Skip to main content

Πληθωρισμός και ανάπτυξη ρίχνουν το χρέος

Από την έντυπη έκδοση

Του Θάνου Τσίρου
[email protected]

Ενώ ο αρχικός προγραμματισμός προέβλεπε ότι θα εκδοθούν ομόλογα συνολικού ύψους 12 δισ. ευρώ, το ποσό αναμένεται να «συγκρατηθεί» στα 10 δισ. ευρώ. Έτσι, το χρέος εκτιμάται ότι θα κλείσει φέτος στα επίπεδα των 355-356 δισ. ευρώ (σε επίπεδο γενικής κυβέρνησης) ή πάνω από τα 390 δισ. ευρώ σε επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης (μαζί δηλαδή με το εσωτερικό χρέος των repos), με την αναλογία του ως προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) να υποχωρεί αισθητά κάτω από το 180%, λόγω και του πολύ υψηλού πληθωρισμού, ο οποίος αναμένεται να ανεβάσει το ΑΕΠ σε ονομαστικούς όρους πάνω από τα 200 δισ. ευρώ.

Πριν το τέλος του έτους

Τέσσερις μήνες πριν ολοκληρωθεί το οικονομικό έτος, ουσιαστικά έχουν τροποποιηθεί όλες οι εκτιμήσεις πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν οι φετινές προβλέψεις για την πορεία του δημοσίου χρέους: Η πρώτη βασική αλλαγή έχει να κάνει φυσικά με τον πληθωρισμό. Η αναλογία του χρέους ως προς το ΑΕΠ υπολογίζεται με βάση την ονομαστική αξία του ΑΕΠ.

Όσο λοιπόν μεγαλύτερος είναι ο πληθωρισμός τόσο μεγαλύτερη είναι και η ονομαστική αξία του ΑΕΠ. Οι αναθεωρημένες εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου -οι οποίες δεν έχουν αποτυπωθεί ακόμη επίσημα, καθώς μετατέθηκε η κατάρτιση του μεσοπρόθεσμου οπότε επόμενο επίσημο κείμενο θα είναι το προσχέδιο του προϋπολογισμού- ανεβάζουν τον μέσο πληθωρισμό για το 2022 στο 8% από 5,5%-6% που ήταν μέχρι τώρα η αντίστοιχη εκτίμηση.

Η δεύτερη βασική αλλαγή έχει να κάνει με την πραγματική αύξηση του ΑΕΠ. Καλύτερη εικόνα θα υπάρχει μετά τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου, όταν θα έχουν δημοσιευτεί και τα επίσημα στοιχεία για το β’ τρίμηνο. Ωστόσο, εκτιμάται ότι η χρονιά μπορεί να κλείσει -με δεδομένη και την καλή πορεία του τουρισμού- με πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης άνω του 5%.

Ο συνδυασμός του πληθωρισμού και της πραγματικής ανάπτυξης είναι οι δύο παράγοντες που αναμένεται να ανεβάσουν την ονομαστική αξία του ΑΕΠ πάνω από τα 200 δισ. ευρώ φέτος.

Η εκδοτική δραστηριότητα

Η τρίτη βασική αλλαγή έχει να κάνει με την εκδοτική δραστηριότητα. Η χρονιά ξεκίνησε με πρόβλεψη για έκδοση χρέους συνολικού ύψους 12 δισ. ευρώ.

Προς το παρόν, με τις επανεκδόσεις που έχουν γίνει, αλλά και τις άλλες κινήσεις -με τελευταία αυτή του Ιουλίου, που απέφερε ρευστότητα 1 δισ. ευρώ με την πρώτη εδώ και πολλά χρόνια έκδοση ομολόγου με κυμαινόμενο επιτόκιο που καλύφθηκε από τις ελληνικές τράπεζες- έχουν αντληθεί περίπου 7 δισ. ευρώ. 

Η έκδοση νέου ομολόγου 10ετούς διάρκειας μέσα στο έτος ή άλλες κινήσεις (επανεκδόσεις κ.λπ.) δεν μπορούν να αποκλειστούν, αλλά όλα συγκλίνουν στο ότι από τα 12 δισ. ευρώ που ήταν ο αρχικός ετήσιος στόχος θα περιοριστούμε στα 10 δισ. ευρώ. Η πρόσθετη ρευστότητα δεν αναμένεται να «λείψει» από το Ταμείο του κράτους, καθώς προωθούνται άλλες ενέργειες που θα καλύψουν το όποιο κενό.

Τα δύο δισ. ευρώ της διαφοράς αναμένεται να καλυφθούν από την άντληση ενός δισ. ευρώ μέσω του προγράμματος SURE (είναι πόροι του κοινοτικού προγράμματος που θα κατανεμηθούν εκ νέου, με την Ελλάδα να παίρνει μερίδιο, καθώς το κόστος δανεισμού παραμένει πολύ χαμηλότερο σε σχέση με αυτό που θα εξασφάλιζε η χώρα αν έβγαινε απευθείας στις αγορές), αλλά και από την αναβολή του σχεδίου μείωσης της έκθεσης στα έντοκα γραμμάτια.

Οι πόροι του προγράμματος SURE αναμένονται το φθινόπωρο, ενώ η εξασφάλιση ρευστότητας μέσω των εντόκων βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη εδώ και αρκετό καιρό.

Προσωρινή αναβολή

Η τέταρτη αλλαγή έχει να κάνει με τη διαφαινόμενη αναβολή της έκδοσης του πρώτου πράσινου ελληνικού ομολόγου.

Η κίνηση είχε προγραμματιστεί για το β’ εξάμηνο της φετινής χρονιάς, αλλά η άνοδος των επιτοκίων, η μεγάλη αβεβαιότητα στις αγορές και τα σκαμπανεβάσματα στις αποδόσεις των ομολόγων συνηγορούν στο να κερδηθεί χρόνος ώστε να ομαλοποιηθούν οι συνθήκες στην αγορά. Με δεδομένες αυτές τις τέσσερις αλλαγές, το 2022 αναμένεται να κλείσει με το χρέος της γενικής κυβέρνησης στα επίπεδα των 355-356 δισ. ευρώ και το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης κοντά στα 400 δισ. ευρώ. Η αναλογία του χρέους (γενικής κυβέρνησης) ως προς το ΑΕΠ αναμένεται πλέον ότι θα πέσει κάτω από το 180% του ΑΕΠ.