Skip to main content

Να ξαναγράψει τον προϋπολογισμό καλείται τo οικονομικό επιτελείο

Από την έντυπη έκδοση

Του Θάνου Τσίρου
[email protected]
 
To οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης καλείται να ξαναγράψει τον φετινό προϋπολογισμό, ενώ η ευρωπαϊκή 
-και κατά συνέπεια και η ελληνική- οικονομία μπαίνει μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία σε αχαρτογράφητα νερά. Ο επανασχεδιασμός του προϋπολογισμού είχε ούτως ή άλλως δρομολογηθεί εξαιτίας της ενεργειακής κρίσης και εν όψει της κατάθεσης του μεσοπρόθεσμου σχεδίου για την περίοδο 2023-2026. Πλέον, όμως, όλα είναι στον «αέρα» καθώς ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει τη διάρκεια που θα έχει η αναταραχή, αλλά και την έκταση των επιπτώσεων σε βασικά οικονομικά μεγέθη. 

Η πρώτη ορατή και άμεση συνέπεια είναι η εκτόξευση των τιμών σε ακόμη πιο υψηλά επίπεδα. Αυτό θα επηρεάσει το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας και θα πιέσει το ΑΕΠ αρχικά του πρώτου τριμήνου αλλά και ολόκληρης της χρονιάς, ειδικά αν δεν υπάρξει άμεση αποκλιμάκωση των τιμών. 

Μεγάλη είναι πλέον η ανησυχία και για την επίδραση των αυξημένων τιμών στην κατανάλωση αλλά και στην ικανότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι σε δημόσιο και επιχειρήσεις (σ.σ.: τράπεζες, εταιρείες ενέργειας κ.λπ.). Μείωση του όγκου των πωλήσεων θα επηρεάσει επίσης αρνητικά το ΑΕΠ, ενώ o περιορισμός της ικανότητας νοικοκυριών και επιχειρήσεων να εκπληρώνουν υποχρεώσεις θα αποτυπωθεί και στο σκέλος των εσόδων του προϋπολογισμού.

«Σκληρά» σενάρια

 Πλέον, από το συρτάρι έχουν βγει και τα πολύ «σκληρά» σενάρια, που προβλέπουν ότι η κρίση εξαιτίας του ουκρανικού θα διαρκέσει για αρκετό καιρό. Σε αυτή την περίπτωση η χώρα θα έχει συνέπειες και από το «μέτωπο» του τουρισμού, που φέτος συνιστά τη μεγάλη «ελπίδα» για διατήρηση ισχυρού ρυθμού ανάπτυξης που θα φτάσει ακόμη και στο 5%. 
Εκτός από τις επιπτώσεις στην οικονομία από το τεράστιο πληθωριστικό κύμα και τον πόλεμο στην Ουκρανία, τα μοντέλα αναθεώρησης του προϋπολογισμού θα πρέπει να συνυπολογίσουν και το ενδεχόμενο «προσαρμογής» των ευρωπαϊκών πολιτικών εξαιτίας των δραματικών εξελίξεων στο ευρωπαϊκό έδαφος. 

Πιστωτική χαλάρωση

Στη συνεδρίαση του Μαρτίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναμένεται να πέσουν οι τόνοι όσον αφορά το ενδεχόμενο απόσυρσης των μέτρων πιστωτικής χαλάρωσης. 

Επίσης, στις διαπραγματεύσεις του καλοκαιριού για το νέο Σύμφωνο Σταθερότητας είναι πολύ πιθανό να επικρατήσει η άποψη για διατήρηση της δημοσιονομικής χαλάρωσης και το 2023 προκειμένου να μην τεθεί υπό αμφισβήτηση η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας ύστερα από τρία χρόνια κλυδωνισμών λόγω πανδημίας. Αν αυτό συμβεί, στην πράξη θα σημαίνει είτε διατήρηση της ρήτρας διαφυγής και για το 2023 ή υποχρέωση πολύ μικρότερων πρωτογενών πλεονασμάτων για την Ελλάδα μέσα στο 2023, σε σχέση με αυτό που θα έπρεπε να αποτυπωθεί αν δεν υπήρχε η νέα κρίση. 

Θολό το τοπίο

Σε αυτή τη χρονική στιγμή, η οποιαδήποτε απόπειρα προβλέψεων όσον αφορά την εξέλιξη βασικών οικονομικών μεγεθών μέσα στο τρέχον έτος έχει αυξημένο ρίσκο, γι’ αυτό και η επικαιροποίηση του προϋπολογισμού θα καθυστερήσει μέχρι να έχει ξεκαθαρίσει -κατά το δυνατόν- το τοπίο. Στην κυβέρνηση θέλουν να έχουν περισσότερα στοιχεία και για την πορεία του πληθωρισμού και για την πορεία της οικονομίας, αλλά και για την εισπραξιμότητα των φορολογικών εσόδων, παράγοντας επίσης καθοριστικός για το τρέχον έτος.

Σε επίπεδο στήριξης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων για να αντεπεξέλθουν στις δύσκολες συνθήκες που δημιουργεί η ακρίβεια, τις επόμενες ημέρες θα ανακοινωθούν τα μέτρα άμεσης εφαρμογής (σ.σ.: το πακέτο για τους αγρότες και η παράταση της επιδότησης για ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο), ενώ οι όποιες αποφάσεις για πρόσθετα μέτρα στήριξης θα ληφθούν αφού ξεκαθαρίσει το τοπίο και όσον αφορά την εκτέλεση του φετινού προϋπολογισμού και όσον αφορά τις προθέσεις της Ευρώπης για τους δημοσιονομικούς στόχους του επόμενου έτους.