Πριν από μία δεκαετία, η ευρωπαϊκή πολιτική έναντι της Κίνας χαρακτηριζόταν από έντονο εφησυχασμό. Το 2015, το Πεκίνο δημοσιοποίησε τη στρατηγική «Made in China 2025», θέτοντας ως σαφή στόχο την ανατροπή της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πρωτοκαθεδρίας. Ελάχιστοι στην Ευρώπη εξέλαβαν σοβαρά τις φιλοδοξίες αυτές, καθώς οι Ευρωπαίοι βιομήχανοι κατείχαν δεσπόζουσα θέση παγκοσμίως, τρέφοντας την αυταπάτη ότι οι Κινέζοι ανταγωνιστές αδυνατούσαν να προσεγγίσουν το επίπεδο των καινοτόμων προϊόντων τους.
Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κήρυξε τον εμπορικό πόλεμο κατά του Πεκίνου κατά την πρώτη του θητεία, μεγάλο μέρος της Ευρώπης απέρριψε τη διάγνωση περί μη βιώσιμου εμπορικού ελλείμματος, παρατείνοντας την αδράνεια.
Απότομο ξύπνημα
Στο μεταξύ, το Πεκίνο διοχέτευε μεθοδικά δισεκατομμύρια για τη γαλούχηση εγχώριων βιομηχανικών πρωταθλητών, ικανών να εκτοπίσουν τους Ευρωπαίους αντιπάλους. Σταδιακά, η πραγματικότητα κατέστησε αδύνατη την αγνόηση του σκληρού ανταγωνισμού.
Η αλματώδης άνοδος των κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών προκάλεσε έντονη ανησυχία, αναγκάζοντας την ΕΕ να επιβάλει δασμούς ύψους 17% έως 35% στις εισαγωγές κινεζικών ηλεκτρικών οχημάτων στα τέλη του 2024.
Μέχρι την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, τον Ιανουάριο του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τη στήριξη της Γαλλίας, επεδίωκε τη συνεργασία με την Ουάσινγκτον, ελπίζοντας ότι η αμερικανική εμπλοκή θα έκαμπτε τις επιφυλάξεις των απρόθυμων μελών της Ένωσης για τη λήψη αυστηρότερων μέτρων.
Η προσέγγιση αυτή προσέκρουσε στην άρνηση του Τραμπ, ο οποίος επέλεξε να απειλήσει την Ευρώπη με εμπορικό πόλεμο, μονοπωλώντας το ενδιαφέρον των Βρυξελλών.
Από το αφήγημα της «Κινεζικής Ευκαιρίας 2.0»…
Την ίδια χρονιά, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ επιχείρησε να εργαλειοποιήσει την αμερικανική επιθετικότητα έναντι της Γηραιάς Ηπείρου, παρουσιάζοντας το Πεκίνο ως την υπεύθυνη εναλλακτική υπερδύναμη και καλώντας τις Βρυξέλλες σε κοινό μέτωπο. Παρά τη μεγαλόστομη ρητορική, η κινεζική πλευρά απέφυγε κάθε ουσιαστική παραχώρηση, αγνοώντας τις ευρωπαϊκές ανησυχίες για τις εμπορικές πρακτικές που υπονομεύουν τη συνοχή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Ο Κινέζος πρωθυπουργός Λι Τσιανγκ απέρριψε τους φόβους για ένα επικείμενο «Κινεζικό Σοκ 2.0», προτρέποντάς τους να εστιάσουν στην «Κινεζική Ευκαιρία 2.0».
…στο κινεζικό σοκ
Ωστόσο, οι Βρυξέλλες αντιμετωπίζουν το αφήγημα αυτό με έντονη δυσπιστία, καθώς διαβλέπουν υπαρξιακή απειλή.
Το μερίδιο της Κίνας στην παγκόσμια μεταποίηση παρουσιάζει κατακόρυφη άνοδο από το 6% το 2000 σε περίπου 30%, τη στιγμή που το αντίστοιχο μερίδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συρρικνώνεται σταδιακά από το 30% στο 17%.
Πέρυσι, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας με την Ένωση άγγιξε τα 411 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ φέτος μόνο το εμπορικό έλλειμμα της Γερμανίας αναμένεται να διαμορφωθεί στα 114 δισεκατομμύρια δολάρια.
Οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές, με τη γερμανική βιομηχανία να καταγράφει απώλεια 10.000 θέσεων εργασίας μηνιαίως. Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά ο Μάρτιν Χέρενκνεχτ, ιδρυτής της ομώνυμης εταιρείας Herrenknecht: «Το κινεζικό σοκ είναι πραγματικό και πλήττει τη γερμανική βιομηχανία με πλήρη ισχύ».
Παράλληλα, το Πεκίνο έχει μάθει να εργαλειοποιεί τις ευρωπαϊκές εξαρτήσεις, διαθέτοντας ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο ελέγχου των εξαγωγών και πλήρη χαρτογράφηση των αδυναμιών στην ευρωπαϊκή εφοδιαστική αλυσίδα.
Οι Ευρωπαίοι συντονίζονται
Αντιμέτωποι με αυτή την πραγματικότητα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συγκλίνουν πλέον στην άποψη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να αναλάβει δυναμικές πρωτοβουλίες για τη θωράκιση της εγχώριας παραγωγής. Στις αρχές του έτους, η γαλλική κυβέρνηση εισηγήθηκε τη θέσπιση γενικού δασμού της τάξης του 30% έναντι των κινεζικών εισαγωγών, ενώ και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς εμφανίζεται έτοιμος να στηρίξει τη λήψη μέτρων.
Παρατεταμένο και σφοδρό σοκ
Το ενδεχόμενο ενός ολοκληρωτικού εμπορικού πολέμου με την Κίνα φαντάζει πλέον ορατό. Το Πεκίνο εξαρτάται από την ευρωπαϊκή καταναλωτική βάση και αναμένεται να εξαντλήσει κάθε μέσο ώστε να αποτρέψει το κλείσιμο των συνόρων.
Το επικείμενο σοκ προμηνύεται παρατεταμένο και σφοδρό, εκτιμά το Foreign Affairs.
Στο στόχαστρο εισέρχονται πλέον προηγμένοι τεχνολογικοί τομείς —όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο κλάδος των μηχανημάτων, η χημική βιομηχανία και η πράσινη ενέργεια— με ορατό τον κίνδυνο μαζικής κατάρρευσης κλάδων, καθώς είναι αδύνατον να υπάρξει ανταγωνισμός σε επίπεδο κόστους.
Η ιστορία της ευρωπαϊκής ηλιακής βιομηχανίας, η οποία συρρικνώθηκε από το 30% του παγκόσμιου μεριδίου στο ισχνό 1% σήμερα, αποτελεί προάγγελο των όσων θα ακολουθήσουν.
Αυτή τη φορά, όμως, η Ευρώπη κινδυνεύει να απολέσει εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Επιπλέον, η απώλεια της παραγωγικής ικανότητας ενδέχεται να πυροδοτήσει έναν φαύλο κύκλο εντεινόμενων εξαρτήσεων, καθιστώντας τους στόχους της Ευρώπης για τον αμυντικό επανεξοπλισμό της πρακτικά ανέφικτους. Σήμερα, οι εισαγωγές μπορεί να φαντάζουν φθηνές, αλλά αργότερα το Πεκίνο θα είναι σε θέση να αυξήσει τις τιμές, γνωρίζοντας ότι οι εταιρείες του έχουν εξοντώσει τον εγχώριο ανταγωνισμό.
Η μέγιστη δυνατή ενότητα
«Προκειμένου οι Βρυξέλλες να αμυνθούν αποτελεσματικά, απαιτείται η διασφάλιση της μέγιστης δυνατής εσωτερικής ενότητας και η στενή συμπαράταξη με διεθνείς εταίρους. Αμφότερες οι προϋποθέσεις κρίνονται επιβεβλημένες για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής βάσης, η οποία εγγυάται την ευημερία και την ασφάλεια της ηπείρου», υπογραμμίζει το Foreign Affairs.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












