Skip to main content

Άρης Δαβαράκης: «…γιορτή των τραγουδιών που αντέχουν στον χρόνο…»

«Τα τραγούδια μας» στο Παλλάς, στις 13 Μαΐου

Προσθέστε την «Ν» ως προτιμώμενη πηγή στο Google

© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Δύο δημιουργοί που μας έχουν χαρίσει μερικά από τα πιο τρυφερά και αγαπημένα τραγούδια, η Ευανθία Ρεμπούτσικα με τις μελωδίες της και ο Άρης Δαβαράκης με τους στίχους-ποιήματά του, παρουσιάζουν τη συναυλία «Τα τραγούδια μας», στις 13 Μαΐου, στο Θέατρο Παλλάς· μια μουσική παράσταση που βγαίνει από την κοινή μουσική τους διαδρομή, από τις πιο σημαντικές συναντήσεις στην ελληνική δισκογραφία [Βουκουρεστίου 3-5, Αθήνα].

Στη σκηνή του Παλλάς ανεβαίνουν μαζί τους,  η Εριέττα Μανούρη, ο Νίκος Μερτζάνος και ο Στέλιος Θεοδώρου. Από τη γιορτινή βραδιά, δε θα μπορούσε να απουσιάζει  ο Γιάννης Κότσιρας, που θα ξανασυναντηθεί με την πρώτη μεγάλη του επιτυχία, την «Αλεξάνδρεια».

Με τον Άρη Δαβαράκη, είχαμε τη μεγάλη χαρά να μιλήσουμε.

Γιορτή, στιγμή καλλιτεχνικής αναδρομής, σύνδεση παρελθόντος και παρόντος; Κάποιες σκέψεις, κάποια από τα συναισθήματα για την επερχόμενη μουσική παράσταση στο Παλλάς;         
«Με την Ευανθία συνεργαζόμαστε από τη δεκαετία του ’90 γράφοντας τραγούδια για τη δισκογραφία αλλά και για το θέατρο και την τηλεόραση. Είμαστε φίλοι, αγαπιόμαστε, συντονιζόμαστε στις ίδιες συχνότητες. Μ’ αυτά και μ’ αυτά έχουμε υπογράψει μαζί πάνω από εξήντα τραγούδια που και οι δύο τα αγαπάμε πολύ. Ναι, η μουσική παράσταση στο Παλλάς είναι γιορτή! Η γιορτή των τραγουδιών που αντέχουν στον χρόνο και ερμηνεύονται τώρα από τους νεότερους».

Η συνεργασία σας με την Ευανθία Ρεμπούτσικα έχει χαρίσει στην ελληνική δισκογραφία μερικά από τα πιο τρυφερά τραγούδια της· τι είναι αυτό που τόσο ταιριαστά, βαθιά και δυνατά μπλέκει τη μεταξύ σας σύνδεση;           
«Ναι, είναι αλήθεια πως ταιριάζουμε βαθιά και δυνατά. Τρυφερά. Όταν έχω στ’ ακουστικά μου μια μελωδία της Ευανθίας,  ανοίγει μόνο του ένα μονοπάτι για τις λέξεις. Οι συλλαβές έρχονται και κάθονται πάνω στις νότες της. Δεν μετράω, δεν ψάχνομαι για μέτρο και αριθμό συλλαβών, δεν γίνεται τεχνικά η δουλειά. Οι μελωδίες της είναι σαν φωτεινά μονοπάτια που δεν έχεις παρά να τα περπατήσεις για να βγεις στο ξέφωτο. Μ’ αρέσει να γράφω πάνω σε μουσική, πολύ περισσότερο από το αντίστροφο. Μας συνδέει κάτι γερό. Κάτι που μπορεί και να μην εξηγείται…»

Περισσότερο από πλούσια η στιχουργική σας πορεία· τι  νιώθετε ότι διατηρεί, διαχρονικά, την ομορφιά, την ένταση και την έμπνευση στη δημιουργία σας;    
«Τι να σας πω; Οφείλω κατ’ αρχήν να σας ευχαριστήσω για τα καλά λόγια, την γενναιοδωρία της ερώτησής σας. Ίσως η διαχρονικότητα κάποιων στίχων κάποιων τραγουδιών μου να οφείλεται στο γεγονός πως από παιδί μέχρι και τώρα δεν γράφω με τη σκέψη της “κατανάλωσης”. Θέλω να πω, δεν έχω το μυαλό μου στο “σουξέ”. Γενικά,  δε γράφω με το μυαλό μου· αφήνομαι στις λέξεις και τους συνειρμούς απόλυτα· δε μεσολαβεί ποτέ η σκέψη: “αυτό κάνει για τα ραδιόφωνα”, “αυτό θα σκίσει στο μαγαζί”, “αυτό θα προκαλέσει συζητήσεις”. Γράφω αυτό που βγαίνει και ελπίζω ότι θα αρέσει στον συνθέτη, στην Ευανθία εν προκειμένω, στον ερμηνευτή, στον παραγωγό -όταν υπάρχει. Έχω πάντα αγωνία αν θα αρέσει, αν θα γίνει αποδεκτό από τους συνεργάτες αυτό που έφτιαξα με τις λέξεις…Και αν υπάρχουν “ενστάσεις”,  κάνω ό,τι μπορώ να διορθώσω αυτό που δεν τους αρέσει ή δεν τους πάει».

Πολυδιάστατη η καλλιτεχνική σας παρουσία· αν εστιάσουμε στους στίχους και  γυρίσουμε πίσω στον χρόνο, ποια είναι η πρώτη στιγμή που θυμάστε τον εαυτό σας να νιώθει ότι «ανήκει» στις λέξεις;   
«Όταν ήμουν μικρό παιδί και ζούσα ακόμα στην Αλεξάνδρεια, η μητέρα μου, η Ιωάννα, μου έφερε δώρο από την Αθήνα -όπου ταξίδευε συχνά, τα πρώτα στυλό Bic· τα λάτρεψα. Ώρες καθόμουν και “έγραφα”, άλφα, βήτα, γάμα. Μου άρεσαν τα bic μου, η μυρουδιά του τετραδίου μου, το άρωμα των μολυβιών Faber –όλος αυτός ο “κόσμος” του ορνιθοσκαλίσματος. Θα ήμουνα 5 χρονών. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα μαθήματα· δεν ήμουν καλός στο σχολείο. Αλλά μ’ άρεσε να σχηματίζω λέξεις. Γεννήθηκα γραφιάς, νομίζω!»

Έχοντας καταγράψει τεράστιες και διαχρονικές επιτυχίες, μιλήστε μας για αυτή την αίσθηση, του να ακούγονται παντού λόγια δικά σας. Πώς βιώσατε την πρώτη σας επιτυχία; Και πώς νιώθετε όταν βλέπετε τα τραγούδια σας να νικούν τον χρόνο;           
«Ειλικρινά, δεν θέλω να παραστήσω τον “σεμνό”· δεν έχω όμως την αίσθηση ότι ακούγονται παντού λόγια δικά μου. Με τον παιδικό μου φίλο Τάσο Μελετόπουλο, αρχίσαμε από την ήβη να σκαρώνουμε τραγούδια -με τον Τάσο να μεταφέρει στο δωμάτιό του το πιάνο τοίχου της γιαγιάς του. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε στους “Μουσικούς Αγώνες της Κέρκυρας”. Η Τάνια Τσανακλίδου, φίλη μας από τότε, μας χάρισε την ερμηνεία της υπό τη διεύθυνση του ίδιου του Μάνου Χατζιδάκι. Αυτή νομίζω ήταν η “πρώτη στιγμή”. Η δεύτερη, και εξ’ ίσου “δυνατή”, ήταν η μεγάλη επιτυχία της “Μπαλάντας των Αισθήσεων” (“Σαν παλιό σινεμά”) του Μάνου Χατζιδάκι. Σχεδόν τρόμαξα. Ναι, αυτό έγινε “μεγάλη επιτυχία” και αντέχει μαγικά στον χρόνο, αφού γράφτηκε πριν σαραντατόσα χρόνια. Αλλά και πάλι, δεν ένοιωσα “στιχουργός”. Πέρασαν χρόνια μέχρι να πω στον εαυτό μου ξεκάθαρα, πως αυτό που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο από κάθε τι είναι να είμαι στιχουργός».

Τι κάνει, τελικά, έναν στίχο «διαχρονικό»· υπάρχει συνταγή επιτυχίας;           
«Όχι, όχι. Καμία συνταγή. Δεν έχω ιδέα πως γίνεται ένα τραγούδι διαχρονικό. Δεν το κάνουμε εμείς -συνθέτες, στιχουργοί, ερμηνευτές, ενορχηστρωτές κ.λπ.- “διαχρονικό”. Φεύγει από εμάς και φτερουγίζει. Μπορεί να πάει ν’ αγγίξει χιλιάδες ανθρώπους, μπορεί να το αγαπήσει ένα κορίτσι σε ένα βουνό ή ένα νησί και να το ακούει για μια ζωή. Κι’ αυτό “διαχρονικό” είναι. Δεν ξέρω τι γίνεται και πώς. Συμβαίνει…»

Έως τα έντεκα χρόνια σας, ζήσατε στην Αλεξάνδρεια· μια αγαπημένη εικόνα από την εκεί, παιδική ζωή σας;           
«Η πρώτη επταετία μου ήταν πολύ ευτυχισμένη. Με τα ξαδέρφια μου στον κήπο της γιαγιάς μας, αφήναμε τη φαντασία μας να χτίζει ολοκλήρους κόσμους. Λατρεύαμε τα εικονογραφημένα μας, τα κόμικς μας. Ο Μπαγκς Μπάννυ είχε ένα σπίτι κάτω απ’ τη γη, με καρέκλες, τραπέζια, κρεββάτι –ολόκληρο νοικοκυριό. Με τον Γιώργο, αποφασίσαμε κάποια στιγμή να φτιάξουμε κι’ εμείς ένα σπίτι κάτω απ’ τη γη –σαν του Μπαγκς Μπάννυ. Δεν μας είπε κανείς όχι. Μας δώσανε και φτυάρια και ξεκινήσαμε να σκάβουμε. Μέχρι το βράδυ το είχαμε καταλάβει ότι δεν γίνεται· και μας βάλανε για ύπνο!»

Και μια αγαπημένη εικόνα από τη σημερινή, αθηναϊκή καθημερινότητά σας;
«Είμαι στο Λαγονήσι στου Τάσου ή στην Επίδαυρο στην Μανουέλλα, είναι καλοκαίρι και κολυμπάω. Ευτυχία. Αλλά είπατε “αθηναϊκη”· ξυπνάω, φτιάχνω διπλό καφέ, τηλεφωνιέμαι με φίλους, ενημερώνομαι -έχω μεγάλο ενδιαφέρον για όλα τα διεθνή και τα τοπικά,  βγαίνω μια βόλτα, πάω σινεμά, θέατρο, στούντιο για τραγούδια, συναντήσεις για μελλοντικά projects· είμαι ευγνώμων για όλα. Αγαπώ πολύ τις νυχτερινές Θείες Λειτουργίες στον αγαπημένο μου Άγιο Φίλιππο στο Θησείο –και τον π. Δημήτριο Μαρούλη».

Μιας και αναφερθήκαμε στην Αλεξάνδρεια… πόσο έντονη, κινηματογραφική η  ατμόσφαιρα του αγαπημένου ομώνυμου τραγουδιού —υπήρξε μια συγκεκριμένη προσωπική εικόνα ή μια ιστορία που το γέννησε;        
«Βγήκε κι’ αυτό μόνο του, με ανώδυνο τοκετό και το έστειλα αμέσως στην Ευανθία από το Άγιον Όρος όπου βρισκόμουν. Δεν αλλάξαμε τίποτα. Κουβαλούσα μια κασέτα με τις μελωδίες της και το τότε “απόλυτο εργαλείο” –το walkman μου. Δωράκι από το Άνω Τερματικό! Το πιστεύω ότι οι άνθρωποι έχουμε μια σύνδεση με το μυστήριο και το ανεξερεύνητο. Αν το αποδεχτούμε σαν γεγονός, τα δώρα είναι καθημερινά. Μια σκέψη, μια καλή ιδέα, ένας καινούργιος έρωτας, αγάπη, φιλία, όλα τα καλά. Καθόμουν σ’ έναν βράχο στο μονοπάτι που πάει από τις Καρυές στο Κουτλουμούσι. Είπα ας δοκιμάσω. Άνοιξη, μ’ έναν καθαρό, γαλάζιο ουρανό, ανθεκτικό, αυθεντικό. Όταν σηκώθηκα, ήταν έτοιμο· και μόλις έφτασα το βραδάκι στο μοναστήρι μου, τη Μεγίστη Λαύρα, ζήτησα άδεια, πήγα στο γραφείο και το έστειλα στην Ευανθία. Και, για φαντάσου, 30 χρόνια μετά, ο Φωκάς Ευαγγελινός -τον αγαπώ πολύ,  ανέβασε τη δική του “Αλεξάνδρεια” στο Παλλάς και βρεθήκαμε με την Ευανθία να γράφουμε ολοκαίνουργια τραγούδια για την παράσταση -που ξεκινούσε και τελείωνε με εκείνη την “Αλεξάνδρεια” του 1996, που τραγούδησε ο Γιάννης Κότσιρας στο πρώτο του άλμπουμ· ο φίλος μου ο Γιάννης· ένας σπουδαίος ερμηνευτής, ένας ωραίος άνθρωπος, ένα αληθινό, καλό παιδί».

Πολλές φορές έχετε ερωτηθεί για πολλά από τα μυθικά που ζήσατε στο λαμπερό καλλιτεχνικό παρελθόν -που όσο περνά, τόσο η αίγλη του μεγαλύνεται. Δεν μπορούμε, όμως, να μη ζητήσουμε να μοιραστείτε και μαζί μας μια εικόνα του…όποια πρώτη σάς έρθει στον νου…       
«Όταν γύρισε η Μελίνα Μερκούρη στην Ελλαδα, το ’74,  και ξαναπήρε την ελληνική ιθαγένεια που της είχαν στερήσει αυτοί οι γελοίοι χουντάκηδες -μαζί με όλη την περιουσία της,  ανέβηκε στο Θέατρο Κάππα η “Όπερα της Πεντάρας” του Μπρεχτ σε σκηνοθεσία Ντασέν, σκηνικά και κοστούμια Βασίλη Φωτόπουλου, με τη Μελίνα και τον Νίκο Κούρκουλο. Η παιδική μου φίλη Μανουέλα Παυλίδου κανόνισε και πήγαμε και στρωθήκαμε στην πρώτη σειρά. Δεν την είχα ξαναδεί τη Μελίνα από κοντά και δε θα ξεχάσω ποτέ την ανατριχίλα και το δέος που ένοιωσα, όταν βγήκε πλάτη στο κοινό μ’ ένα κίτρινο, πλαστικό αδιάβροχο και άρχισε να τραγουδάει: “Όταν βγαίνουν καρχαρίες, βγαίνει αίμα στον αφρό, ο Μακχήθ βγαίνει στο Σόχο μ’ άσπρο γάντι καθαρό”. Πλάτη όλ’ αυτό. Όταν με μια απότομη, μαγική κίνηση γύρισε προς το κοινό, όλο το θέατρο ήταν όρθιο και χειροκροτούσε. Αποθέωση. Όλη η μαγεία του θεάτρου των μεγάλων σταρ-ηθοποιών».

Μια χρήσιμη συμβουλή που σας έχουν δώσει;      
«“Να μην αποταμιεύεις εδώ. Στην Τράπεζα του Ουρανού να αποταμιεύεις”· έτσι μου είπε ο Χατζιδάκις όταν του είπα ότι άνοιξα λογαριασμό ταμιευτηρίου στην τότε “Τράπεζα Πίστεως”, για να μαζέψω λεφτά να πάω στην Νέα Υόρκη. Ζόρικη συμβουλή, αλλά σπουδαία. Τότε δεν καταλάβαινα. Τώρα ξέρω».

Ένα βιβλίο που διαβάσατε τελευταία και σας άρεσε;      
«Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τους κλασσικούς –αλλά δεν διαβάζω πολύ. Να μη λέμε ψέματα. Μ’ άρεσαν οι “Κορες του Λαβυρίνθου της Ruth Padel -σε μετάφραση του Στέλιου Βαφέα. Και, πάντα, ο Γιάννης Μακριδάκης. Έχω διαβάσει όλη τη λογοτεχνία του».

Χαρακτηριστικά που εκτιμάτε ιδιαίτερα στους άλλους; 
«Την απλότητα, την ανοιχτότητα, το χιούμορ, την ικανότητα για μια ωραία συζήτηση. Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που αγαπούν τους ανθρώπους γι’ αυτό που είναι αλλά κι’ αυτοί που πιστεύουν στις αξίες, την ελευθερία, τη δημοκρατία, την δικαιοσύνη (δεν εννοώ τη “Δικαιοσύνη”) και υπερασπίζονται αυτά που πιστεύουν».

Και κάποια που σας απωθούν;       
«Η λατρεία στο χρήμα, τη δύναμη, την εξουσία –και όσα εκπορεύονται από τέτοιες “λατρείες”».

Μια αγωνία σας;      
«Θέλω πολύ να πάει καλά η παράσταση μας με την Ευανθία στο “Παλλάς” στις 13 Μαΐου. Τα τραγούδια μας!»

Και μια ευχή σας;    
«Να ξεμπερδέψει το συντομότερο η ανθρωπότητα από το δίδυμο Τραμπ – Νετανιάχου».

Κύριε Δαβαράκη, να κλείσουμε με…τραγούδι; Θα μας πείτε στίχους από κάποιο;     
«Από την “Αλεξάνδρεια” το κλείσιμο: “Για Σαλάμ θα πει τόσα χώρεσα που τον δαίμονά μου συγχώρησα”».

Εισιτήρια
https://www.ticketservices.gr/event/evanthia-reboutsika-aris-davarakis-theatro-pallas/?lang=el

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.