Την ώρα που οι γεωπολιτικές κρίσεις και οι πόλεμοι προκαλούν σοκ στην παγκόσμια οικονομία, οι ευρωπαϊκοί πετρελαϊκοί κολοσσοί βλέπουν τα έσοδά τους να εκτοξεύονται. Ωστόσο, η μεγαλύτερη πηγή κέρδους δεν κρύβεται πλέον στις πετρελαιοπηγές και στα γεωτρύπανα, αλλά στις οθόνες των υπολογιστών. Η Shell, η BP και η TotalEnergies έχουν στήσει μια αθέατη «μηχανή παραγωγής χρήματος»: το trading (εμπορία πετρελαίου).
Λειτουργούν ως οι μεγαλύτεροι μεσάζοντες του πλανήτη, εφαρμόζοντας τη στρατηγική του arbitrage· αγοράζουν καύσιμα σε χαμηλή τιμή από τρίτες χώρες και τα μεταπουλούν ακαριαία εκεί όπου η ζήτηση χτυπάει κόκκινο, αφήνοντας πίσω τους αμερικανούς ανταγωνιστές, όπως η ExxonMobil and η Chevron.
Η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε «χρυσάφι» κατά τη διάρκεια του πρόσφατου γεωπολιτικού σοκ στη Μέση Ανατολή. Όταν η Αμερική και το Ισραήλ βομβάρδισαν το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι αγορές αναστατώθηκαν. Όμως, οι κορυφαίοι traders αντέδρασαν αστραπιαία: περιόρισαν άμεσα τις απώλειές τους, άλλαξαν στρατηγική και εκμεταλλεύτηκαν την τεράστια αστάθεια των τιμών.
TotalEnergies: «κλείδωσε» όλη την παραγωγή του Μαΐου από τα ΗΑΕ και Ομάν
Αγοράζοντας πετρέλαιο και υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) από ασφαλείς περιοχές, κάλυψαν τις ζημιές και εκτόξευσαν τα κέρδη τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γαλλική TotalEnergies, η οποία τον Μάρτιο «κλείδωσε» όλη την παραγωγή του Μαΐου από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ομάν, κερδίζοντας πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια από μία και μόνο κίνηση, αναφέρει ο Economist.
Από την δεκαετία του 1970
Αυτή η εμπορική στρατηγική των Ευρωπαίων δεν γεννήθηκε τυχαία, αλλά από ανάγκη. Τη δεκαετία του 1970, οι χώρες της Μέσης Ανατολής εθνικοποίησαν τα κοιτάσματά τους, αφήνοντας τις ευρωπαϊκές εταιρείες χωρίς δική τους παραγωγή, σε αντίθεση με τους Αμερικανούς που είχαν άφθονους εγχώριους πόρους. Οι Ευρωπαίοι αναγκάστηκαν να γίνουν έμποροι. Η βρετανική BP πρωτοστάτησε τη δεκαετία του 1980, ενώ η Shell και η TotalEnergies ακολούθησαν τη δεκαετία του 1990. Έμαθαν να επιβιώνουν και να βασίζουν την κερδοφορία τους στις ευκαιρίες arbitrage που γεννά η αστάθεια και το «spread».
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, το πεδίο έμεινε ελεύθερο για εκείνες. Μετά την οικονομική κρίση του 2008, οι αυστηροί αμερικανικοί νόμοι ανάγκασαν τις μεγάλες επενδυτικές τράπεζες της Wall Street (όπως η Goldman Sachs και η JPMorgan) να αποσυρθούν από το εμπόριο πρώτων υλών. Παράλληλα, η άνοδος του LNG δημιούργησε μια νέα παγκόσμια αγορά. Επειδή το υγροποιημένο αέριο μεταφέρεται με καράβια και όχι μέσω σταθερών αγωγών, οι έμποροι μπορούν να αλλάξουν την πορεία ενός τάνκερ μεσοπέλαγα και να το στείλουν στη χώρα που πληρώνει τα περισσότερα εκείνη τη στιγμή.
Ο trader χρειάζεται μόνο έναν υπολογιστή και κεφάλαιο κίνησης
Οι εμπορικοί βραχίονες λειτουργούν ως αυτόνομοι στρατοί και αποτελούν το μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Ευρώπης, οδηγώντας τις μετοχές τους στο να ξεπεράσουν τις αμερικανικές (ExxonMobil και Chevron).
Το trading είναι η τέλεια επιχείρηση γιατί απαιτεί ελάχιστα assets. Για να βγάλει πετρέλαιο μια εταιρεία, χρειάζεται δισεκατομμύρια για πλατφόρμες και γεωτρήσεις. Ο trader χρειάζεται μόνο έναν υπολογιστή και κεφάλαιο κίνησης. Έτσι, η απόδοση των επενδυμένων χρημάτων (απόδοση κεφαλαίου) εκτινάσσεται, προσθέτοντας 2% με 3% επιλέον κερδοφορία κάθε χρόνο.
Ο στρατός από traders παραμένει μυστικός, για τρεις λόγους:
Αυτές οι δραστηριότητες παραμένουν το «μυστικό όπλο» των ομίλων. Στις οικονομικές τους εκθέσεις, οι εταιρείες δεν έχουν ξεχωριστή κατηγορία για το trading, αλλά «κρύβουν» τα έσοδα ανακατεύοντάς τα με άλλα. Ωστόσο, οι προβλέψεις δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή τριάδα (Shell, BP, TotalEnergies) αναμένεται να αγγίξει τα 15-20 δισεκατομμύρια δολάρια σε κέρδη προ φόρων μόνο από το trading, ποσό που αντιπροσωπεύει το ένα πέμπτο των συνολικών τους κερδών.
- Ο πρώτος λόγος είναι το «κυνήγι κεφαλών» από τον ανταγωνισμό. Επειδή οι κορυφαίοι traders είναι ελάχιστοι, η δημοσιοποίηση των ονομάτων τους θα τους μετέτρεπε αμέσως σε στόχους εξαγοράς από ανεξάρτητους εμπορικούς ομίλους (όπως η Vitol), οι οποίοι προσφέρουν αστρονομικά πακέτα αποδοχών
- Ο δεύτερος λόγος αφορά την προστασία της εμπορικής στρατηγικής. Στην αγορά του arbitrage, η πληροφορία είναι το παν· αν οι ανταγωνιστές γνώριζαν ποια συγκεκριμένα στελέχη αγοράζουν ή πουλούν, θα μπορούσαν να προβλέψουν τις κινήσεις της εταιρείας και να αλλοιώσουν τις τιμές προς όφελός τους.
- Ο τρίτος είναι η αποφυγή της κοινωνικής κατακραυγής. Σε περιόδους κρίσης, η εικόνα υπαλλήλων που κερδίζουν εκατομμύρια την ώρα που οι καταναλωτές πλήττονται από την ακρίβεια, θα προκαλούσε οργή. Η ανωνυμία προστατεύει τις εταιρείες από την πολιτική πίεση για έκτακτους φόρους.
Οι ομάδες είναι μικρές και εξαιρετικά εξειδικευμένες, με traders που γνωρίζουν τα πάντα για συγκεκριμένες τοπικές αγορές, διατηρώντας ένα πανίσχυρο δίκτυο επαφών με αεροπορικές εταιρείες, διυλιστήρια και πλοιοκτήτες.
Οι άνθρωποι αυτοί διαθέτουν διπλωματικές ικανότητες, κλείνοντας συχνά συμφωνίες εκατομμυρίων κατά τη διάρκεια πολυτελών γευμάτων. Αν και αποτελούν μόλις το 10% του συνολικού προσωπικού, κάθε υπάλληλος του trading μπορεί να αποφέρει έως και 10 εκατομμύρια δολάρια κέρδος στην εταιρεία. Για τον λόγο αυτό, οι κορυφαίοι traders ανταμείβονται πλουσιοπάροχα με μπόνους που ξεπερνούν ακόμη και τον μισθό του ίδιου του Διευθύνοντος Συμβούλου, προκειμένου να μην «δραπετεύσουν» προς ανεξάρτητους εμπορικούς κολοσσούς, όπως η Vitol και η Trafigura.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












