιστεί πάντως «ένα είδος παγκόσμιας κυβέρνησης» ως αντίδοτο στον εθνικισμό. «Κανένα κοινωνικό κακό δεν έχει ποτέ μόνο μία αιτία», έγραφε, και προσδιόρισε την τεχνολογική πρόοδο ως «έναν από τους υποκινητές της προοδευτικής παρακμής της ελευθερίας και του συγκεντρωτισμού της εξουσίας τον 20ό αιώνα».
Ο Χάξλεϊ έλεγε μάλιστα ότι η ανθρωπότητα έχει μικρή ικανότητα μάθησης: «Ακόμα και οι αδιανόητες καταστροφές των τελευταίων ετών μόλις που έχουν επηρεάσει τη σκέψη των επιζώντων», παρατηρούσε ο Βρετανός συγγραφέας , αναφερόμενος στα δεινά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Υποστήριξε μάλιστα τον «αυστηρό περιορισμό της εξουσίας που κατέχουν άτομα ή οργανισμοί», χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ του κράτους και του ιδιωτικού τομέα.
Όπως εξηγεί ο Χάισλερ στο δικό του βιβλίο , οι προειδοποιήσεις για τη δύναμη των ολιγαρχών είχαν ήδη διατυπωθεί στις αρχές του 20ού αιώνα. «Μπορούμε να έχουμε δημοκρατία σε αυτή τη χώρα ή να έχουμε μεγάλο πλούτο στα χέρια λίγων, αλλά όχι και τα δύο», έλεγε ο Λούις Μπραντέις, δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου από το 1916 έως το 1939.
Από τον Χάξλεϊ στον Χάισλερ
Πάνω από οκτώ δεκαετίες μετά, στο δικό του βιβλίο για τους ολιγάρχες ο Γερμανός Τζούλιαν Χάισλερ καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα : «Τα συμφέροντα των υπερπλούσιων καθόριζαν πάντα την πορεία των ΗΠΑ. Χωρίς ένα καλά ανεπτυγμένο χρηματοοικονομικό δίκτυο, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, για έναν Αμερικανό πολιτικό να ανέλθει στην κορυφή». Σύμφωνα με τον ίδιο, το χρήμα και η εξουσία συμβάδιζαν πάντα στις ΗΠΑ.
«Αυτό που έχει αλλάξει, λέει ωστόσο, είναι η μόχλευση της επιρροής.Οι υπερπλούσιοι έχουν τη δυνατότητα να επενδύουν σχεδόν χωρίς όρια σε προεκλογικές εκστρατείες. Το αποτέλεσμα: η πολιτική εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από λίγους δωρητές.
«Υπάρχουν δισεκατομμυριούχοι που απαιτούν κάτι σε αντάλλαγμα για τις συνεισφορές τους – και υπάρχουν άλλοι που δίνουν χρήματα επειδή θέλουν ο κόσμος να φέρει το στίγμα τους μέσω του υποψηφίου», γράφει ο Χάισλερ. «Και στις δύο περιπτώσεις, η εξουσία μεταφέρεται στον ιδιωτικό πλούτο – χωρίς δημοκρατική εποπτεία.Οι υπερπλούσιοι όχι μόνο αποφασίζουν ποιος θα θέσει υποψηφιότητα για κάποιο αξίωμα, αλλά καθορίζουν όλο και περισσότερο τι θα συζητηθεί». Κι όμως: Οι μηχανισμοί με τους οποίους οι πολιτικές αποφάσεις καθοδηγούνται μέσω του χρήματος έχουν παρόμοια επίδραση.
Σε πολιτείες όπως το Ουισκόνσιν, που παραδοσιακά αποτελεί «αμφιταλαντευόμενη» ανάμεσα σε Ρεπουμπλικανούς και Δημοκρατικούς, μερικά εκατομμύρια δολάρια που δαπανώνται για διαφημιστικές εκστρατείες είναι αρκετά για να ανατρέψουν την κατάσταση. «Σε μια περίπτωση, ένας μη δημοφιλής Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής διατηρήθηκε στην εξουσία χάρη στην στοχευμένη υποστήριξη μερικών δισεκατομμυριούχων – ενάντια σε όλες τις δημοσκοπήσεις, ενάντια σε όλες τις προσδοκίες», αναφέρει ο Χάισλερ. «Η δημοκρατία γίνεται έτσι μια αγορά – και η πολιτική διαφήμιση μια επένδυση με αναμενόμενη απόδοση».
Το παράδειγμα του Ελον Μασκ
Ένα παράδειγμα είναι ο δισεκατομμυριούχος Έλον Μασκ, ο οποίος μπορεί τώρα να έχει πέσει σε δυσμένεια από τον πρόεδρο Τραμπ, αλλά ασκεί επιρροή όχι μόνο μέσω δωρεών αλλά και μέσω της ιδιοκτησίας του σε πλατφόρμες όπως το X (πρώην Twitter) και το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης Grok. «Όποιος χρησιμοποίησε το Twitter πριν και μετά τον Μασκ θα αναγνωρίσει την αλλαγή στο περιεχόμενο και τις προτεραιότητες», εξηγεί ο Χάισλερ. Ό,τι είναι ορατό – και ό,τι όχι – καθορίζεται από αλγόριθμους. Όποιος ελέγχει αυτούς τους αλγόριθμους διαμορφώνει τη δημόσια συζήτηση. Δεν πρόκειται πλέον για δυστοπία. Είναι το παρόν.
Κι όμως, υπάρχουν και στιγμές αντίστασης. Όταν ο Έλον Μασκ εμφανίστηκε σε μια σκηνή στο Ουισκόνσιν φορώντας ένα καπέλο σαν …τυρί για να υποστηρίξει έναν συντηρητικό υποψήφιο, ο τελευταίος έχασε με σημαντική διαφορά. Αλλά το σύστημα που επιτρέπει αυτή την παρέμβαση παραμένει άθικτο.
Αυτή η επιρροή σπάνια είναι άμεση. «Οι ολιγάρχες στις ΗΠΑ δεν βρίσκονται στην εξουσία», λέει ο Γερμανός συγγραφέας. «Δεν χρειάζεται να βρίσκονται στην εξουσία. Το σύστημα ενεργεί εδώ και καιρό προς το συμφέρον του».
Οι διαφορές, προσθέτει, με τις αυταρχικές ολιγαρχίες όπως η Ρωσία είναι παρόλα αυτά σημαντικές: «Στις ΗΠΑ, κανείς δεν πρέπει να φοβάται ότι θα πέσει από ένα παράθυρο αν στραφεί εναντίον του προέδρου».
Η δημοκρατία υπό συνεχή πίεση
Σε πολλές χώρες της Δύσης όμως, « τα δίκτυα επιρροής που έχουν αναπτυχθεί εδώ και δεκαετίες έχουν καταφέρει να απομονώσουν σε μεγάλο βαθμό πολλά μέλη του κοινοβουλίου από τη βούληση της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Οι πλούσιοι προστάτες μπορούν απλώς να αντισταθμίσουν τις δωρεές των απλών ψηφοφόρων προς την αντίπαλη πλευρά μέσω των μεγάλων συνεισφορών τους», λέει ο Γερμανός συγγραφέας.
Πολύ λίγοι αιρετοί αξιωματούχοι στην Ουάσιγκτον» θα μπορούσαν «να αντέξουν οικονομικά να εργαστούν ρητά και με συνέπεια εναντίον των υπερπλούσιων. Για πολλούς, ο κίνδυνος να αντιμετωπίσουν έναν οικονομικά εύπορο αντίπαλο στις επόμενες εκλογές είναι πολύ μεγάλος. Η συνεχώς αυξανόμενη ανάγκη για χρήματα χρησιμεύει ως παράγοντας πειθούς».
Είναι αυτή η κατάσταση αναστρέψιμη; Ο Χάισλερ είναι σκεπτικός. Ενώ έχουν γίνει προσπάθειες μεταρρύθμισης στο παρελθόν για τη χρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας, τελικά ανατράπηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. «Η τρέχουσα νομική κατάσταση είναι πρακτικά κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα. Μια νέα τροποποίηση θα ήταν απαραίτητη για να αλλάξουν οι κανόνες του παιχνιδιού – αλλά αυτό δεν είναι πολιτικά εφικτό». Η ελπίδα για ένα σύστημα πέρα από το χρήμα παραμένει ασαφής. Φαίνεται ότι σήμερα, όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα να θεσπίζουν τους κανόνες είναι αυτοί που το κάνουν».
Λέγεται ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται. «Τη μία φορά ως τραγωδία, την επόμενη ως φάρσα», όπως έγραφε ο Καρλ Μαρξ.
Ο Ιρλανδός συγγραφέας,βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, κατέληξε στο συμπέρασμα: «Αν η ιστορία επαναλαμβάνεται και το απροσδόκητο συμβαίνει πάντα, πόσο ανίκανος πρέπει να είναι ο άνθρωπος να μάθει από την εμπειρία».
Η ανθρωπότητα έχει βέβαια αρκετές φορές αποδείξει την ικανότητά της να μαθαίνει από την ιστορία. Αλλά έχει επίσης επιδείξει την αδιάκοπη τάση της να ξανακάνει τα λάθη του παρελθόντος, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η ιστορία πραγματικά επαναλαμβάνεται.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












