Η τρίτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Γερακάρη, με τίτλο «Υπεραπουσία» (εκδόσεις 24γράμματα), παρουσιάστηκε στην αίθουσα εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες – εμβριθείς και εμπεριστατωμένες – ήταν οι ομιλίες των διακεκριμένων ομιλητών, που αναφέρθηκαν στην ουσία της ποίησης του Γιώργου Γερακάρη αλλά και στην αξία που έχει η ποίηση γενικότερα, ιδίως μέσα στην αντιποιητική και αντιπνευματική ατμόσφαιρα της εποχής μας.
Συγκεκριμένα, για το βιβλίο μίλησαν οι:
· Σπύρος Ράγκος, Καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών.
· Χρήστος Δόγας, δημοσιογράφος, (διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας «Το Βήμα»).
· Κατερίνα Ντίνου, ποιήτρια και μουσικός.
Τελευταίος πήρε τον λόγο και μίλησε ο ποιητής.
Στο πιάνο και την απαγγελία ποιημάτων ήταν η μουσικός και ηθοποιός Αγγελική Δέλλα, που καταχειροκροτήθηκε.

Θερμά χειροκροτήθηκαν και οι ομιλητές, οι οποίοι τόνισαν τα εξής:
Σπύρος Ι. Ράγκος:
«Είναι δύσκολο να μιλάς για ποίηση. Το έργο γίνεται δυσκολότερο αν η ποίηση είναι άξια του ονόματός της. Γιατί τότε αισθάνεσαι συνεχώς ότι τα λόγια την προδίδουν. Ιδίως όμως αν η ποίηση είναι μια ποίηση του θροΐσματος, του απόηχου και του ψιθύρου, της αφανούς παρουσίας και της υπεραισθητής απουσίας, ο ερμηνευτικός λόγος είναι εξαρχής καταδικασμένος να αποτύχει, γιατί από τη φύση του θα αναγκαστεί να φανερώσει το κρυφό, να κάνει ρήμα την σιωπή και να ορθώσει ως ον το μηδέν και το άπειρο. Με την βίαιη επέλασή της, η δυνατή και μονοδιάστατη φωνή της ερμηνείας θα βεβηλώσει την αλήθεια του μυστηρίου που θέλει να πάλλεται, με διαλείποντα και απρόβλεπτο τρόπο, ανάμεσα στο σκότος και την στιγμιαία, σαν του κεραυνού, αποκάλυψη. Τάδε πάντα οἰακίζει κεραυνός αλλά η Φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ, δήλωσε ο περήφανος και μελαγχολικός Ηράκλειτος. Και χρέος μας είναι να στεκόμαστε με δέος και συστολή απέναντι στον κρυμμένο και λανθάνοντα βηματισμό της φύσεως όσο και να δοξάζουμε τις εξαίφνης οπτασίες που μας χαρίζει ο κεραυνός και που ονομάζουμε, χωρίζοντας τα αχώριστα, ζωή.
Η ποίηση του Γιώργου Γερακάρη διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά που προανέφερα. Είναι και άξια του ονόματός της και υπόκωφη και αληθινή. Δεν είναι μια ποίηση του ύψους αλλά του βάθους. Όσα έχει αντλήσει –και έχει αντλήσει πολλά– τα έχει αντλήσει από επίμονη προσπάθεια αφουγκρασμού της ανάσας και του νοήματος που φέρει εντός της η σιωπή και η νύχτα.
Η Υπεραπουσία (2023) είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Γερακάρη. Οι δύο προγενέστερες τιτλοφορούνται Υπόηχοι (2002) και Νύξεις του Εκείνου (2006). Ήδη οι τίτλοι, Υπόηχοι, Νύξεις του Εκείνου και τώρα Υπεραπουσία, μαρτυρούν το ένα και μοναδικό θέμα που διατρέχει, ως βαγκνερικό leitmotiv, όλα τα ποιήματα, με κυμαινόμενη βεβαίως ένταση το καθένα: είναι η στιγμή της συνειδητοποίησης μιας απουσίας ριζικής και καθοριστικής που συχνά ονομάζεται απόγνωση ή απελπισία. Ας μην βιαστούμε όμως να χαρακτηρίσουμε την ποίηση του Γιώργου Γερακάρη απαισιόδοξη, μηδενιστική ή απελπισμένη. Η αλήθεια εδώ βρίσκεται μάλλον στο άλλο άκρο – αν και βεβαίως και αυτή η διατύπωση είναι άκρως μονομερής. Ας πούμε καλύτερα ότι η ποίηση αυτή είναι επέκεινα της απλοϊκής διάκρισης ανάμεσα στην αισιοδοξία και την απαισιοδοξία, την ελπίδα και την απελπισία, την γνώση και την απόγνωση. Το λυτρωτικό μήνυμά της έρχεται όχι από την άρνηση αλλά από την καταβύθιση στο κενό και στο τίποτε.
Η ριζική και καθοριστική απουσία, γύρω από την οποία σταθερά περιστρέφεται σαν προς τον αφανή Ήλιο της ή, καλύτερα, μια μαύρη τρύπα, η ποίηση του Γιώργου Γερακάρη δεν είναι μια απουσία ψυχολογικής υφής ή προσωπικής ιστορίας τραύματος. Απόδειξη είναι η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε μορφής γλυκερού συναισθηματισμού. Ο ποιητής δεν θρηνεί την απώλεια μιας ερωμένης, του μητρικού στήθους ή της ενδομήτριας γαλήνης ούτε, πολύ περισσότερο, της παιδικής αμεριμνησίας, αλλά (μάλλον) το πραγματικό αίτιο αυτών των εμπειριών στο δράμα της ατομικής, δηλαδή περίκλειστης και απομονωμένης από τον κόσμο, ύπαρξης. Οι ατομικές εμπειρίες ξυπνούν το προαιώνιο τραύμα, το τραύμα της ατομικής ύπαρξης, δεν το δημιουργούν. Η μελαγχολία που αγκαλιάζει τα ποιήματα είναι μια υπαρξιακή αγωνία καθολική με μεταφυσικές προεκτάσεις, όχι το παθολογικό αποτέλεσμα μιας δήθεν τραυματικής παιδικής ηλικίας. Ας διαβάσουμε το ποίημα «Απορροή» με τον χαρακτηριστικά νεοπλατωνικό τίτλο του, που είναι επ’ αυτού σαφές και αδιαπραγμάτευτο. Το δράμα που προβάλλει η ποίηση του Γιώργου Γερακάρη έχει μακρά διαδρομή στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Μια έντονη και σημαντική στις ακρότητές της ιστορική περίοδος υπήρξε η ανάδυση του γνωστικισμού στους πρώτους αιώνες της νέας εποχής. Οι γνωστικοί βίωσαν, για πρώτη φορά με τέτοια ένταση, την αποξένωση από την φύση, την κοινωνία, τον Θεό. Όμως αυτοί μπόρεσαν να στήσουν μια νέα μυθολογία υποτιθέμενης Γνώσης για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της αποξένωσης. Στόχος, μέσω της άρνησης του κόσμου που έπαιρνε άλλοτε την μορφή του ασκητισμού και άλλοτε την φαινομενικά αντίθετη μορφή του άθεσμου και παραβατικού ηδονισμού, ήταν η υπέρβαση του κακού ή έστω αδαούς Δημιουργού του Κόσμου (Ιαλνταμπαώθ) και η σύνδεση με τον αγαθό επέκεινα Θεό. Στην απομαγευμένη σύγχρονη εποχή μας, ο δρόμος αυτός φαίνεται οριστικά κλειστός. Και σωστά, θα προσέθετα, γιατί το ζητούμενο δεν είναι μια αλλοκοσμική ή εξωκοσμική εσχατολογία αλλά η επανεύρεση του εγγενούς νοήματος της ζωής, η αναβάπτιση της ύπαρξης στην πηγή του κοσμικού μυστηρίου.
Η ανάπτυξη της τεχνολογίας δίνει νέες δυνατότητες σύνδεσης και επαφής, κυριολεκτικά αδιανόητες σε προηγούμενες εποχές, αλλά όλες αυτές οι δυνατότητες βασίζονται στην εικόνα και την πλασματική πραγματικότητα, δηλαδή την απομίμηση της πραγματικής ζωής, με τρόπους που, ενώ φαίνεται να επιλύουν ένα ισχύον πρόβλημα, την σύγχρονη απομόνωση, στην πραγματικότητα απλώς το εντείνουν. Η νέα μυθολογία του αυτοματισμού και της εικόνας κάνει το άτομο ακόμα πιο ανήμπορο, ακόμα πιο απομονωμένο, ακόμα πιο περίκλειστο. Η ποίηση του Γιώργου Γερακάρη έρχεται ως κριτική όλων αυτών των σύγχρονων τάσεων, χωρίς να το δηλώνει. Με την επιμονή της στο παλαιό και το φθαρμένο, στον αργό βηματισμό, έναντι της παραζάλης του ξέφρενου ρυθμού ζωής, στην περίσκεπτη αναμονή και στην αγκάλη της νύχτας, της σιωπής, της μέθης και των άστρων, η ποίηση αυτή μας καλεί να αναλογιστούμε το τίμημα της προόδου μας, δηλαδή της αποκοπής μας από τον συμπαντικό ρυθμό που κάποιοι, παλαιά, ήθελαν να ονομάζουν Λόγο, έναν λόγο που μόνον ομόηχος μπορεί να είναι με την τεχνοκρατική των ημερών μας λογική.
Χωρίς, φαντάζομαι, να την προδίδει, θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την ποίηση του Γιώργου Γερακάρη ως ποίηση φιλοσοφική και κατ’ εξοχήν μεταφυσική. Ο τίτλος της προηγούμενης ποιητικής συλλογής, Νύξεις του Εκείνου, παραπέμπει κατ’ εμέ στον Πλωτίνο που έτσι, «εκείνος» ή «εκείνο», ονόμαζε κι αυτός την ακατανόμαστη, αδιάγνωστη, άρρητη και άναρχη πρώτη αρχή των πάντων, το υπερούσιο Έν. Αν όμως η ποίηση αυτή είναι φιλοσοφική, αυτό δεν σημαίνει ότι απαρτίζεται αποκλειστικά από στοχασμούς. Οι στοχασμοί είναι μεγάλο μέρος της, είναι η ραχοκοκκαλιά της. Η επίμονη και σχεδόν μέχρι μονομανίας επανερχόμενη χρήση του αφηρημένου ουδετέρου αποδεικνύει τον ισχυρισμό. Τα ουσιαστικοποιημένα επίθετα ή επιρρήματα βρίθουν σε αυτήν την ποίηση: το Απειροελάχιστο εκτείνεται ξανά, η κλήση του Απόλυτου, με την επίγνωση του Ανεκπλήρωτου, στους δρόμους του γαλάζιου Πουθενά, με τον παλμό του ανώλεθρου, στο σκοτεινό ανικανοποίητο της καληνύχτας, θρόισμα στιγμιαίο του Ανώλεθρου, μέσα στον ίλιγγο του Πουθενά, μέσα σε ένα Περιέχον, μπροστά στου απόλυτου τη θήρα, μέσα στο μάταιο παντού, με την άφθαρτη ισχύ του αναπάντητου και του ανικανοποίητου, ο παγετός του τίποτα. Και μόνον από αυτά παίρνουμε κάτι από την αύρα που διαπνέει αυτήν την ποίηση και διαχέεται σ’ εμάς.
Πολλά, ίσως τα περισσότερα, ποιήματα είναι όντως μεταφυσικοί στοχασμοί για την κρυμμένη ενότητα των πάντων, για την αρχή. Όπως αυτό που επιγράφεται «Απέναντι». Όμως άλλα είναι ή περιλαμβάνουν έντονες εικόνες. Ως εξαίρεση σε έναν κανόνα που θέλει τον χρόνο των ποιημάτων να είναι παροντικός, διαβάζω το ποίημα «Προς το παλαιό λιμάνι (Σπέτσες)», στο οποίο ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής συγκρίνει μια έντονη μνήμη της εφηβείας του σε μια παραθαλάσσια διαδρομή από την Ντάπια προς το παλιό λιμάνι των Σπετσών με μια όμοια πορεία που κάνει στο παρόν και αναθυμάται. Η ποιητική συλλογή Υπεραπουσία απαρτίζεται, διόλου τυχαία, από 33 ποιήματα. 33 είναι και οι στίχοι του ποιήματος «Αστραπή» που αναντίρρητα παραπέμπει στον Ηράκλειτο. Των άλλων ποιημάτων η έκταση ποικίλλει από τους 35 στίχους που έχει το ποίημα «Προς το παλιό λιμάνι (Σπέτσες)» μέχρι τους μόλις δύο στίχους του λιλιπούτειου «Προς». Όσον αφορά τις επιρροές που έχει δεχτεί από άλλους ποιητές, η πιο εμφανής είναι αυτή του Καβάφη. Οι συχνά επανερχόμενοι στίχοι, ιδίως στην αρχή και το τέλος κάποιων ποιημάτων, είναι μια φόρμα καταφανώς καβαφική. Αλλά η ατμόσφαιρα που αποπνέει η ποίηση αυτή είναι εντελώς διαφορετική. Δεν έχει ούτε την ειρωνεία του Καβάφη ούτε τον σαρκασμό του Καρυωτάκη, πλην μιας ή δυο εξαιρέσεων. Ο ποιητής εδώ δεν προφυλάσσεται από την απόγνωση, δεν παίρνει αποστάσεις ασφαλείας: αφήνεται να την ζήσει και να την μοιραστεί μαζί μας.
Η ριζική και καθοριστική απουσία γύρω από την οποία σταθερά περιφέρεται η ποίηση του Γιώργου Γερακάρη, αυτή η υπεραπουσία που δίνει τον τίτλο στη συλλογή, είναι η αποκοπή από την των πάντων αρχή, ο καημός του Ενός, κατά την έκφραση του Στέλιου Ράμφου που απηχεί εύστοχα την φιλοσοφία και τον πόθο του Πλωτίνου, η μη μέθεξη στην βαθύτερη ταυτότητα από την οποία αναβλύζουν όλες οι αντιθέσεις και οι ετερότητες του κόσμου. Η αποκοπή αυτή δεν είναι ποτέ οριστική και τελεσίδικη. Όπως ο καημός γνωρίζει την παλαιά και ανεκπλήρωτη επιθυμία που τον δέρνει, έστω και ως μόνιμη έλλειψη, έτσι και η υπεραπουσία είναι μια πανταχού παρούσα και τα πάντα θρηνούσα παρουσία που όμως διηνεκώς διαφεύγει της θνητής και θνησιγενούς προσοχής μας και μόνον πολύ σπάνια και πάντοτε απρόσμενα, όπως μάς δείχνει η ποίηση του Γιώργου Γερακάρη, έρχεται στο προσκήνιο της συνείδησης. Θα μπορούσαμε να παραλληλίσουμε την υπεραπουσία αυτή με την χαϊντεγγεριανή λήθη του Είναι, την κατάσταση δηλαδή στην οποία ως άνθρωποι βρεθήκαμε όταν στρέψαμε την αποκλειστική προσοχή μας στα όντα και ξεχάσαμε την αόρατη και αφανέρωτη πηγή τους, το Είναι, για το οποίο μίλησε ήδη ο Παρμενίδης, ή, θέλοντας να μετατρέψουμε το λανθάνον σε φανερό, οντοποιήσαμε, πραγμοποιήσαμε και ουσιώσαμε το Είναι κάνοντάς το Θεό και μετατρέποντάς το κι Αυτό σε ένα ον όμοιο με τα άλλα, αν και ανώτερό τους, εξομοιώνοντας έτσι την υπερχειλίζουσα και άναρχη αρχή με τα δημιουργημένα και παράγωγα αποτελέσματά της.
Ο Γιώργος Γερακάρης είναι, πιστεύω, ένας τεχνίτης του λόγου. Η φωνή του ακούγεται σαν την θρηνητική και πένθιμη, διαλείπουσα αλλά σταθερή κραυγή του γκιώνη μέσα στη μαύρη νύχτα. Άλλοτε μ’ έναστρο ουρανό κι άλλοτε δίχως άστρα».

Χρήστος Δόγας:
«O Γιώργος Γερακάρης διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το πορτρέτο ενός αληθινού δημιουργού και τα οποία δυστυχώς πλέον σπανίζουν.
Το έργο του είναι το επιστέγασμα μακράς και επίπονης εσωτερικής αναζήτησης. Τα ποιήματά του είναι προϊόν έμπνευσης, της μυστηριακής αυτής κλήσης, όπως πολύ εύστοχα τη χαρακτηρίζει ο ίδιος. Η κλήση αυτή κάνει την εμφάνισή της σε ανύποπτο χρόνο, όταν το επιλέγει η ίδια. Όταν η Μούσα τον εγκαταλείπει, προτιμά προσωρινά τη σιωπή.
Την έντιμη αυτή καλλιτεχνική στάση την περιγράφει πολύ εύστοχα ο ίδιος σε συνέντευξή του από την οποία ξεχώρισα τα εξής: «Ανήκω στη “σχολή” αυτών που γράφουν ποίηση μόνο αν και όταν ακούσουν βαθιά μέσα τους τη Φωνή, τον εσωτερικό κοχλασμό που πιέζει για εξωτερίκευση. “Το αίμα που πρέπει να τρέξει” [στο σημείο αυτό κάνει αναφορά στο ποίημα Ανάμνηση» … Αυτός είναι και ο λόγος που μπορεί να περάσουν πολλά χρόνια για να εκδώσω κάτι. Τα ποιήματα προκύπτουν. Δεν εκβιάζονται», λέει ο ίδιος.
Η πνευματική αυτή στάση – η οποία αποτελεί την πεμπτουσία της καλλιτεχνικής δημιουργίας – στην εποχή μας τείνει να εκλείψει. Η ποίηση και το κάθε έργο τέχνης, έχει υποβαθμιστεί σε εργαλείο αυτοπροβολής. Δεν είναι το αποτέλεσμα ισχυρής εσώτερης παρόρμησης. Δίνεται μεγαλύτερη σημασία στα περί του έργου, στο περιτύλιγμα, παρά στην ουσία του έργου. Για τους δήθεν δημιουργούς, στόχος είναι η ολοκλήρωση του έργου με κάθε τίμημα, τις περισσότερες φορές εις βάρος της ποιότητας. Στην εποχή των likes η καλλιτεχνική δημιουργία αποτελεί το πρόσχημα για να στραφούν έστω και για λίγο τα φώτα προς τον δήθεν δημιουργό. Η καλλιτεχνική παραγωγή είναι αντιστρόφως ανάλογη της ποιότητας και της αξίας. Γι’ αυτό και τα περισσότερα έργα δεν αντέχουν στον χρόνο. Γι’ αυτό και παρατηρείται το παράδοξο όταν αυτοί οι δήθεν δημιουργοί είναι παρόντες η απουσία τους να είναι εκκωφαντική.
Η αληθινή τέχνη αποστρέφεται τις ευκολίες. Αποτελεί μια διαδικασία επώδυνη. Είναι μια άνιση μάχη. Τον σκληρό αυτό αγώνα με τις λέξεις τον περιγράφει πολύ επιτυχημένα ο Γιώργος, κάνοντας μια πικρή αλλά αληθινή παραδοχή για έναν αγώνα εκ των προτέρων χαμένο. Νικητής αναδεικνύεται τελικά αυτός που μετρά τις μικρότερες δυνατές απώλειες
Η ποιητική διαδρομή ορίζεται “ως μια προσπάθεια έκφρασης, δια των λέξεων, πραγμάτων που είναι πέρα από τις λέξεις – γνωρίζοντας ότι η προσπάθεια αυτή καταλήγει σε ήττα, αλλά ελπίζοντας και σε κάποιες μικρές νίκες».
Ο Γιώργος Γερακάρης, με την τρίτη του ποιητική συλλογή «Υπεραπουσία», έρχεται να αποκαταστήσει την αξία της αληθινής ποίησης. Διατηρεί την αναγνωρίσιμη ποιητική του ταυτότητα ενώ παράλληλα εμβαθύνει ακόμη περισσότερο στα θέματα που τον απασχολούν επίμονα.
Η θεματική είναι πάντα η ίδια – η μεταφυσική του έρωτα, οι ρωγμές της ύπαρξης, ο αγώνας να ενωθούν τα θραύσματα και οι τελείες που ορίζουν τόσο την πραγματικότητα όσο και το υπερβατικό. Ρίχνει φως στις μικρές ρωγμές και παντρεύει αβίαστα την ποίηση με τη φιλοσοφία.
Η διάκριση ανάμεσα στον φαινομενικό κόσμο και την αληθινή ουσία των πραγμάτων αντηχεί στην ποιητική αναζήτηση του Γερακάρη για το «διαχρονικό και στέρεο υπόστρωμα πίσω από τις παραπλανητικές εκφάνσεις της πραγματικότητας».
Όπως και στις δύο προηγούμενες συλλογές, ο λόγος είναι μεστός και δωρικός, γεμάτος δύναμη. Η κάθε λέξη επιτελεί με ακρίβεια το έργο της, ενταγμένη σε ένα αυστηρά δομημένο και συνεκτικό όλον.
Ο τίτλος, Υπεραπουσία, παραπέμπει σε μια εσώτερη ανθρώπινη ουσία που υπερβαίνει κατά πολύ τις απώλειες της πραγματικότητας και αποκαλύπτει έναν βαθύτερο υπαρξιακό πυρήνα, ελεγειακό και στοχαστικό. Θα έλεγε κανείς ότι ειδικά στο ποίημα «Εκείνα» συμπυκνώνεται μια ανοιχτή θεώρηση για τον κόσμο του ποιητή και τον κόσμο του καθενός, μια αιμάτινη και μεταφυσική θεώρηση, η οποία οργανώνεται γύρω ακριβώς από «όσα δεν ήρθαν», τα οποία «ορίζουν όλη μας την ύπαρξη/ ως υπερβατική απουσία», όλα όσα συνιστούν «μια παράλληλη ζωή/ που πάντα επανέρχεται χωρίς να έρχεται».
Σε ένα άλλο ποίημα, το «Σκοτεινό ραντεβού», ο Γερακάρης δίνει τον ποιητικό ορισμό της υπεραπουσίας, «μια απουσία που σβήνει όλες τις παρουσίες». Η υπεραπουσία, τελικά, ορίζει την ύπαρξή μας».
Κατερίνα Ντίνου:
«Συνήθως βρίσκομαι στο μουσικό μέρος μιας τέτοιας εκδήλωσης, όμως η μουσική παντοδύναμη και ισχυρή, μπαίνει σε κάθε μας έκφραση, στις σχέσεις μας, στους στίχους μας, στη ζωη μας ολόκληρη, κι έτσι απόψε η δική μου προσέγγιση θα είναι σαν ανάλυση μιας μελωδικής γραμμής μέσα από το πρίσμα μιας γόνιμης ποίησης .
Σε ποιήματα βαθιάς ενδοσκόπησης, η ταλάντωση ανάμεσα στο παραδοσιακό δίπολο μεταξύ έρωτα και θανάτου, εκεί που ο έρωτας κι ο θάνατος καθρεφτίζονται ως δύο οπτικά ισομερή – όπως παραστατικά αναλύαμε στη φαρμακοχημεία- αυτή η ταλάντωση είναι μια διαδρομή που δημιουργεί δονήσεις οι οποίες μετουσιώνονται σε μουσική, πότε στην άρση και πότε στη θέση του συναισθήματος .
Ολισθαίνοντας ανάμεσα στα ποιήματα του Γιώργου Γερακάρη, σε ποιήματα χωρίς ανούσιους καλλωπισμούς και αφελείς τρόπους ερμηνείας και εντυπωσιασμούς, βρίσκεσαι μπροστά σε αιματηρές αναμετρήσεις, ανάμεσα στην «ανυπόφορη χαρά» και στον «θεσπέσιο τρόμο», στις αντιθέσεις των πρωταρχικών εννοιών και σε μοιραίες επιστροφές, εκεί που ο ποιητής επιχειρεί επικίνδυνες μετωπικές συγκρούσεις, υπαρξιακές αναζητήσεις και με περίσσεια οδύνη μετεωρίζεται ανάμεσά τους.
Η Υπεραπουσία του ποιητή φωτίζει τους διαδρόμους και γεμίζει ασφυκτικά τις ρωγμές των αντιστροφών, καθώς με έντιμες και θαρραλέες προθέσεις , αναμετράται με τα μεγαλύτερα βάθη των ψυχικών αδιεξόδων, χωρίς να καταφεύγει σε εκλογικεύσεις, κοινοτοπίες και εύκολες διεξόδους.
Η ποίηση του Γιώργου Γερακάρη έφτασε στο κέντρο της μουσικής μου, με ευαισθησία, δυνατούς συμβολισμούς και περιγραφές σε γκρι φόντο στο μοτίβο των σχέσεων, απουσία λυρισμού, με μια αισιόδοξη προοπτική σε αρνητικό τοπίο, εκεί, που πίσω από την κραυγή και το πάθος, αναδύεται με απόλυτη σεμνότητα η δυνατή και υγιής πλευρά της ζωής και του ανθρώπου.
Στο κρουστό ποιητικό οικοδόμημα του Γιώργου Γερακάρη η γοητεία των αντιθέσεων, οι φορτισμένες λέξεις, με σημασίες που αλιεύονται από βιώματα, υφαίνουν σε εικόνες και συνειρμούς, τα έντονα συναισθήματα και δεξιώνονται με ευθύτητα, ευγένεια και μελωδική μουσική υπόκρουση τον αναγνώστη.
Το βάρος των λέξεων σε συνθλίβει σαν μια πένθιμη μελωδία και παράλληλα υποβάλλεσαι σε μια διαρκή διαδικασία μέθεξης, όπου πλέον έχεις εσύ τα κλειδιά να ξεκλειδώσεις τα δικά σου σκοτεινά μυστικά δωμάτια και να περιηγηθείς βρίσκοντας τα σημάδια της δικής σου διαδρομής.
Η περιδιάβαση στον κόσμο της Υπεραπουσίας, είναι ένα υπαρξιακό οδοιπορικό που σε οδηγεί σε μια έξοδο προσωπικής ελευθερίας.

Γιώργος Γερακάρης:
Δεν θα αναφερθώ στα ποιήματά μου (για αυτά μίλησαν οι εξαιρετικοί προλαλήσαντες). Θα πω δύο λόγια όσον αφορά την ποίηση, σε σχέση με την εποχή μας αλλά και με αφορμή διάφορες σταθερές, έως και στερεότυπες, φράσεις και ερωτήσεις («αν μπορεί η ποίηση να αλλάξει τον κόσμο», «τι θέλει να πει ο ποιητής» κ.λπ.).
Ήθελα λοιπόν να επισημάνω κάτι που δεν είναι καινούργιο αλλά το λησμονούμε όλο και περισσότερο στην εποχή μας: ότι η ποίηση όπως και η τέχνη γενικότερα είναι πάνω από όλα η σύνδεση με το μυστήριο της ύπαρξης. Όπως έλεγε και ο σπουδαίος Έλληνας στοχαστής, Χρήστος Μαλεβίτσης, «ο δημιουργός είναι φορέας μυστηρίου». Κάτι τέτοιο ήθελε να πει, φαντάζομαι, και ο Γέιτς όταν έλεγε πως «ό,τι μπορεί να εξηγηθεί δεν είναι ποίηση». Προφανώς, στη μυστηριακότητα και τη θαυμασιότητα του κόσμου αναφέρεται ο Γκαίτε όταν λέει ότι «το ανώτατο σημείο στο οποίο μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος είναι το θάμπος», αλλά και ο Ηράκλειτος που, ως κορυφαίος μεταφυσικός νομοθέτης, αναφέρει: «η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί».
Η γνήσια ποίηση επιχειρεί να εκπορθήσει δια των λέξεων το Ανείπωτο και να προσεγγίσει το Ανεξήγητο, εγκυκλώνοντας το μυστήριο του ζειν και απομυθοποιώντας τις κατεστημένες βεβαιότητες. Πάντοτε, βέβαια, στον βαθμό του ανθρωπίνως δυνατού και έχοντας πάντα κατά νου ότι «σκοπός της ζωής είναι να νικιέσαι από ολοένα και μεγαλύτερα πράγματα», όπως λέει και ο Ρίλκε.
Ο κόσμος που μας περιέχει και τον περιέχουμε είναι μαγικός και εκθαμβωτικός στον βαθμό που είναι μυστηριακός. Όσο λησμονούμε και χάνουμε την αίσθηση του μυστηρίου, τόσο απομαγεύεται ο κόσμος.
Στην εποχή μας, όμως, ο άνθρωπος λαμβάνει χαρακτηριστικά μετανθρώπου – αν δεν έχει ήδη γίνει έτσι – προφανώς και λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης και της έλευσης της τεχνητής νοημοσύνης. Ο σύγχρονος, δηλαδή ο ηλεκτρονικός άνθρωπος φαίνεται ότι μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μηχανοποιημένο ον, το οποίο αναζητεί και εισπράττει αντί για γνώση πληροφορία, αντί για ουσία ταχύτητα, αντί για εικόνα εικονολαγνεία, αντί για μουσική ηχολογία κ.λπ., ενώ έχει αποκτήσει την πανίσχυρη ψευδαίσθηση ότι μπορεί να ρυθμίσει σχεδόν όλα τα ζητήματα της ζωής του με το πάτημα κουμπιών και μπροστά σε μια οθόνη. Ταυτόχρονα, εδώ και δεκαετίες, αλλά από ό,τι φαίνεται ακόμα περισσότερο στις μέρες μας, έχουμε μετατρέψει τα μέσα σε σκοπούς (έχουμε δηλαδή θέσει ως υπέρτατο σκοπό μας την αδιάκοπη ανανέωση των μέσων), με αποτέλεσμα να μπαίνουμε, όσο ποτέ άλλοτε, σε μια διαδικασία – για να το πούμε πιο απλά – «βαρελιού χωρίς πάτο». Όπως θα έλεγε και ο Σοπενχάουερ, «είναι όπως το θαλασσινό νερό: όσο πίνεις διψάς».
Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν, στην εποχή του ρομποτοποιημένου ανθρώπου –- καταναλωτή, που προσπαθεί να ξεδιψάσει με θαλασσινό νερό, ίσως μπορούμε να πούμε ότι η ποίηση αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αξία, ως δημιουργία που, όπως λέει ο Έλιοτ, αποτελεί τη «συνισταμένη όλων των πνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου, από τις πλέον ασυνείδητες ως τις πλέον συνειδητές, οι οποίες συνθέτουν τον λόγο μέσω μιας διαδικασίας αποπροσωποποίησης, μετασχηματίζοντας το προσωπικό σε υπερπροσωπικό και υποτάσσοντας το επικαιρικό στο διαχρονικό». Παράλληλα, η ποιητική δημιουργία μάς απεγκλωβίζει από τη χρηστική διάσταση των πραγμάτων και μας εξυψώνει πάνω από τη γήινη ατμόσφαιρα της ανάγκης, όπως σημειώνει ο Σοπενχάουερ.
Επομένως, η ποίηση, παρότι δεν έχει κάποιο πρακτικό αντίκρισμα (ο ποιητής δεν είναι ούτε πολιτικός ούτε επιστήμονας για να δίνει και να υπόσχεται λύσεις σε πρακτικά ζητήματα της καθημερινότητας και της ζωής μας), τελικά λειτουργεί απελευθερωτικά και λυτρωτικά, και στην εποχή μας, καθώς, εκτός των άλλων, μας απεγκλωβίζει από το ασφυκτικό σχήμα του μηχανοποιημένου ανθρώπου και του στείρου πρακτικισμού.
Και πάντα αφυπνίζει και μας υπενθυμίζει τον ωκεανό του θάμβους και τον ίλιγγο του μυστηρίου που μας περιβάλλει, διανοίγoντας τη συνείδηση προς το βάθος της υπάρξεως.
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.












