Skip to main content

Ο νέος ενεργειακός κίνδυνος

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

Karen Karniol-Tambour Co-Chief Investment Officer για τη Διατηρήσιμη Ανάπτυξη στην Bridgewater Associates

Έχουμε εισέλθει σε μια νέα περίοδο ενεργειακής ανασφάλειας, στην οποία οι οξείες ελλείψεις σαν εκείνες που είδαμε αυτό το καλοκαίρι θα εξελιχθούν σε διαρκή κίνδυνο. Οι οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες αυτής της αλλαγής είναι ήδη εμφανείς. Οι ελλείψεις ενέργειας σημαίνουν επιβολή δελτίου, και εάν τα κριτήρια της επιβολής δελτίου αφεθούν στις δυνάμεις της αγοράς, το αποτέλεσμα θα είναι βαθιά οπισθοδρομικό, με τους φτωχότερους να δαπανούν δυσανάλογα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες, όπως η θέρμανση και οι μεταφορές.

Ο ενεργειακός πληθωρισμός, με τη σειρά του, θα αυξήσει τους κινδύνους κοινωνικής αναταραχής, την οποία ήδη βιώνουν πολλοί ηγέτες τόσο σε πλούσιες όσο και σε φτωχές χώρες. Καίτοι οι ελλείψεις ενέργειας θα οδηγήσουν λογικά σε μεγαλύτερες επενδύσεις για ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας, τα νέα projects θα χρειαστούν χρόνο για να λειτουργήσουν. Και -εκτός εάν τα περισσότερα είναι ουδέτερα από άνθρακα- οι επενδύσεις για την αντιμετώπιση μιας βραχυπρόθεσμης ανάγκης θα διογκώσουν ένα πολύ μεγαλύτερο μακροπρόθεσμο πρόβλημα.

Η σημερινή ενεργειακή ανασφάλεια έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό. Οι περισσότερες ενεργειακές επενδύσεις χρειάζονται χρόνια για να ολοκληρωθούν και η υποδομή τους είθισται να χρησιμοποιείται για δεκαετίες. Το σημερινό ενεργειακό αποτύπωμα του κόσμου «βγήκε από τον φούρνο» πριν από χρόνια, κι αυτός είναι ο λόγος που τα ορυκτά καύσιμα εξακολουθούν να αναλογούν στο 80% και πλέον της παγκόσμιας κατανάλωσης ενέργειας.

Πριν ακόμη από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι πολυετείς υποεπενδύσεις είχαν ως συνέπεια η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου να ξεπεράσει σημαντικά την προσφορά. Αυτό που έκανε ο πόλεμος ήταν να εντείνει τις στρεβλώσεις, αφαιρώντας από την αγορά τις ρωσικές προμήθειες μέσα από ένα μίγμα επίσημων κυβερνητικών κυρώσεων και αυτο-κυρώσεων από πωλητές και καταναλωτές. Και παρότι η Ρωσία εξακολουθεί να προμηθεύει κάποιους αγοραστές, ο πόλεμος έχει μειώσει την παγκόσμια προσφορά περίπου κατά 1,5% από τον Μάιο.

Το ποσοστό αυτό μπορεί να μη μοιάζει μεγάλο, αλλά ακόμη και μια μικρή μείωση μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην τιμή όταν η προσφορά είναι ήδη περιορισμένη. Όταν έπεσε το καθεστώς του Μουαμάρ Καντάφι στη διάρκεια μιας αντίστοιχα ασταθούς περιόδου, το 2011, η απώλεια λιβυκού πετρελαίου μείωσε την παγκόσμια προσφορά κατά 1% και οδήγησε τις τιμές του πετρελαίου σε άνοδο κατά 50%.

Λόγω του σημαντικού χάσματος μεταξύ νέων επενδύσεων και παραγωγής, οι σημερινές ελλείψεις πετρελαίου δεν μπορούν να αναταχθούν γρήγορα. Οι αμερικανικές εταιρείες σχιστολιθικού πετρελαίου έχουν μοναδικό εξοπλισμό για να αυξήσουν την παραγωγή τους σχετικά γρήγορα, όμως οι ζημιές που υπέστησαν στο παρελθόν τις κάνουν απρόθυμες να κινηθούν επιθετικά και, συν τοις άλλοις, ακόμη χρειάζονται χρόνο παράδοσης τουλάχιστον εννέα μηνών. Οι παραδοσιακοί παραγωγοί πετρελαίου του ΟΠΕΚ+ έχουν ελάχιστη πραγματική δυνατότητα να αυξήσουν την παραγωγή πέραν των συμφωνημένων στόχων και μετά από χρόνια υποεπενδύσεων, πολλές είναι οι χώρες που δίνουν μάχη για να ανταποκριθούν ακόμη και στις ισχύουσες ποσοστώσεις.

Καθώς οι περισσότερες πηγές ενέργειας έχουν δυνατότητα επέκτασης μόνον σε πολυετή χρονικό ορίζοντα και τα αποθέματα βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, στην αγορά έχει απομείνει μόνο ένας τρόπος για να πετύχει βραχυπρόθεσμη ισορροπία: μια απότομη αύξηση των τιμών, με συνέπεια την πτώση της συνολικής ζήτησης. Ως εκ τούτου, ο νέος κόσμος των επίμονων ενεργειακών ελλείψεων είναι στασιμοπληθωριστικός, όσο και οπισθοδρομικός. Όσο ο πληθωρισμός ανεβαίνει, η οικονομική δραστηριότητα πέφτει, επειδή δεν υπάρχει επαρκής ενέργεια για να την τροφοδοτήσει. Χωρίς επιδοτήσεις, οι άνθρωποι με χαμηλότερο εισόδημα μπορεί να αποκοπούν εντελώς από την αγορά ενέργειας, γεγονός που εισάγει μια επικίνδυνη μορφή ανισότητας.

Η Ευρώπη είχε ήδη ζήσει μια «πρόβα» αυτών των συνθηκών το 2021, όταν η Ρωσία μείωσε τις αποστολές φυσικού αερίου. Οι κυβερνήσεις παρενέβησαν τότε για να αντισταθμίσουν το αυξανόμενο κόστος ενέργειας για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, αλλά οι ενεργοβόρες βιομηχανίες έχασαν την κερδοφορία τους και αναγκάστηκαν να διακόψουν ή να μειώσουν την παραγωγή. Αυτός θεωρήθηκε «αποτελεσματικός» τρόπος επιβολής δελτίου της ενέργειας, όμως παρ’ όλα αυτά οδήγησε σε επιβράδυνση της ανάπτυξης. Και καθώς οι ελλείψεις έχουν ενταθεί το 2022, οι ίδιες συνθήκες επικρατούν πλέον παγκοσμίως, με τις περισσότερες κυβερνήσεις να μη βρίσκουν ακόμη συντονισμένη απάντηση.

Η πρόκληση δεν είναι μόνο να παραχθεί περισσότερη ενέργεια βραχυπρόθεσμα, αλλά και να εισαχθεί ενεργειακή υποδομή που θα συμβάλει στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η στροφή στα ορυκτά καύσιμα απλώς θα έφερνε ακόμη περισσότερη υπερθέρμανση του πλανήτη. Υπάρχουν δύο τρόποι για να αποφευχθεί αυτό.

Η πρώτη στρατηγική είναι να υπάρξουν ρυθμιστικοί κανόνες που θα κάνουν αναπόδραστη τη μελλοντική φορολόγηση του άνθρακα. Αυτό συμβαίνει ήδη σε κάποιο βαθμό, με πολλούς παραγωγούς πετρελαίου να σκέφτονται πλέον διπλά πριν προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις σε πετρελαιοπηγές με λειτουργική προοπτική δεκαετιών. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα για το εάν και πώς οι νέες πολιτικές θα οδηγήσουν σε μείωση της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων τις επόμενες δεκαετίες. Επιπλέον, μια μεγάλη μερίδα παραγωγών -ειδικά κρατικοί κολοσσοί πετρελαίου που εξαρτώνται λιγότερο από ιδιωτική χρηματοδότηση- βλέπουν να τους προσφέρονται κίνητρα για να επεκτείνουν την παραγωγική ικανότητα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι τρέχουσες ελλείψεις.

Η δεύτερη στρατηγική είναι να διασφαλιστεί ότι θα γίνουν περισσότερες πράσινες επενδύσεις σήμερα. Αυτό θα μπορούσε να λάβει τη μορφή δημοσιονομικών δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη πρωτοποριακών τεχνολογιών, ειδικά εκείνων που επί του παρόντος θεωρούνται υψηλού ρίσκου στον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, οι κυβερνήσεις μπορούν να επιδοτούν τη στροφή σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ηλεκτρικά οχήματα (EV), αντλίες θερμότητας και μετασκευή κτηρίων.

Καίτοι οι κρατικές δαπάνες θα μπορούσαν να αυξήσουν τις πληθωριστικές πιέσεις (ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο γίνονται και αντισταθμίζονται), θα μειώσουν επίσης τις τιμές και το κόστος για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά που επωφελούνται από τις νέες επιδοτήσεις και κίνητρα. Σε σύγκριση με την τιμολόγηση του άνθρακα ή τους περιορισμούς προσφοράς, αυτή η προσέγγιση φαίνεται επομένως πιο ελπιδοφόρα στο σημερινό στασιμοπληθωριστικό περιβάλλον.

Ό,τι κι αν κάνουν οι κυβερνήσεις για τις σημερινές ελλείψεις ενέργειας, οι αποφάσεις τους θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και την αξία των στοιχείων ενεργητικού. Θα χρειαστούν τεράστιες ποσότητες σιδήρου, χαλκού, νικελίου και άλλων εμπορευμάτων για την κατασκευή του δικτύου ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και για την αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικών οχημάτων. Αλλά η διασφάλιση επαρκούς προσφοράς των εν λόγω μετάλλων θα πάρει χρόνια. Η ειρωνεία είναι ότι για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής οι πολιτικές ηγεσίες θα πρέπει να υιοθετήσουν τα πολυετή projects των παραγωγών πετρελαίου που ήλπιζαν να εγκαταλείψουν.

Copyright: Project Syndicate 

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.