© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Μετά από σχεδόν δέκα χρόνια απουσίας, η θρυλική μουσικοθεατρική παράσταση «Ζήτω τα λαϊκά κορίτσια!» επιστρέφει στη σκηνή του Theatre of the No για τέσσερις μοναδικές παραστάσεις, μέσα στην καρδιά της αποκριάτικης Αθήνας, από την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου και τα Σάββατα 14, 21 και 28 Φεβρουαρίου, στις 10 το βράδυ [Κωνσταντίνου Παλαιολόγου 3, Αθήνα].
Δημιουργός και οικοδεσπότης αυτής της διονυσιακής σύναξης, ο Παντελής Αμπαζής· ο τραγουδοποιός, σκηνοθέτης και σατιρικός παρατηρητής της ελληνικής καθημερινότητας μαζί με την μπάντα «Ανωτάτη Ζαμπετική» και τον θρυλικό θηλυκό θίασο της παράστασης, στήνει ένα «υπερθέαμα τσέπης» όπου λαϊκό τραγούδι, επιθεώρηση, ρεμπέτικο, τζαζ και καμπαρέ συνομιλούν χωρίς καθωσπρεπισμούς.
Είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε μαζί του.
Μετά από σχεδόν δέκα χρόνια, τι ήταν αυτό που σας έκανε να νιώσετε ότι το «Ζήτω τα λαϊκά κορίτσια!» δεν είναι απλώς μια ωραία ανάμνηση, αλλά κάτι που έχει ακόμα λόγο να ειπωθεί ίσως και πιο δυνατά σήμερα;
«Είχαμε κάνει, με τον θρυλικό θηλυκό θίασο “Ζήτω τα λαϊκά κορίτσια!” και την μπάντα μου “Ανωτάτη Ζαμπετική”, μια συναρπαστική διαδρομή. Εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές, θέατρα, συναυλιακούς χώρους στην Αθήνα και την περιφέρεια. Παραστάσεις, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, συμμετοχές σε Φεστιβάλ. Ηχογραφήσαμε το ομότιτλο άλμπουμ “Ζήτω τα λαϊκά κορίτσια!” που έβγαλε τρεις, τουλάχιστον, διαχρονικές επιτυχίες.
Η αγάπη και η ανταπόκριση του κόσμου ήταν μεγάλη. Από τότε, όπου κι αν έπαιζα, μέχρι το Καλλιμάρμαρο και το Μέγαρο Μουσικής έφτασε η χάρη μου παντού, με ρωτούσαν: “Παντελή, που είναι τα λαϊκά κορίτσια;” Αστειευόμενος έλεγα ότι τα έφαγα, γι’ αυτό πάχυνα! Ήξερα, όμως, ότι τα λαϊκά κορίτσια ζουν και βασιλεύουν. Είναι τα κορίτσια της διπλανής πόρτας. Η χαρά της ζωής. Παίζουν, χορεύουν και τραγουδούν στις παρέες. Σε γλέντια, σε πανηγύρια, σε οικογενειακά τραπέζια, σε εκδρομές, σε εκδηλώσεις, σε συνεστιάσεις, σε ταβέρνες, σε παραλίες, σε λίμνες, σε ποτάμια και βουνά. Είναι οι γυναίκες μας, οι κόρες μας, οι αδερφές μας, οι συνάδελφοι, οι συμφοιτήτριες, οι ερωμένες, οι γειτόνισσες, οι φίλες μας. Είναι γλυκιές και αξιαγάπητες. Μπορεί να μην είναι από τζάκι αλλά ανάβουν φωτιές!»

Στην παράσταση συνυπάρχουν ρεμπέτικο, τζαζ, σάτιρα, λαϊκό τραγούδι και επιθεώρηση, σε ένα κράμα που δύσκολα μπαίνει σε ταμπέλες. Είναι συνειδητή αυτή η «ανυπακοή» στα είδη ή είναι, απλώς, ο φυσικός τρόπος που δουλεύεις και σκέφτεσαι καλλιτεχνικά;
«Οι ταμπέλες είναι για τα μαγαζιά, οι επιγραφές για τους δρόμους και οι ετικέτες για τα τετράδια! Η ανυπακοή είναι το θεμέλιο της ελευθερίας. Στο τραγούδι, ειδικά, πιστεύω ότι η ποιότητα δεν είναι είδος. Σε κάθε είδος υπάρχουν σκουπίδια και διαμάντια. Κορφολογώ τον ανθό. Προλογίζω και αποφωνώ ομοειδείς μουσικά ή νοηματικά, ομάδες τραγουδιών με πρόζες, ποιήματα, αποφθέγματα, ατάκες, παροιμίες, στιχάκια, λογύδρια κ.λπ. Το νήμα που συνδέει όλα αυτά είναι το γούστο μου, η αισθητική μου, το χιούμορ, η χαρά, η ελαφρότητα και η συγκίνηση».

Η παράσταση φέρνει μαζί της έναν πολυσυλλεκτικό θίασο: την τζαζ τραγουδίστρια Καρολίνα Γιαννακοπούλου, την αρτίστα Μαργαρίτα Αμαραντίδη, την ηθοποιό Βασιλική Σαμαρτζή και την πολυκαλλιτέχνη Nadi Raj. Πώς καταφέρνετε να ενώσετε αυτές τις διαφορετικές προσωπικότητες σε μια ενιαία, δυνατή σκηνική εμπειρία για το κοινό;
«Ελάτε να το δείτε! Είμαστε στις τελικές πρόβες και το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι είμαι ενθουσιασμένος με το αποτέλεσμα. Έδεσε το γλυκό. Σπεύσατε να το απολαύσετε!»

Στα τραγούδια και τις παραστάσεις σας υπάρχει έντονα η αίσθηση της παρατήρησης: του δρόμου, της παρέας, της μικρής ανθρώπινης λεπτομέρειας. Πιστεύετε ότι σήμερα, στην εποχή της ταχύτητας και της ψηφιακής υπερπληροφόρησης, ο καλλιτέχνης έχει χάσει ή οφείλει να υπερασπιστεί αυτόν τον ρόλο του «παρατηρητή»;
«Πατρίδα του καλλιτέχνη είναι το βλέμμα τού θεατή. Όπως λέω στο εισαγωγικό σημείωμα στο τελευταίο μου βιβλίο με τίτλο “Μετασοφίες” (εκδ. 24 γράμματα) τα τραγούδια μου τα συνέλαβα περπατώντας στα δρομάκια της Πλάκας ή τρέχοντας πίσω απ’ τη σκιά μου στο Πεδίον του Άρεως.
“Πίνοντας καφέ με λιακάδα στη Δεξαμενή, στο καμαρίνι με τους μουσικούς λίγο πριν την παράσταση, κάνοντας ταβανοσκόπηση επί του καναπέως, ανεβαίνοντας νωρίς το πρωί με τα πόδια στον Λυκαβηττό, ψαρεύοντας στο διαδίκτυο ή κυνηγώντας χίμαιρες στα στενά της πόλης.
Παρατηρώντας τους περαστικούς στην Πατησίων, ξεφυλλίζοντας εφημερίδα στο καφενείο της γειτονιάς. Μπροστά στο τζάκι μ’ ένα ποτήρι ουίσκι, στην αίθουσα αναμονής στο αεροδρόμιο, στην ξαπλώστρα της παραλίας, καπνίζοντας καπνοσύριγγα ή πουράκι βανίλια στη Φωκίωνος Νέγρη. Τρώγοντας όρθιος βρώμικο στη Μαβίλη, αραχτός με μαγιό στην παραλία, κάνοντας ποδήλατο Κυριακή στο Ζάππειο, καβάλα στο παπί ή περιμένοντας με alarm στο αυτοκίνητο. Ενίοτε στο θρόνο που κι ο βασιλιάς πάει μόνος του, στα διαλείμματα από τις πρόβες, σουρώνοντας τα μακαρόνια στο νεροχύτη, καθ’ ύπνον ή ζώντας στα άκρα. Διαβάζοντας ένα βιβλίο, ακούγοντας ραδιόφωνο ή βλέποντας μόνος μια ταινία στο σινεμά.
Στήνοντας αυτί στο διπλανό τραπέζι στην ταβέρνα, χαζεύοντας από το παράθυρο, σκαλίζοντας την κιθάρα μου, κάνοντας ένα μακροβούτι από τον βράχο, δακρυσμένος στη βροχή ή χαμογελαστός στον ήλιο.
Περιμένοντας ματαίως τον κοντό, ρωτώντας ξανά και ξανά που είσαι Θανάση, τρώγοντας γιαουρτλού ή κεμπάπ στο Μοναστηράκι. Συχνά χτενίζοντας ένα ημιτελές ρεφρέν, παίρνοντας μια ανάσα δροσιάς σ’ ένα παγκάκι στον Εθνικό κήπο. Σερφάροντας στο κινητό από την θέση του συνοδηγού, κουρεύοντας το αυγό ή πιάνοντας με τα κορίτσια τον Μάη. Με μια φέτα καρπούζι στο χέρι, γλείφοντας ένα παγωτό χωνάκι, τρεκλίζοντας από τσίπουρα, γονατιστός μπροστά στο θαύμα της γυναικείας ομορφιάς, όρθιος στην ουρά για να πληρώσω. Στην αγκαλιά της madame, στον ώμο ενός φίλου, συζητώντας με αγνώστους και assφαλλός απολαμβάνοντας την καλοσύνη των ξένων”.
Τι άλλο, εξάλλου, είναι ο καλλιτέχνης παρά ένας ευαίσθητος πομπός και δέκτης ταυτόχρονα; Mε ανοιχτή καρδιά, αυτιά και μάτια ορθάνοιχτα στο καινούργιο που έρχεται, με σεβασμό στο παρελθόν και ελπίδα για το μέλλον που είναι ήδη εδώ!»

Αν κοιτάξετε το έργο σας σαν μια ενιαία διαδρομή -τραγούδια, παραστάσεις, βιβλία, τι είναι αυτό που αισθάνεσθε ότι επιμένετε να λέτε ξανά και ξανά, ακόμα κι αν αλλάζουν οι εποχές, τα μέσα και το κοινό;
«Φέτος κλείνω αισίως 30 χρόνια στον χώρο της καλλιτεχνίας. Ξεκίνησα το 1996 με τα “Παντελώς Χειροποίητα”. Όλον αυτόν τον καιρό, δεν θέλω να με νοιάζει καθόλου τι κάνει επιτυχία τώρα, δίπλα μου. Σκάβω βαθιά μέσα μου να βρω την αλήθεια μου και επιμένω σε αυτό που πρεσβεύω κι ας είναι κόντρα στην επικαιρότητα. Έκανα χιουμοριστικά και εύθυμα τραγούδια, τότε που κυριαρχούσαν από τη μια τα “σκυλοποπ καψουροτράγουδα” της παραλίας κι απ’ την άλλη τα -να κόβεις τις φλέβες σου- θλιμμένα τραγούδια του “εντέχνου”. Δεν λέω ότι δεν μου αρέσουν αυτά τα τραγούδια· εγώ δεν θέλω, δεν ξέρω, δεν μπορώ να γράψω τέτοια. Σκαρώνω τα δικά μου, παράξενα τραγουδάκια. Αν με αυτά κάνω επιτυχία, έχει καλώς. Πίστευα πάντα ότι αν είσαι ο εαυτός σου, αν έχεις παράσταση σκοπού, αν επιμένεις πεισματικά, αν πιστεύεις με λύσσα στο καλλιτεχνικό σου όραμα, θα ’ρθει η εποχή να σε συναντήσει. Αρκεί να έχεις πίστη, να έχεις την υπομονή και την αντοχή, να είσαι ακόμα εκεί. Το μότο μου είναι: δουλεύω σκληρά για να είμαι τυχερός!»

Το τραγούδι «madame, madame» γράφτηκε για την κόρη σας και έγινε αγαπητό από το κοινό. Τι σημαίνει για εσάς να βλέπετε ένα τόσο προσωπικό τραγούδι να αγκαλιάζεται τόσο θερμά από τους άλλους;
«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για έναν δημιουργό από το να βλέπει ότι κάτι τόσο πολύ δικό του, αφορά, τελικά, όλον τον κόσμο. Όπως λέει και ο εκλεκτός ομότεχνος Βαγγέλης Δεληκούρας: “Καμμιά προφανής ορθολογιστική διαδικασία δεν μπορεί να προδικάσει ή να ερμηνεύσει ένα λαϊκό σουξέ”· αλλιώς, όλοι θα γράφαμε μόνο επιτυχίες.
Δώδεκα χρόνια από τότε που έγραψα το “madame”, το τραγούδι αυτό έχει ακουστεί παντού. Από παιδικούς σταθμούς και σχολικές γιορτές μέχρι οικογενειακά τραπέζια και εκδηλώσεις σε οίκους ευγηρίας. Σε γάμους και πανηγύρια. Από πλανόδιους μουσικούς και μπάντες του δρόμου. Σε σούπερ μάρκετ και ασανσέρ. Σε ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Σε μπαρ και ταβέρνες. Σε ντισκοτέκ και μεζεδοπωλεία. Σε μπιτσόμπαρα και καφέ. Σε κέντρα διασκέδασης, μουσικές σκηνές, θέατρα, μπουάτ, συναυλιακούς χώρους. Όπου πάω μου ζητούν να το τραγουδήσω! Απ’ ό,τι φαίνεται θα το τραγουδώ υποβασταζόμενος μέχρι το βαθύ μου γήρας. Ευχαριστώ όλους από καρδιάς!»

Σε μια Αθήνα που, όπως λέτε, μοιάζει συχνά με τρελοκομείο, ποιος πιστεύετε ότι είναι σήμερα ο ρόλος της μουσικοθεατρικής σάτιρας; Να παρηγορεί, να ξεσκεπάζει, απλώς να επιμένει να υπάρχει;
«Όλη η Αθήνα είναι τρελοκομείο αλλά εδώ είναι τα κεντρικά! Στο Τheatre of the No. Έλα να μάθεις στην πλατεία Βάθης. Κέντρο καρακέντρο. Εκεί που συνυπάρχουν το γέλιο με το κλάμα, “ο μαρκήσιος ντε Σαντ με έναν χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά, ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά”. Εκεί που όπως φωνάζω χρόνια τώρα: “δεν υπάρχει κράτος μαντάμ!”»
Παιζοτραγουδούν και χορεύουν
Παντελής Αμπαζής: τραγούδι, κιθάρα, kazoo
Σπύρος Βαϊγκούσης: πιάνο, πλήκτρα, φωνητικά
Vago Cuervo: τύμπανα, κρουστά
Ο θρυλικός θηλυκός θίασος: «Zήτω τα Λαϊκά Κορίτσια!»
Μαργαρίτα Αμαραντίδη
Καρολίνα Γιαννακοπούλου
Bασιλική Σαμαρτζή
Nadi Raj
Κείμενα, πρωτότυπα τραγούδια, μουσική επιμέλεια, σκηνοθεσία:
Παντελής Αμπαζής
Σκηνοθετική Επιμέλεια: Μαργαρίτα Αμαραντίδη
Διδασκαλία φωνητικών: Καρολίνα Γιαννακοπούλου
Παραστάσεις
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου & Σάββατα 14, 21 και 28 Φεβρουαρίου στις 22.00
Συντελεστές:
Επιμέλεια Ήχου και Φωτισμού: Στέφανος Ανδριτσόπουλος
Φωτογραφίες: Λάμπρος Ρουμελιωτάκης
Σχεδιασμός Αφίσας: Σωτηρία Μπράμου
Επικοινωνία & Δημόσιες Σχέσεις: Ελευθερία Σακαρέλη
Προπώληση εισιτηρίων: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/zito-ta-laika-koritsia-pantelis-ampazis/
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












