© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Μ. Βιζυηνού (1849-1896), μεταφέρεται στη σκηνή, για τρίτη χρονιά στο θέατρο Ραντάρ, όπου και ανεβαίνει για λίγες παραστάσεις, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου [πλατεία Αγ. Ιωάννη και Πυθέου 93, Νέος Κόσμος].
Ο Βιζυηνός πρωτοπορεί, καθώς είναι η πρώτη φορά στην ελληνική διηγηματογραφία που ανοίγει ο κόσμος της ψυχής. Ο κόσμος της συνείδησης και του εσωτερικού προβληματισμού.

Το μικρό αυτό αριστούργημα με αυτοβιογραφικά στοιχεία πρωτοδημοσιεύτηκε το 1883, μεταφρασμένο στα γαλλικά στη Nouvelle Revue [Νέα Επιθεώρηση], συνδυάζει την ρέουσα και συναρπαστική αφήγηση με τους ζωντανούς διαλόγους, το μυστήριο με την αγωνία, αλλά και το αίνιγμα που πλανάται ήδη από το άκουσμα και μόνο, του τίτλου του έργου. Ποιο ήταν το αμάρτημα;

Η ιστορία ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του αφηγητή- Γιωργή, που σημαδεύονται από την αρρώστια της αδελφής του Αννιώς και τον απελπισμένο αλλά μάταιο αγώνα της μητέρας του να σώσει από το θάνατο, το ασθενικό της κορίτσι. Οι ενοχές της απώλειας ακολούθως, την ωθούν σε δύο αλλεπάλληλες υιοθεσίες νέων κοριτσιών, που γίνονται όμως αιτία να παραμεληθούν τα άλλα τρία ορφανά από πατέρα αγόρια της, και να στερηθούν την μητρική φροντίδα. Όταν μεγαλώνουν και γίνονται πλέον άνδρες, εξακολουθούν να μην μπορούν να κατανοήσουν αυτήν την άστοχη εμμονή, της μητέρας τους. Όταν μετά από χρόνια, επιστρέφει από τις σπουδές του στη Γερμανία, ο Γιωργής έρχεται σε αντίθεση με την μητέρα του ως προς τη διατήρηση της δεύτερης ψυχοκόρης της, γεγονός που την οδηγεί στην απόφαση, να του αποκαλύψει το τραγικό μυστικό της.
Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος μίλησε μαζί μας.

«Το αμάρτημα της μητρός μου»· ποιο ήταν το ερέθισμα για να ανεβάσετε το διήγημα αυτό του Βιζυηνού;
«Το ότι δεν με άφηνε ποτέ να ησυχάσω αυτό το κείμενο. Γιατί η σχέση μου με το κείμενο αυτό ξεκινά δέκα και πλέον χρόνια πίσω, όταν πρωτόπαιξα τον Βιζυηνό στο συγκεκριμένο διήγημα σε σκηνοθεσία τότε, του σπουδαίου Δήμου Αβδελιώδη. Τότε, μάλιστα, ήμασταν δύο ηθοποιοί επί σκηνής. Δηλαδή, ο αφηγητής Βιζυηνός και η μητέρα του. Ήταν μια πολύ όμορφη συνεργασία που μου έμαθε πολλά. Η παράσταση παίζονταν για δύο χρόνια κι όταν τελείωσε, πίστευα πως θα ήταν, πλέον, μία γλυκιά ανάμνηση.
Αλλά γελάστηκα. Το κείμενο δεν έφυγε ποτέ από μέσα μου. Πολύ συχνά έλεγα μόνος μου στο γραφείο αποσπάσματά του· έτσι, χωρίς λόγο. Απλά, επειδή μου άρεσε. Αυτό συνέβαινε όλα αυτά τα χρόνια, καθώς οι εμπειρίες μου στο θέατρο πλήθαιναν· κάθε φορά που έλεγα το κείμενο, μου αποκαλύπτονταν πράγματα που δεν είχα καν σκεφτεί, την πρώτη φορά.
Έλεγα, λοιπόν, μέσα μου, πως αν το ξαναέκανα, πολλά σημεία του θα τα φώτιζα με διαφορετικό τρόπο.
Αυτό το γλυκό βασανάκι, γύριζε και τριγύριζε στο μυαλό μου για δέκα χρόνια. Ώσπου κάποια στιγμή, βρήκα την ευκαιρία χρονικά και είπα: τώρα είναι η ώρα.
Μπήκα, λοιπόν, σε πρόβες για δυόμισι μήνες, μ’ ένα κείμενο που μου ήταν ήδη γνωστό. Αφού, καμιά φορά, σκέφτομαι πόσους μήνες πρόβας θα χρειαζόμουν άραγε, αν δεν ήξερα καθόλου το κείμενο. Και τρομάζω και μόνο στην ιδέα».

Αυτή είναι η τρίτη χρονιά που το ανεβάζετε. Πιστεύατε από την αρχή στη μεγάλη απήχηση που θα είχε ο λόγος του Βιζυηνού στους θεατές σήμερα;
«Πίστευα εξ αρχής, ότι ο λόγος του Βιζυηνού δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητος. Όχι μόνο γιατί γλωσσικά ο πλούτος του είναι σπάνιος αλλά, κυρίως, γιατί σμιλεύει με απίστευτη ακρίβεια ψυχισμούς. Γιατί μιλάει απευθείας στην ψυχή των θεατών, τους κάνει κοινωνούς της ιστορίας. Βιώνουν, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο την ιστορία· δεν την παρακολουθούν απλά. Άλλωστε, η σχέση μητέρας και γιου στο διήγημα είναι απολύτως αναγνωρίσιμη απ’ όλους. Μιλάμε για ένα ενδοοικογενειακό τραύμα».

Μιλήστε μας λίγο για τον ήρωα που υποδύεστε, τον Γιωργή. Έχει κοινά ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος με τον Γιωργή της παράστασης;
«Θα ευχόμουν να είχα τη διαύγεια του πνεύματός του, η αλήθεια είναι. Θεωρώ πως το μόνο σημείο που ίσως μοιάζουμε, είναι η αγάπη για τη γνώση· του εαυτού μας, πρώτα απ’ όλα. Όσον αφορά την τραυματική του περιοχή, δε μας συνδέει τίποτα. Αλλά τον αγαπώ τον Βιζυηνό, τον καταλαβαίνω. Τον αγάπησα απ’ την πρώτη στιγμή που ήρθα σε επαφή με το έργο του. Διαπίστωσα δε πως έχει φοβερό χιούμορ. Και αυτό το έχουν πολλές φορές, άνθρωποι που έχουν πληγωθεί. Γιατί συχνά λειτουργεί ως αντίδοτο στο τραύμα. Αν είχα την δυνατότητα να τον συναναστραφώ θα ήταν σίγουρα αδελφικός φίλος μου. Θα μιλούσαμε πολύ. Θα τον θαύμαζα πολύ».

Πόσο εξοικειωμένος είναι ο θεατής με την καθαρεύουσα, τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας;
«Θα έλεγα καθόλου. Ίσως οι μεγαλύτερες ηλικίες να έχουν μία σχετική επαφή. Παρόλο που δεν θα ’πρεπε, αφού δεν μιλάμε για μία ξένη γλώσσα, και πολλά από τα στοιχεία της υπάρχουν ακόμα στην καθημερινότητά μας.
Νομίζω πως ο κύριος λόγος που ολοένα χάνεται αυτή η επαφή, είναι γιατί το κοινό, πλέον, όλοι μας λίγο ως πολύ, δεν διαβάζουμε βιβλία, αλλά μικρά και σύντομα άρθρα από την οθόνη του κινητού ή του υπολογιστή μας. Έτσι, όχι μόνο δεν γνωρίζουμε κάτι από την ετυμολογία των λέξεων, αλλά φτάνουμε να χρησιμοποιούμε πολύ λιγότερες λέξεις ακόμα κι απ’ τη γλώσσα που μιλάμε τώρα. Αυτό το διαπιστώνω και από τους μαθητές μου, με τους οποίους έχουμε είκοσι και πλέον χρόνια διαφορά.
Δεν γνωρίζουν τη σημασία πολλών λέξεων, μα όταν τους την εξηγώ εντυπωσιάζονται. Το ίδιο συμβαίνει και όταν καμιά φορά κάνω την τρέλα να φέρω στην τάξη ένα ποίημα. Ενώ στην αρχή, δυσανασχετούν και μόνο στη θέα, μετά μου ζητούν να τους ξαναφέρω. Αυτό σημαίνει πως θέλουν, αλλά για κάποιον λόγο δεν ήρθαν σε επαφή με τον πλούτο της γλώσσας. Στη συγκεκριμένη παράσταση, όμως, έχει γίνει ιδιαίτερη δουλειά πάνω σε αυτό, ούτως ώστε οι θεατές να καταλαβαίνουν τα πάντα. Να νομίζουν πως αυτή είναι η καθομιλουμένη. Κι αυτό έχει να κάνει από τη μία με τον ρυθμό που εκφέρεται, και από την άλλη με την ενέργεια των λέξεων ή των προτάσεων. Ακόμα και με τις παύσεις, όπου αυτές χρειάζονται».

Είναι ένα έργο που διαδραματίζεται στην ελληνική ύπαιθρο. Εκτός από την Αθήνα, η παράσταση έχει παρουσιαστεί σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Οι αντιδράσεις του κοινού διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή;
«Αχ! πολύ χαίρομαι για την ερώτηση αυτή. Γιατί, πραγματικά, υπάρχει και μια άλλη Ελλάδα που αγνοούμε, δραστηριοποιούμενοι συνέχεια στην πρωτεύουσα. Προσωπικά, τόσα χρόνια ηθοποιός, μόνο σε καλοκαιρινές περιοδείες, έφευγα από την Αθήνα. Φθινόπωρο, Χειμώνα ή Άνοιξη μόνο με αυτήν την παράσταση το έκανα.
Δεν είχα ιδέα τι θα συμβεί.
Και ήταν μια αποκάλυψη για μένα. Νιώθεις, κοιτώντας τα μάτια των θεατών μετά την παράσταση, πόσο ήθελαν να έρθεις. Και δεν είναι προσωπικό. Είναι γιατί νιώθουν αποκομμένοι από τον πολιτισμό και ιδιαίτερα απ’ το θέατρο. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, είναι άδικο.
Όσον αφορά την παράσταση τώρα, η πρόσληψή της είναι καθολική απ’ όλα τα κοινά των πόλεων και των νησιών που πήγαμε. Είναι εντυπωσιακό. Καμία διαφορά με το κοινό της Αθήνας. Η συμπεριφορά τους στην παράσταση, η σιγή και η προσήλωσή τους, είναι το ίδιο συγκινητική παντού. Κι αυτό ήταν πολύτιμο και χρήσιμο στοιχείο για μένα και για την παράσταση. Ήταν η επιβεβαίωση, πως ο Βιζυηνός είναι για όλους, ένας συνταρακτικός συγγραφέας με καθολική πρόσληψη, ανεξαρτήτως τάξης, καλλιέργειας ή ηλικίας κι ότι “το Αμάρτημα της μητρός μου” είναι, επί της ουσίας, ένα λαϊκό κείμενο».

Ποιες δυσκολίες έχει η μεταφορά ενός διηγήματος στο θέατρο;
«Εξ ορισμού, ένα λογοτεχνικό κείμενο είναι γραμμένο για να αναγνωστεί. Και έχει πολύ διαφορετική δομή από ένα θεατρικό κείμενο, πού είναι γραμμένο ασφαλώς για να παιχτεί στη σκηνή. Οι πληροφορίες δεν δίνονται με τον ίδιο τρόπο. Στη λογοτεχνία, έχουμε μεγάλο πλούτο πληροφοριών, οι οποίες δίνονται μέσα από την αφήγηση. Και περιγράφονται με μεγάλη ακρίβεια. Στον θεατρικό λόγο, οι πληροφορίες ανασύρονται μέσα από τον διάλογο συνήθως, και με τελείως διαφορετικό τρόπο δραματουργικά. Επόμενο είναι, βέβαια, κάτι τέτοιο, αφού στο θέατρο έχουμε τη δυνατότητα να έχουμε εικόνα. Έχουμε κίνηση. Και ζωντανούς χαρακτήρες επί σκηνής. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πως το πρώτο εμπόδιο που πρέπει να υπερπηδήσουμε, είναι ο αναφορικός λόγος του διηγήματος, που πρέπει να γίνει πλέον δραστικός. Η πληροφορία που έτσι κι αλλιώς ενυπάρχει μέσα του, να αποκτήσει σκηνική οντότητα και, κυρίως, ψυχισμό. Από την άλλη, η λεπτομερής περιγραφή, δεν επιτρέπει ούτε σκηνοθετικές ακροβασίες, ούτε τα συνήθη σκηνογραφικά βοηθήματα. Γιατί το όλο αποτέλεσμα θα μοιάζει υπερφορτωμένο και θα απομακρύνει, τελικά, τον θεατή από την κατανόηση του κειμένου. Θα πρέπει, λοιπόν, από τη μία να επιτρέψουμε στον θεατή να φανταστεί, μέσω του λόγου, και να ταξιδέψει φτιάχνοντας ο ίδιος τις δικές του εικόνες, αλλά από την άλλη θα πρέπει να του δώσουμε δράση, βίωμα σκηνικό. Γι’ αυτό, λοιπόν, στη συγκεκριμένη παράσταση, αλλά και την προηγούμενη φορά, που τόλμησα ν’ ασχοληθώ με τη λογοτεχνία στο θέατρο, δημιούργησα ένα εικαστικό σύμπαν, που λειτουργεί παράλληλα με το σύμπαν του κειμένου. Τα δύο αυτά σύμπαντα δεν τέμνονται μεταξύ τους, αλλά λειτουργούν όπως στη συμφωνική μουσική η ενορχήστρωση. Αλλιώς είναι να ακούσεις ένα όμορφο μουσικό θέμα με ένα όργανο, κι αλλιώς με περισσότερα. Θα έλεγα, λοιπόν, πως εδώ, τα δύο αυτά σύμπαντα συνδέονται πνευματικά. Έτσι, στην πραγματικότητα ενισχύεται ο λόγος, με κάτι μη ρεαλιστικό, που όμως επιτρέπει στον θεατή να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο, τόσο στη σκηνική λειτουργία του κειμένου, όσο και στον ψυχισμό των ηρώων του».
![]()
Ποιες αθέατες πλευρές των ηρώων αναδεικνύονται μέσα από το έργο του Βιζυηνού;
«Θεωρώ πως ο Βιζυηνός μας προσφέρει με πλήρη διαύγεια τις ψυχικές μεταπτώσεις των ηρώων του, όχι μόνο επειδή έτσι κι αλλιώς είναι οικογένειά του και τους ξέρει καλά, αλλά και λόγω των σπουδών του στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία ψυχολογία και φιλοσοφία με τους καλύτερους δασκάλους εκείνης της εποχής.
Επομένως, και επιστημονικά ήξερε τον τρόπο να το κάνει. Το δύσκολο ήταν ότι αυτό έπρεπε να το κάνει για τη μητέρα του και για τον εαυτό του, αφού κι ο ίδιος πρωταγωνιστεί στο διήγημα. Και ήταν δύσκολο πραγματικά, γιατί στη συγκεκριμένη ιστορία, είχε να διαπραγματευτεί το παιδικό του τραύμα, το οποίο, μάλιστα, προήλθε από την ίδια του τη μητέρα.
Και παρόλο που κάτι τέτοιο μοιάζει βασανιστικό, το κάνει με ακριβοδίκαιο τρόπο. Ή μάλλον, με πολύ έξυπνο τρόπο. Δημιουργεί ένα περιβάλλον αφήγησης όπου οι θεατές συμπάσχουν, ουσιαστικά, στο μεγαλύτερο μέρος του έργου, με τον τραυματισμένο ψυχικά Γιωργή. Ώσπου να έρθει η εξομολόγηση της μητέρας, όπου οι θεατές πια, όπως και ο Γιωργής, συναισθάνονται πλέον την τραγική της μοίρα. Έτσι λοιπόν, υπάρχει μία πολύπλευρη αντιμετώπιση στο θέμα του ψυχισμού. Θα έλεγα πως δεν υπάρχουν αθέατες πλευρές, παρά μόνο εκείνες που οι ίδιοι οι άνθρωποι αποκρύπτουν. Όταν, όμως, όλα έρθουν στο φως, όπως εδώ, αυτό που υπάρχει από κει και πέρα, είναι η σιωπή και η σκέψη του καθενός μας. Μία σκέψη που δεν σε βαραίνει, αλλά το αντίθετο, σε κάνει περισσότερο άνθρωπο. Γιατί έχει ως γνώμονα την αγάπη».
Ταυτότητα Παράστασης
Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Σκηνικά/ Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Σχεδιασμός κίνησης: Βρισηίδα Σολωμού
Σχεδιασμός φωτισμών: Χριστίνα Θανάσουλα
Βοηθός φωτισμών: Ιφιγένεια Γιαννιού
Βοηθός Σκηνοθέτη: Φάνης Σακελλαρίου
Φωτογραφίες: Μαριλένα Αναστασιάδου
Video: Θάνος Μαργαρίτης
Γραφιστική επιμέλεια: xMx graphics
Επικοινωνία: Αντώνης Κοκολάκης
Παραγωγή: Phronesis – AMKE
Επί σκηνής: Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος
Προπώληση εισιτηρίων : https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/to-amartima-tis-mitros-mou-3os-xronos/
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












