Skip to main content

Αγορά ακινήτων: Τι θα κρίνει την πορεία των τιμών

Alexandros Michailidis / SOOC

H περαιτέρω αύξηση του κόστους κατασκευής αναμένεται να επιβραδύνει την εκκίνηση νέων έργων

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Η ενεργειακή αποδοτικότητα και το λειτουργικό κόστος αναμένεται να είναι δυο ακόμη παράγοντες που θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις αξίες των ακινήτων, πέρα από τη θέση και τη ζήτηση. Αυτό τονίζεται στην έκθεση για τη νομισματική πολιτική 2025-2026  της Τράπεζας της Ελλάδος.

Ειδικά στην αγορά κατοικίας και δεδομένου ότι η προσφορά νέων ακινήτων παραμένει περιορισμένη, σημειώνεται ότι η περαιτέρω αύξηση του κόστους κατασκευής αναμένεται να επιβραδύνει την εκκίνηση νέων έργων, διατηρώντας τις τιμές σε υψηλά επίπεδα και επιδεινώνοντας την προσιτότητα της στέγης ιδίως για νοικοκυριά χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων.

Όσον αφορά τις προοπτικές για την ελληνική αγορά ακινήτων, τονίζεται ότι το προσεχές διάστημα παραμένουν συγκρατημένα θετικές, με αυξημένες όμως αβεβαιότητες σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα. Αναφερόμενη μάλιστα στα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση του στεγαστικού ζητήματος και την ενίσχυση της προσφοράς ακινήτων, η έκθεση της ΤτΕ τονίζει ότι το ουσιαστικό αποτύπωμά τους θα είναι ορατό σε βάθος χρόνου. «Αμεσότερα αποτελέσματα θα μπορούσαν να προκύψουν από την απλοποίηση των διαδικασιών μεταβίβασης και ανάπτυξης ακινήτων, καθώς και από κίνητρα για την επανένταξη ανενεργών ακινήτων στην αγορά».

Το επενδυτικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με την ΤτΕ, εκτιμάται ότι θα εστιάσει περισσότερο στην ποιότητα κατασκευής, στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και στην επιλογή θέσεων με ανεπτυγμένες υποδομές, υπό την προϋπόθεση της εξομάλυνσης της γεωπολιτικής αβεβαιότητας και της διατήρησης των εκτιμώμενων ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Υψηλό ενδιαφέρον, προσφορά περιορισμένη

Τους πρώτους μήνες του 2026, η ελληνική αγορά ακινήτων διατήρησε τη θετική της πορεία, με τάσεις επιβράδυνσης ωστόσο σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Το ενδιαφέρον παραμένει ενεργό τόσο από εγχώριους όσο και από ξένους επενδυτές, κυρίως για την κατοικία καθώς και τις επαγγελματικές χρήσεις υψηλών προδιαγραφών.

Κι ενώ το ενδιαφέρον παραμένει υψηλό, η προσφορά σύγχρονης και προσιτής κατοικίας παραμένει περιορισμένη, κατευθύνοντας μέρος της ζήτησης προς παλαιότερα ακίνητα και προς πιο προσιτές περιοχές εντός, αλλά και στα ευρύτερα όρια των μεγάλων αστικών κέντρων. Παράλληλα με το οικιστικό ενδιαφέρον, επενδύσεις καταγράφηκαν σε επαγγελματικά ακίνητα και σε χρήσεις σχετικές με τον τουρισμό και τη φιλοξενία, την αποθήκευση και τη διανομή, όπως και σε γραφεία υψηλών προδιαγραφών.

Επιχειρήσεις και επενδυτές εξακολουθούν να στρέφονται προς σύγχρονους και ενεργειακά βιώσιμους χώρους, αποεπενδύοντας σταδιακά από ακίνητα χαμηλότερων προδιαγραφών ή επενδύοντας στην αναβάθμιση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος.

Τα 2 εκατ. κλειστά σπίτια

Η εκτίναξη του κόστους στέγασης στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια οφείλεται όχι μόνο στην περιορισμένη ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας και στις χαμηλότερες επενδύσεις σε νέες κατοικίες μετά την οικονομική κρίση, αλλά και στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος των υφιστάμενων κατοικιών παραμένει κενό και δεν διατίθεται για μακροχρόνια μίσθωση ή πώληση.

Στη διαπίστωση αυτή καταλήγει μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Όπως επισημαίνει, ενώ ο συνολικός αριθμός των κατοικιών στη χώρα μας κατέγραψε μικρή αύξηση μεταξύ 2011 και 2021, ο αριθμός των διαθέσιμων προς ενοικίαση κατοικιών μειώθηκε την ίδια περίοδο πάνω από 10% και ο αριθμός των προσφερόμενων ακινήτων προς πώληση υποχώρησε κατά το 1/3.

Η μειωμένη αξιοποίηση του υπάρχοντος οικιστικού αποθέματος αναδεικνύεται, έτσι, σε βασική αιτία του στεγαστικού προβλήματος, το οποίο, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω μιας ισορροπημένης στρατηγικής που θα συνδυάζει τη στήριξη των νέων κατασκευών με πολιτικές καλύτερης αξιοποίησης των υπαρχουσών κατοικιών.

5 μέτρα

Προς την κατεύθυνση αυτή, προτείνονται πέντε δέσμες μέτρων, οι οποίες περιλαμβάνουν:

1.   Προώθηση στην επίλυση κληρονομικών και κτηματολογικών εκκρεμοτήτων. Η ολοκλήρωση και ο εξορθολογισμός του Κτηματολογίου και η μείωση του συμβολαιογραφικού κόστους για μεταβιβάσεις ακινήτων μικρής αξίας θα μπορούσαν να συμβάλουν στην επαναχρησιμοποίηση αδρανών κατοικιών.

2.   Φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις. Οι μακροχρόνιες μισθώσεις μπορούν να γίνουν πιο ελκυστικές έναντι των βραχυχρόνιων με τη θέσπιση αλλαγών στο ισχύον φορολογικό πλαίσιο, όπως μειωμένου φορολογικού συντελεστή για το εισόδημα από μακροχρόνιες μισθώσεις.

3.   Στήριξη των ανακαινίσεων. Στοχευμένες επιδοτήσεις για ανακαινίσεις ή προγράμματα πράσινων δανείων, υπό την προϋπόθεση ότι στη συνέχεια τα ακίνητα θα εντάσσονται στην αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης για τουλάχιστον ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, θα μπορούσαν να συντελέσουν στην αντιμετώπιση τόσο των ενεργειακών όσο και των στεγαστικών προκλήσεων.

4.   Ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Η καθιέρωση διαφορετικού φορολογικού καθεστώτος, αδειοδοτικών απαιτήσεων ή τελών σε περιοχές υψηλής ζήτησης θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην επιστροφή ακινήτων από τη βραχυχρόνια στη μακροχρόνια αγορά ακινήτων. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να εξισορροπούν τα οφέλη για τη στέγαση με τις επιπτώσεις στον τουριστικό τομέα.

5.   Συμπληρωματικές δημόσιες επενδύσεις σε κατοικίες. Πολιτικές που δίνουν ώθηση στη νέα οικοδομική δραστηριότητα – μέσω ταχύτερων αδειοδοτήσεων, χαμηλότερου κατασκευαστικού κόστους και στοχευμένης μεταρρύθμισης των χρήσεων γης στις αστικές περιοχές – είναι απαραίτητες, αλλά πρέπει να αποτελέσουν συμπληρωματικά μέτρα, και όχι υποκατάστατα μέτρων για την ενεργοποίηση του αποθέματος υφιστάμενων κατοικιών. Ιδίως οι δημόσιες επενδύσεις σε κοινωνική και προσιτή κατοικία σε αστικές περιοχές υψηλής ζήτησης θα μπορούσαν να διευρύνουν την προσφορά σε τμήματα της αγοράς τα οποία δεν καλύπτονται από την ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ 2011 και 2021 το συνολικό στεγαστικό απόθεμα της χώρας αυξήθηκε κατά 3,5%. Ωστόσο, οι κατοικίες που ήταν διαθέσιμες προς μακροχρόνια ενοικίαση μειώθηκαν κατά 10,4%, ενώ οι κατοικίες που προσφέρονταν προς πώληση κατέρρευσαν κατά 33,1%. Παράλληλα, οι λεγόμενες «ανενεργές» κενές κατοικίες, δηλαδή εκείνες που δεν προσφέρονταν ούτε προς ενοικίαση ούτε προς πώληση, αυξήθηκαν κατά 6,1%, από 1,71 εκατ. σε 1,81 εκατ. ακίνητα. Μπορεί δηλαδή τα σπίτια να αυξήθηκαν όμως εκείνα που μπορούσαν να βρουν οι πολίτες στην αγορά μειώθηκαν.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.