Μετά τη μεγάλη επιτυχία της πρώτης χρονιάς, το αριστούργημα του Ιβάν Βιριπάγιεφ «Απόρρητο» (Νέα Τάξη Πραγμάτων), σε σκηνοθεσία της Ταμίλλα Κουλίεβα ξεκίνησε τις παραστάσεις του στο Θέατρο Διάνα, όπου παρουσιάζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη [Ιπποκράτους 7, Αθήνα].
Μεταφερόμαστε στο 2028· το ΑΙ έχει αποκτήσει, πλέον, δική του βούληση και μπορεί να ζητάει από τους ανθρώπου να του απαντούν σε θεμελιώδη, υπαρξιακά και κοινωνικά ερωτήματα. Η Έλλη Στάη και ο Παύλος Τσίμας, συναντιούνται για πρώτη φορά με τη θεατρική σκηνή και αναλαμβάνουν αυτό το ρόλο, ως οι συνεντευξιαστές ενός ερευνητικού κέντρου, στο πλαίσιο μιας κλειστής έρευνας. Οι τρεις επιστήμονες –Ταμίλλα Κουλίεβα, Μαριάννα Κιμούλη και Χρήστος Στέργιογλου– που παίρνουν μέρος στην έρευνα, η οποία διερευνά τα πιο φλέγοντα ερωτήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα, μέσα από τις απαντήσεις που καλούνται να δώσουν, σε μορφή ατομικών συνεντεύξεων, έρχονται αντιμέτωποι με συνεχείς εσωτερικές συγκρούσεις ανάμεσα σε όσα πιστεύουν και σε όσα αντέχουν να δηλώσουν.

Οι θεατές, σε ρόλο παντογνώστη αφηγητή μαθαίνουν τις αδήλωτες πτυχές της ζωής και της προσωπικότητάς τους και χωρίς να το επιδιώκουν, γίνονται οι εξομολογητές της πιο κρυφής αλήθειας τους. Μιας αλήθειας, που εάν της έδιναν χώρο, θα ήταν πραγματικά ελεύθεροι. Σε αυτή τη μικρή χρονική μετατόπιση, το μέλλον γίνεται ο καθρέπτης του παρόντος και αυτό που μοιάζει μακρινό, αποδεικνύεται τελικά, τόσο κοντινό και προβλέψιμο.
Με τη Μαριάννα Κιμούλη, είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε.
Θα θέλατε να μας συστήσετε το «Απόρρητο»; Τι συναντάμε στον πυρήνα του;
«Το “Απόρρητο” είναι ένα κείμενο που δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις. Στήνει έναν καθρέφτη μπροστά μας και μας καλεί να τον κοιτάξουμε χωρίς φίλτρα. Μας φέρνει αντιμέτωπους με το πώς αντιλαμβανόμαστε την κοινωνία στην οποία ζούμε. Μια κοινωνία που δείχνει να εξελίσσεται, αλλά κάτω από την επιφάνεια κουβαλά τις ίδιες, βαθιά ριζωμένες αντιφάσεις. Κι ενώ ζούμε σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη μάς δίνει συνεχώς απαντήσεις, εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Εκείνη είναι που θέτει τα ερωτήματα. Εμείς καλούμαστε να απαντήσουμε. Και ίσως για πρώτη φορά να παραδεχτούμε ότι δεν έχουμε έτοιμη απάντηση. Είναι ένα έργο που μας φέρνει αντιμέτωπους και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Με τις σιωπές, τις υπεκφυγές και τις πιο κρυφές μας αλήθειες. Μας αναγκάζει να σταθούμε απέναντί τους χωρίς διαφυγή».

Σκέψεις και συναισθήματα από την πρώτη σας επαφή με το κείμενο του Βιριπάγιεφ;
«Η πρώτη μου επαφή με το κείμενο ήταν σχεδόν σοκαριστική. Συνειδητοποίησα από την αρχή πόσο βαθιά αγγίζει την εποχή μας. Είναι ένα από τα πιο επίκαιρα και προκλητικά έργα που έχω διαβάσει. Ο Βιριπάγιεφ δεν γράφει για να προσφέρει παρηγοριά. Μιλά για ευθύνη, για χειραγώγηση, για την ψευδαίσθηση της ελευθερίας μας μέσα σ’ έναν κόσμο που μας παρακολουθεί ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε».
Μιλήστε μας για τον ρόλο σας στην παράσταση.
«Υποδύομαι μια νεαρή βιολόγο. Μια γυναίκα της γενιάς μου που προσπαθεί να σταθεί όρθια μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς. Ο Βιριπάγιεφ δεν παρουσιάζει αυτή τη γενιά ως χαμένη. Τη δείχνει να αντιδρά, να πράττει, συχνά όμως με τρόπο σκληρό, γιατί της έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα να ονειρεύεται σε βάθος χρόνου. Το να στερείς από μια γενιά το δικαίωμα να φαντάζεται το μέλλον της είναι βαθιά απάνθρωπο. Κι όταν αυτό συμβαίνει, η πράξη παύει να πηγάζει από το όραμα και γεννιέται από την απόγνωση».

Θα επιλέξετε να μας πείτε λίγα λόγια από τον ρόλο σας;
«Ένα από τα αποσπάσματα που αγαπώ περισσότερο είναι εκείνο που καλούμαι να περιγράψω τι είναι για μένα ο θάνατος. Η απάντηση που δίνω έχει να κάνει περισσότερο με το πώς μερικοί άνθρωποι ζουν πεθαίνοντας. “Θάνατος είναι όταν δεν υπάρχουν άλλες ερωτήσεις. Δεν υπάρχουν άλλες ανησυχίες. Δεν υπάρχουν άλλα προβλήματα, άλλος φόβος, άλλη επιθυμία. Δεν υπάρχει ο πόνος των άλλων. Αλλά και ο πόνος για τους άλλους. Γιατί δεν υπάρχουν άλλοι”».
Πού εστιάζει η σκηνοθετική προσέγγιση της Ταμίλλα Κουλίεβα;
«Η Ταμίλλα, πέρα από σκηνοθέτης, είναι και ηθοποιός. Γι’ αυτό λειτουργεί με μια ιδιαίτερη ενσυναίσθηση. Διαβάζει το κείμενο σε βάθος και εστιάζει στην ανθρώπινη διάσταση του έργου. Υπάρχει μια βαθιά κατανόηση πως ο άνθρωπος είναι ένα σύνολο στοιχείων, και φωτεινών και σκοτεινών, και πως από αυτή την αντίφαση πηγάζει και η ομορφιά μας».
Η Έλλη Στάη και ο Παύλος Τσίμας σε ψηφιακές αναπαραστάσεις ως οι συνεντευξιαστές. Λίγα λόγια σας για τη “συνάντηση” μαζί τους;
«Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα συνθήκη. Βρίσκεσαι απέναντι σε δύο εμβληματικούς δημοσιογράφους. Η επιλογή να χρησιμοποιηθούν δύο πραγματικά πρόσωπα με τόσο έντονη δημόσια παρουσία προσθέτει στο μυαλό του θεατή μια ακόμη διάσταση. Δημιουργεί ένα αίσθημα παράξενης οικειότητας και αποστασιοποίησης, ταυτόχρονα. Ένα παιχνίδι ανάμεσα στο αληθινό και το τεχνητό, στο οικείο και στο απρόβλεπτο».

Κάποιες σκέψεις σας για την παρουσία της A.I. στη ζωή μας;
«Γεννιόμαστε μέσα σε ένα ήδη εφαρμοσμένο σύστημα που τρέχει με τρομακτικούς ρυθμούς και μας πιέζει διαρκώς να είμαστε παραγωγικοί και γρήγοροι. Κι αντί να φέρουμε αντίσταση σε αυτή την πίεση, καταφεύγουμε στη δημιουργία εργαλείων για να μπορέσουμε απλώς να επιβιώσουμε. Ένα από αυτά τα εργαλεία είναι και η τεχνητή νοημοσύνη. Το να βρίσκεις λύσεις για να επιβιώσεις σε ένα σύστημα που με απάνθρωπους όρους σου ζητά να είσαι διαρκώς παραγωγικός είναι προβληματικό από μόνο του. Αντί να αλλάξουμε τη συνθήκη, καλύπτουμε επιφανειακά το πρόβλημα. Δεν αναιρώ ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να προσφέρει πολλά, ειδικά αν χρησιμοποιηθεί με μέτρο και σωστά. Ήδη βοηθά την επιστήμη, την ιατρική, την έρευνα, αλλά και πολλούς άλλους τομείς της ζωής μας. Αυτό, όμως, που με απασχολεί είναι να μην τη φτάσουμε να αντικαταστήσει τη δική μας κριτική σκέψη, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα ή –το πιο σημαντικό– την επαφή μας με τη μνήμη».
Μιλώντας για μνήμη, θυμάστε πότε αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την υποκριτική;
«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα να γίνω ηθοποιός. Όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται, είναι η αλήθεια. Μεγαλώνοντας, αυτή η επιλογή έγινε όλο και πιο συνειδητή. Και, φυσικά, δοκιμάστηκε. Όμως κάθε δοκιμασία απλώς μου επιβεβαίωνε πόσο μεγάλη ήταν η ανάγκη μου να ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα. Μέχρι σήμερα, δεν θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να κάνει κάτι άλλο».

Η πολιτική πέρασε ποτέ από το μυαλό σας;
«Είμαστε πολιτικά όντα, είτε το θέλουμε είτε όχι. Υπάρχουμε μέσα σε ένα σύστημα με συγκεκριμένους κανόνες. Η αποχή από την πολιτική είναι κι αυτή μια πολιτική στάση, με την οποία εγώ προσωπικά διαφωνώ. Ταυτόχρονα, το ίδιο το θέατρο έχει βαθιά πολιτική υπόσταση. Ή, τουλάχιστον, το θέατρο που ονειρεύομαι να υπηρετώ».
Στο Λονδίνο σπουδάσατε, εργαστήκατε και ζήσατε για πέντε χρόνια. Κάτι που δε σας άρεσε καθόλου και κάτι που σας λείπει;
«Η ζωή στο Λονδίνο μού έδωσε πολλά. Έμαθα να εκτιμώ περισσότερο τη δουλειά μου και να τη σέβομαι. Εκεί υπάρχει διαφορετική νοοτροπία γύρω από την αξία της προσπάθειας και του επαγγελματισμού. Καταλαβαίνεις ότι αυτό που κάνεις έχει σημασία. Υπάρχει σεβασμός προς τον σύγχρονο πολιτισμό και τους ανθρώπους που τον υπηρετούν. Ο πολιτισμός δεν είναι είδος πολυτελείας. Είναι κοινωνικό αγαθό.
Φυσικά, υπάρχουν και δυσκολίες. Μιλάμε για μια βιομηχανία θεάματος με όλη τη σκληρότητα και τον ανταγωνισμό που αυτό συνεπάγεται».

Κάτι που αγαπάτε πολύ στην Ελλάδα;
«Όσα χρόνια ζούσα στο Λονδίνο, αυτό που μου έλειψε πιο πολύ ήταν η ανθρώπινη επαφή. Η αμεσότητα, η ζεστασιά και το χιούμορ. Σε σύγκριση με την αγγλική κουλτούρα, εμείς επικοινωνούμε με μεγαλύτερη ευθύτητα. Καθώς μεγαλώνω, το εκτιμώ όλο και περισσότερο».
Και κάτι που θα αλλάζατε στη χώρα αν μπορούσατε;
«Το να είσαι νέος καλλιτέχνης στην Ελλάδα, σήμερα έχει πολλές δυσκολίες. Είναι πολλά όσα θα ήθελα να αλλάξω. Αν έπρεπε να σταθώ σε ένα, θα ήταν ο σεβασμός προς τη διαφορετικότητα. Μέσα από το θέατρο, έχω μάθει ότι οι διαφορές μας είναι πλούτος, όχι απειλή. Είμαστε διαφορετικοί στις εκφράσεις μας, στις απόψεις μας, στις αρχές μας, στον σεξουαλικό προσανατολισμό μας, στη θρησκεία μας. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε, που εκφραζόμαστε, που αγαπάμε ή πιστεύουμε, είναι όλα κομμάτια της ίδιας κοινής εμπειρίας. Αν το θυμόμασταν πιο συχνά, θα ζούσαμε σε μια πιο ανοιχτή κοινωνία».

Κόρη της Μαρίας Δαμανάκη και του Γιώργου Κιμούλη. Κάτι από τα πολύτιμα που κρατάτε πάντα από τους γονείς σας;
«Το ότι μπορώ σήμερα να λειτουργώ αυτόνομα, το οφείλω αποκλειστικά σε εκείνους. Υπήρχε απόλυτος σεβασμός προς όλες τις επιλογές μου, μικρές και μεγάλες. Κι ενώ και οι δύο έχουν δυναμικές προσωπικότητες, μου έδωσαν όλη την ελευθερία να ανακαλύψω ποια είμαι, χωρίς ίχνος κτητικότητας».
Θα μοιραστείτε μαζί μας κάποια γλυκιά ανάμνηση των παιδικών σας χρόνων;
«Από το νηπιαγωγείο θυμάμαι πως είχα πάντα άποψη για το τι θα φορέσω. Πέρασα μια μεγάλη περίοδο που ήθελα να φοράω μόνο κίτρινα. Όλα έπρεπε να είναι κίτρινα -ρούχα, παπούτσια, ακόμα και στέκα στα μαλλιά. Θυμάμαι άπειρες συζητήσεις με τους γονείς μου πριν φύγουμε από το σπίτι, γιατί ήμουν απόλυτη. Ευτυχώς είχαν πολλή υπομονή».
Κάτι που σας φτιάχνει τη διάθεση;
«Ο σκύλος μου. Αυτά τα πλάσματα κουβαλούν μια ανιδιοτελή και καθαρή μορφή αγάπης που δύσκολα συναντάς αλλού. Ό,τι κι αν έχει συμβεί μέσα στη μέρα, αρκεί να τον δω για να αλλάξει αμέσως η διάθεσή μου».

Κάτι που σας χαλά τη διάθεση;
«Το άγχος. Θα ήθελα να μπορώ να ζω με λιγότερο άγχος, να αφήνω τα πράγματα να συμβαίνουν χωρίς να προσπαθώ να τα ελέγχω τόσο. Είναι κάτι που προσπαθώ συνεχώς να δουλεύω με τον εαυτό μου».
Μια αγαπημένη συνήθεια;
«Να βρίσκομαι με τους φίλους μου σε κάποιο σπίτι και να μιλάμε για ώρες. Να γελάμε, να συζητάμε για τα πάντα».

Μια χρήσιμη συμβουλή που σας έχουν δώσει;
«“Να ζεις τη ζωή σου όπως τη θες εσύ, όχι όπως τη θέλουν οι άλλοι για σένα”»
Ένα βιβλίο που αγαπάτε;
«Υπάρχει ένα βιβλίο που το διαβάζω σχεδόν κάθε καλοκαίρι, “Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα” του Μπουλγκάκοφ. Κάθε φορά που το ξαναδιαβάζω, ανακαλύπτω κάτι διαφορετικό. Είναι ένα έργο που κινείται ανάμεσα στο φανταστικό και το ανθρώπινο, με μοναδικό τρόπο. Και το τελευταίο μυθιστόρημα που διάβασα, “Η Αστυνομία της Μνήμης”, με άγγιξε πολύ. Μιλά για έναν κόσμο όπου τα πράγματα, και μαζί τους οι αναμνήσεις, αρχίζουν σιγά σιγά να εξαφανίζονται».

Μια αγωνία σας;
«Μόνο μία; Νομίζω πως η αγωνία είναι μια γενικότερη συνθήκη στη ζωή μου. Υπάρχει σχεδόν σε όλα. Ίσως, η μεγαλύτερη να είναι ότι δεν έχω αρκετό χρόνο».
Και μια ευχή σας;
«Να είναι καλά οι δικοί μου άνθρωποι».
Να κλείσουμε με στίχους αγαπημένου τραγουδιού;
«“There is a crack in everything, /that’s how the light gets in.” – Leonard Cohen».
Ταυτότητα Παράστασης
Μετάφραση- Απόδοση: Βεατρίκη Ψυχάρη
Σκηνοθεσία: Ταμίλλα Κουλίεβα
Σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς
Σχεδιασμός Φωτισμών: Ελευθερία Ντεκώ
Μουσική: Dof Twogee
Σχεδιασμών Κοστουμιών & Video Art: Νίκος Τσουκνίδας
Ενδυματολόγος: Λένα Μηνά
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Γιάννης Δασκαλοθανάσης
Sound Design: Μανώλης Μανουσάκης
Make Up artist: Χρυσα Ράικου
Φωτογραφία αφίσας: Μαριλένα Αναστασιάδου
Φωτογραφίες παράστασης: Σούλα Αποστολάκη
Χορογράφος: Ερμής Μαλκότσης
Artwork: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Άρτεμις Κυβέλου
Digital Promo & Video Productions: B2Square
Προπώληση εισιτηρίων – more
Πρόσωπα
Monica Borowska: Ταμίλλα Κουλίεβα
Rayen Arrow: Μαριάννα Κιμούλη
Morgan Smith: Χρήστος Στέργιογλου
AI – One: Έλλη Στάη, Παύλος Τσίμας
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












