Skip to main content

Τα νωπά τρόφιμα «σέρνουν» τον χορό του πληθωρισμού

Επιβραδύνονται οι ανατιμήσεις στα τυποποιημένα προϊόντα - Τι δείχνει έρευνα του ΙΟΒΕ

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Δύο διαφορετικές ταχύτητες διαμορφώνονται πλέον στην αγορά τροφίμων ως προς τις ανατιμήσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), με τις πιέσεις να μετατοπίζονται από τα τυποποιημένα στα νωπά προϊόντα.

Τα στοιχεία της έρευνας υποδεικνύουν ότι το βάρος των τρεχουσών πληθωριστικών πιέσεων εντοπίζεται πλέον καθαρά στα μη επεξεργασμένα προϊόντα. Στον αντίποδα, τα επεξεργασμένα είδη της βιομηχανίας εμφανίζουν τάσεις σταθεροποίησης, διαφοροποιώντας σημαντικά την εικόνα που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια στο καλάθι των νοικοκυριών.

Αγορά τροφίμων δύο ταχυτήτων

Η απόσταση ανάμεσα στις δύο κατηγορίες διευρύνεται, καθώς η ετήσια μεταβολή στα νωπά προϊόντα στην Ελλάδα έφτασε το 8,9% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, φέρνοντας τη χώρα στην κορυφή της σχετικής κατάταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αντίθετα, η πορεία των τυποποιημένων προϊόντων κινήθηκε σε σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς, με τον ετήσιο πληθωρισμό των επεξεργασμένων τροφίμων να περιορίζεται στο οριακό 0,4% κατά το ίδιο εξάμηνο.

Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του Ιουνίου, όταν τα νωπά προϊόντα κατέγραψαν ετήσια άνοδο 5,1%, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να εντοπίζονται στο κρέας (+9,4%) και στα φρούτα (+4,0%), ενώ τα επεξεργασμένα είδη της βιομηχανίας παρέμειναν σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο, με αύξηση μόλις 0,7%.

Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι η πρωτογενής παραγωγή και τα νωπά αγαθά αποτελούν αυτή τη στιγμή τον βασικό τροφοδότη της ακρίβειας στον τομέα της διατροφής.

Η απόκλιση αυτή το 2026 αποτελεί συνέχεια μιας σταδιακής μεταβολής των δυνάμεων που διαμορφώνουν την ακρίβεια, όπως καταγράφεται στην ιστορική αναδρομή της 21ης Έκθεσης του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ). Μετά την κορύφωση της ενεργειακής κρίσης το 2022 και το 2023, όταν οι τιμές των τυποποιημένων αγαθών επηρεάστηκαν έντονα από το αυξημένο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών και μεταφορών, η εικόνα άρχισε σταδιακά να αλλάζει. Ήδη από το 2024, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά είχε υποχωρήσει στο 3,1%, για να αποκλιμακωθεί περαιτέρω στο 2,3% το 2025.

Η επιβράδυνση αυτή αποτυπώθηκε έντονα και στις τιμές παραγωγού της εγχώριας βιομηχανίας. Ενώ το 2024 ο δείκτης τιμών παραγωγού στα μεταποιημένα τρόφιμα είχε ενισχυθεί κατά 2,5%, το 2025 πέρασε σε αρνητικό πρόσημο, καταγράφοντας μείωση 0,7%. Στον αντίποδα, οι τιμές εισαγωγής στα τρόφιμα παρέμειναν σε ανοδική τροχιά, σημειώνοντας αύξηση 6,3% το 2025 και διατηρώντας πιέσεις στο κόστος της αγοράς.

Έντονες διαφοροποιήσεις ανά προϊόν

Σε επίπεδο τελικής λιανικής, η εξέλιξη των τιμών το 2025 παρουσίασε έντονες διαφοροποιήσεις ανά προϊόν. Τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση κατέγραψαν τα φρούτα, με 8,0%, και το κρέας, με 7,1%, κατηγορίες που βρέθηκαν ξανά στο επίκεντρο των πιέσεων και το 2026. Αντίθετα, στα γαλακτοκομικά οι ανατιμήσεις συγκρατήθηκαν στο 1,5%, ενώ τα έλαια και τα λίπη σημείωσαν κατακόρυφη πτώση 22,3%, διορθώνοντας τις ακραίες αυξήσεις των προηγούμενων ετών και προσφέροντας τη βασική εστία αποκλιμάκωσης στο καλάθι του καταναλωτή.

Η σημασία των εξελίξεων αυτών αποτυπώνεται και στη διάρθρωση των καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών, καθώς τα τρόφιμα και τα μη οινοπνευματώδη ποτά εξακολουθούν να απορροφούν σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία των Ερευνών Οικογενειακού Προϋπολογισμού (ΕΟΠ) που περιλαμβάνει η έκθεση του ΙΟΒΕ, η συγκεκριμένη κατηγορία αντιπροσώπευε το 20,7% των συνολικών μηνιαίων αγορών των νοικοκυριών το 2024. Σε απόλυτα μεγέθη, η μέση μηνιαία δαπάνη ανά νοικοκυριό για τρόφιμα και μη οινοπνευματώδη ποτά διαμορφώθηκε στα 356,7 ευρώ, έναντι 348,9 ευρώ το 2023.

Στο εσωτερικό του «καλαθιού» της διατροφής, το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών κατευθύνεται σταθερά στο κρέας, με τη μέση μηνιαία δαπάνη να ανέρχεται σε 76,1 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 20,3% της συνολικής δαπάνης για τρόφιμα. Ακολουθούν τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αυγά, με 56,6 ευρώ (15,1%), τα λαχανικά με 49,8 ευρώ (13,3%), καθώς και το ψωμί και τα δημητριακά, όπου η μηνιαία δαπάνη ανήλθε σε 48,6 ευρώ (12,9%). Η διάρθρωση αυτή εξηγεί και γιατί οι μεταβολές στις τιμές βασικών κατηγοριών, όπως το κρέας και τα υπόλοιπα νωπά προϊόντα, έχουν άμεσο αντίκτυπο στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.