© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Με τρυφερότητα, η Αρκαδία Ψάλτη σκηνοθετεί για τη θεατρική σκηνή το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου «Πιτσιμπούργκο», όπου δύο νέοι ηθοποιοί ζωντανεύουν μοναδικά μια ιστορία αγάπης στη διάρκεια του πρώτου μεγάλου μεταναστευτικού κύματος από την Ελλάδα προς την Αμερική.
Η παράσταση ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου -Δώμα [Αντισθένους 7 & Θαρύπου, Αθήνα].
Χίος, Μάρτιος 1913: Η Ελέγκω παίρνει στα χέρια της, έπειτα από οκτώμισι μήνες, το πρώτο γράμμα από τον ξενιτεμένο στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής άντρα της, Δημοσθένη. «Αγαπημένη μου Ελέγκω, άργησα να σου γράψω γιατί εν ήβρισκα γραμματικό».«Δημοστένη μου, μόλις έλαβα το γράμμα σου μου ’ρθε λιγοθυμιά».

Μέσα από έναν έρωτα δι’ αλληλογραφίας ξεδιπλώνεται η ζωή της εποχής στο ελληνικό νησί, αλλά και στη βροχερή βιομηχανική αμερικανική πόλη. Φτώχεια, πείνα, μπάρκα, προσφυγιά, αρρώστιες, μα και τηλέφωνα και κινηματόγραφος. Ένας ολόκληρος κόσμος σε κρίση, που προσπαθεί αποπροσανατολισμένος να βρει τον δρόμο του· κι εκεί ανάμεσα, η ιστορία αγάπης δύο ανθρώπων, που προσπαθεί να ανθίσει. Μια ιστορία του τότε, αποκαλυπτική πάνω στη σύγχρονη ζωή.
Η Αρκαδία Ψάλτη μίλησε μαζί μας.
«Πιτσιμπούργκο»· έργο βαθιά συναισθηματικό, που μιλά για τη μετανάστευση, την αγάπη και την επιβίωση στις αρχές του 20ού αιώνα. Ποια ήταν η δική σας αφετηρία στη σκηνοθετική προσέγγιση αυτής της ιστορίας;
«Την παράσταση, την ανέβασα πρώτη φορά το 2014 στη Χίο. Ήταν η περίοδος που η Χίος, όπως και άλλα νησιά του Αιγαίου, άρχισαν να αντιμετωπίζουν τεράστιες προσφυγικές ροές. Θυμάμαι ότι ο δημοτικός κήπος, που ήταν το καθημερινό μου πέρασμα για την αγορά, είχε γίνει καταυλισμός ανθρώπων που πάλευαν για την επιβίωσή τους. Το αφήγημα της Σώτης Τριανταφύλλου, το είχα διαβάσει μερικά χρόνια πριν, με είχε γοητεύσει και συγκινήσει και κάπως έτσι συνδυάστηκε η ιστορία του τόπου μου και η πραγματικότητα με τους πρόσφυγες στο νησί μας.
Αρχές του 1900, ήταν το πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα από Ελλάδα προς Αμερική. Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους και με έναν τόπο, ρημαγμένο και φτωχό, που ταλαιπωρείται από πείνα και επιδημίες, ο Δημοστένης, αντιπαρέρχεται των αμφιβολιών και των φόβων της Ελέγκως και παίρνει την μεγάλη απόφαση. Θα πάει στην Αμερική, διεκδικώντας μια καλύτερη ζωή. Ονειρεύεται παράδεισο και, τελικά, βρίσκεται μέσα σε μια κόλαση. Εργοστάσια χαλυβουργείας. Καζάνια πυρωμένα που λειώνουν τα μέταλλα. Στην έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης, μια καθαρά βιομηχανική πόλη, που ξεκάθαρα “ανθίζει” μέσα από την εκμετάλλευση των εργατών και την τρομοκρατία των “αφεντικών”. Σήμερα, χρόνια μετά, ακόμη συνδέεται η παράσταση με θέματα που ανοίγει η πραγματικότητά μας. Βάλσαμο, μέσα σε όλη αυτή τη σκοτεινιά, η αγάπη τους. Μια αγάπη που καταλύει χώρο και χρόνο. Αυτή ήταν η αφετηρία της σκηνικής μας πράξης· και η δραματοποίηση των επιστολών που ανταλλάσσει αυτό το ζευγάρι -μια και δεν έχει συμβατική θεατρική δομή, ήταν και αυτό μια πρόκληση θεατρική».

Ο λόγος της Σώτης Τριανταφύλλου είναι ποιητικός, γεμάτος νοσταλγία και ρυθμό. Πώς μεταφέρατε αυτόν τον ιδιαίτερο αφηγηματικό τόνο στη σκηνική γλώσσα του θεάτρου;
«Αρχικά, οι ντοπιολαλιές με γοητεύουν· όπως και η καθαρεύουσα και, γενικότερα, ο μη καθημερινός λόγος. Επιπλέον, η Σώτη Τριανταφύλλου, εκτός των άλλων, έγραψε ένα έργο στο χιώτικο γλωσσικό ιδίωμα και το “μίλησε” ως να είναι η μητρική της γλώσσα! Μέσα από μια πρόκληση, ένα στοίχημα όπως μου έχει μεταφέρει η ίδια, και κάποιες επιστολές της γιαγιάς ενός φίλου, έγραψε αυτό το υπέροχο έργο. Ανασήκωσε το πέπλο του παρελθόντος και έφερε στο φως ξεχασμένους κόσμους και ιδιοσυγκρασίες με σπινθηροβόλο πνεύμα και φωτεινή ψυχή. Ήδη, όταν έχεις ένα τόσο δυνατό κείμενο, για μένα, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να το ακολουθήσεις και να δεις τι θα σου αποκαλύψει σκηνικά. Τη μουσικότητα της ντοπιολαλιάς την είχα ως μνήμη από τα παιδικά μου χρόνια. Ο ρυθμός εκπορεύεται από την ιδιοσυγκρασία, που μεταφέρει και την εποχή μα και τον συγκεκριμένο τόπο, εξίσου οικεία για μένα. Καθοριστική, οικουμενική και σύγχρονη πινελιά όλα αυτά τα συναισθήματα που πλημμυρίζουν το κείμενο, στα οποία αφεθήκαμε, ψάχνοντας την αγνότητα και την αυθεντικότητά τους».

Στην παράσταση, δύο νέοι ηθοποιοί ενσαρκώνουν έναν ολόκληρο κόσμο -από τον μικρόκοσμο της Χίου έως το βιομηχανικό Πίτσμπουργκ. Πώς δουλέψατε μαζί τους για να αποδώσουν τόσες διαφορετικές ψυχές και εποχές;
«Ήταν, όντως, πολύ διαφορετικές εποχές και πολύ διαφορετικοί άνθρωποι. Ερευνήσαμε τις διαφορές, όλα τα θέματα που άνοιγαν τότε, πολιτικά και κοινωνικά. Ανακαλύψαμε πώς συνδέονται με την πραγματικότητα που βιώνουμε και πώς έχουν επηρεάσει τη δική μας ζωή. Η προσφυγιά είναι ξεριζωμός. Υπάρχει πολύς πόνος, παράπονο, μοναξιά, φόβος. Και γι’ αυτούς που φεύγουν και για τους δικούς τους, που ίσως μένουν πίσω. Στα συναισθήματα βουτήξαμε· αυτά είναι κοινά και αυτά ενώνουν όλους τους κόσμους, είτε έχουν διαφορετικές συντεταγμένες πάνω στη γη είτε έχουν διαφορετικούς χρόνους».

Παρότι η ιστορία τοποθετείται το 1913, τα θέματα της μετανάστευσης και της αναζήτησης ταυτότητας παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα. Ποια γέφυρα βλέπετε ανάμεσα στο «τότε» και το «σήμερα»;
«Την αφύπνιση. Πώς τροφοδοτούμε κοινωνίες και πολιτικές αφιλόξενες έως και απάνθρωπες; Η ιστορία για μένα, έχει νόημα όταν την ερευνούμε για να μας αποκαλύψει απαντήσεις, πάνω στα σύγχρονα ερωτήματα. Και σαφέστατα έχει. Αρκεί, να θέλουμε να πάρουμε την ευθύνη να τα δούμε. Πρέπει να βρίσκουμε αυτήν τη δύναμη. Η ιστορία, και για τις πατρίδες, την πολιτική, τους πολιτισμούς αλλά και οι προσωπικές ιστορίες μας έχουν τη δύναμη να θεραπεύσουν το τώρα μας».

Αν το «Πιτσιμπούργκο» είχε ένα μήνυμα που θα θέλατε να κρατήσει ο θεατής φεύγοντας από το θέατρο, ποιο θα ήταν αυτό;
«Όποιο μήνυμα και να θέλω εγώ, ελπίζω η παράσταση να είναι τόσο ανοιχτή που ο κάθε θεατής να συνομιλήσει μαζί της και να πάρει υλικό για τη δική του προσωπική φάση, για τα δικά του ερωτήματα. Τι θα ήθελα εγώ; Ίσως να εμπνευστούν κι αυτοί από τον τρόπο που αγαπιούνται αυτά τα δύο παιδιά· από την αλήθεια, την ειλικρίνεια, την πίστη, την καθαρότητα και απλότητα των συναισθημάτων τους· και από τη δύναμη της συγχώρεσης· που ησυχάζει τις ψυχές».

Ταυτότητα Παράστασης
Κείμενο: Σώτη Τριανταφύλλου
Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Μουσική επιμέλεια – Φωτισμοί: Αρκαδία Ψάλτη
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Παίζουν: Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












