Γιάννης Αναστασάκης: «…Ο σπόρος της ελπίδας υπάρχει…»

Ο σκηνοθέτης μιλά με αφορμή την παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό»
Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018 09:00
A- A A+

Γιώργος Σ. Κουλουβάρης
gkoul@naftemporiki.gr

Προσεγγίζοντας με τη δική του ματιά ένα κορυφαίο έργο που παραμένει ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες και χωράει άπειρες σκέψεις και πολλούς προβληματισμούς, ο σκηνοθέτης Γιάννης Αναστασάκης μάς μιλά για την παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό».

Το αριστούργημα της παγκόσμιας δραματουργίας, το πιο γνωστό έργο του Ιρλανδού νομπελίστα συγγραφέα Σάμιουελ Μπέκετ, ένα έργο - ερώτηση που αναζητεί επίμονα απάντηση, παρουσιάζεται από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ), στο Βασιλικό Θέατρο, στη Θεσσαλονίκη.

Ο Γιάννης Αναστασάκης σκηνοθετεί το έργο, το οποίο στερείται πλοκής ακόμη πιο ολοκληρωτικά από τα υπόλοιπα έργα του «Θεάτρου του Παραλόγου» και αποτελεί - κατά πολλούς - το σημαντικότερο θεατρικό του 20ού αιώνα, και μιλά για την παράσταση και τους συσχετισμούς της με το σήμερα.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του παραβολικού μύθου του Μπέκετ;

«Δύο άστεγοι περιμένουν έναν κύριο Γκοντό. Στο ίδιο μέρος πάντα. Μάλλον για χρόνια. Ο χώρος αναμονής είναι γυμνός. Μονάχα ένα δέντρο. Το τέλος της μέρας τους βρίσκει στην ίδια θέση. Ελπίζουν, απελπίζονται, φλυαρούν, σωπαίνουν. Φοβούνται, τρομάζουν, αυτοσαρκάζονται, τολμούν. Σε μια αέναη καθημερινή “προσομοίωση” της δικής μας καθημερινότητας. Με τη λοξή ματιά του Μπέκετ. Με το νυστέρι και το χάδι αυτού του σπουδαίου συγγραφέα. Μήπως, τελικά, είμαστε εμείς ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν;».

Πώς τον προσεγγίζετε μέσα από τη σκηνοθετική σας οπτική;

«Αγαπώ αυτό το έργο, γιατί μιλά με καίριο τρόπο για την ανθρώπινη ύπαρξη. Μοιάζει σαν να μην υπάρχει δράση. Κι όμως, συμβαίνουν τόσα πράγματα, εκφράζονται τόσα συναισθήματα, λέγονται τόσες μεγάλες αλήθειες, που, στο τέλος, ξαφνιάζεσαι με τη δύναμη της γραφής. Θέλησα να δοθούν όλες οι πτυχές του έργου ανάγλυφα, να μη φοβηθούν οι ηθοποιοί την αναμέτρηση - καταρχάς με τον εαυτό τους, να επικοινωνήσουμε τις ιδέες του συγγραφέα στο κοινό μας, να φωτίσουμε τις σκοτεινές περιοχές, να τηρήσουμε ενός λεπτού σιγή για την ανθρώπινη μοίρα. Κι όλα αυτά να δοθούν με τα λιτά μέσα ενός “φτωχού θεάτρου”, χωρίς εφέ κι εντυπωσιασμούς. Νιώθω σαν να ρίξαμε έναν κουβά σε ένα βαθύ πηγάδι και τον ανεβάσαμε γεμάτο δροσερό νερό. Κι ύστερα, πλύναμε το πρόσωπό μας κι ήπιαμε λίγες σταγόνες - για να φτάσει να πιούν κι οι θεατές μας. Και να ξεπλύνουν κι αυτοί το πρόσωπό τους».

Σκιαγραφείστε μας τους ήρωες του έργου.

«Ο Βλαδίμηρος κι ο Εστραγκόν έλκουν την καταγωγή τους από τον κόσμο του τσίρκου. Αλλά δεν είναι μόνο δύο κλόουν. Είναι και διανοούμενοι. Είναι και φίλοι. Έχουν όλα τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης, γι’ αυτό και τους νιώθουμε πολύ κοντινούς. Κρύβουν μια τεράστια δύναμη, κι ας παραδίνονται στην απελπισία. Την κρίσιμη στιγμή, ο ένας δίνει “χέρι βοηθείας” στον άλλον και δεν βουλιάζουν, σέρνονται μόνο στα πόδια τους κι ελπίζουν. Όμως, δεν τολμούν να αλλάξουν τη συνθήκη -γεννήθηκαν για να υπομένουν. Κάποιες στιγμές, βλέποντάς τους, αισθάνομαι ότι έχουν πάρει στις πλάτες τους τις αμαρτίες του κόσμου. Και δεν έχουν ηλικία. Είναι παιδιά και γέροι μαζί. 

Ο Πότζο και ο Λάκι είναι το δεύτερο ζευγάρι του έργου. Ο Πότζο είναι ο αφέντης κι ο Λάκι ο - “τυχερούλης”! - δούλος. Το παιχνίδι της εξουσίας είναι παρόν. Κι όταν οι  όροι αντιστρέφονται στο β΄ μέρος, κι ο Πότζο είναι πια ανήμπορος, ο Λάκι δεν επαναστατεί. Οδηγεί το τυφλό αφεντικό του πειθήνια. Σε μια αναγωγή στο σήμερα, ο Λάκι είναι ο λαός κι ο Πότζο οι ηγέτες του. Ο Λάκι,  κάποτε, είχε φωνή, είχε γνώση της ανθρώπινης σκέψης και την κοινωνούσε. Αλλά στο β΄ μέρος του έργου, είναι πλέον μουγγός -  πιθανόν, σε μια ηθελημένη σιωπή. Και παρόλο που ξέρει καλά την ανημπόρια του Πότζο, δεν επαναστατεί. Μένει δεμένος στο σκοινί του αφεντικού του. Δεν σας φαίνεται πως μοιάζει ο Λάκι με τη στάση των λαών της Ευρώπης σήμερα; Εγώ βλέπω πολλές ομοιότητες.

Το πέμπτο πρόσωπο του έργου είναι το αγόρι. Ο απεσταλμένος του Γκοντό. Στην παράστασή μας, το αγόρι έχει γεράσει. Από το 1948 που γράφεται το έργο, έρχεται και ξανάρχεται, για να μεταφέρει το “μήνυμα” ότι “Ο Γκοντό δεν θα έρθει σήμερα. Αλλά, θα έρθει οπωσδήποτε αύριο”. Κανείς δεν το πιστεύει πια. Αλλά η αποστολή εκτελείται. Σαν να είναι πάντα η πρώτη φορά. Μια μορφή σπαρακτική που έχει συμβιβαστεί με τη ματαιότητα, αλλά πειθαρχεί στο καθήκον».

Ο Βλαδίμηρος κι ο Εστραγκόν τι περιμένουν και σε τι τους ωθεί αυτή η αναμονή μιας ανύπαρκτης άφιξης; Μήπως κι εμείς περιμένουμε μια ανατροπή που δεν θα έρθει ποτέ;

«Περιμένουν τη λύση. Την ευτυχία ή τον θάνατο. Τους θαυμάζω, απορώντας για το κουράγιο τους. Είναι πολύ πιο δυνατοί απ’ όσο νομίζουν οι ίδιοι. Θα μπορούσαν να δράσουν, αντί να περιμένουν. Να εγκαταλείψουν την ατέρμονη αναμονή και να προχωρήσουν. Το προσπαθούν ξανά στο τέλος του έργου: “- Πάμε; - Φύγαμε!”. Όμως, μένουν ακίνητοι. Σέβομαι τη στάση τους. Νιώθεται.

Αλλά εμείς, σήμερα, οφείλουμε να προχωρήσουμε! Να αναμετρηθούμε με τις ουτοπίες μας, να ανατρέψουμε τη στείρα αναμονή, που την έχουμε αποδεχθεί σχεδόν αδιαμαρτύρητα. Είμαστε αρκετοί που το προσπαθούμε κι ελπίζω να γίνουμε ακόμη περισσότεροι. Ο σπόρος της ελπίδας υπάρχει. Αλλιώς, γιατί βγάζει φύλλα το ξεραμένο δέντρο; Για πείτε μου εσείς!

Να σας πω και κάτι ακόμα; Η παράσταση γεννά συζητήσεις, κι αυτό μας γεμίζει αισιοδοξία. Έξω από το Βασιλικό Θέατρο, κάθε βράδυ, μένουν για ώρα παρέες θεατών και κουβεντιάζουν για τα νοήματα του έργου, για τα συναισθήματα που ένιωσαν τις δύο ώρες που βρέθηκαν στην πλατεία του θεάτρου. Η παράσταση συνεχίζεται, λοιπόν, στον δρόμο! Επομένως, μπορούμε να ελπίζουμε πως η τέχνη μας είναι ακόμη ζωντανή. Και πως επιδρά στο μυαλό και στην καρδιά των ανθρώπων. Και πως δεν μένει μονάχα η αισθητική απόλαυση στο τέλος!».

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης, σκηνοθεσία: Γιάννης Αναστασάκης, σκηνικά - κοστούμια: Κένι ΜακΛέλαν, πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Μάνος Μυλωνάκης, επιμέλεια κίνησης: Δημήτρης Σωτηρίου, φωτισμοί: Βασίλης Παπακωνσταντίνου, βοηθός σκηνοθέτη: Σαμψών Φύτρος, βοηθός σκηνογράφου - ενδυματολόγου: Μαρία Μυλωνά, φωτογράφιση παράστασης: Τάσος Θώμογλου, οργάνωση παραγωγής: Ηλίας Κοτόπουλος. Παίζουν: Γιώργος Καύκας (Βλαδίμηρος), Παναγιώτης Παπαϊωάννου (Πότζο), Θανάσης Ραφτόπουλος (Λάκι), Κωνσταντίνος Χατζησάββας (Εστραγκόν), Φούλης Μπουντούρογλου (αγόρι).

Πληροφορίες

Βασιλικό Θέατρο: πλατεία Λευκού Πύργου - Θεσσαλονίκη. Διάρκεια παράστασης: 130 λεπτά. Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη: 18.00, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο: 21:00, Κυριακή 19:00. Η παράσταση παρουσιάζεται με αγγλικούς υπέρτιτλους κάθε Παρασκευή και Σάββατο. Τιμές εισιτηρίων: Τετάρτη και Πέμπτη: γενική είσοδος: 5 ευρώ, Παρασκευή: κανονικό θέσεις πλατείας: 10 ευρώ, εκπτωτικό (εξώστης, φοιτητικό, άτομα άνω των 65 ετών): 8 ευρώ, ομαδικό (για κρατήσεις άνω των 20 ατόμων): 7 ευρώ, Σάββατο και Κυριακή: κανονικό θέσεις πλατείας: 13 ευρώ, κανονικό θέσεις εξώστη: 10 ευρώ, εκπτωτικό (φοιτητικό, άτομα άνω των 65 ετών): 8 ευρώ, ομαδικό (για κρατήσεις άνω των 20 ατόμων): 7 ευρώ, άνεργοι: για όλες τις παραγωγές του ΚΘΒΕ, δωρεάν Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή (για περιορισμένο αριθμό θέσεων), ατέλειες: εφόσον υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις, ισχύουν ατέλειες ΕΣΗΕΜΘ, ΕΣΗΕΑ, ΣΕΗ, τμημάτων θεάτρου, δραματικών σχολών, σκηνοθετών, ΑΜΕΑ: δωρεάν, πολύτεκνοι: 5 ευρώ, δάσκαλοι - καθηγητές: 10 ευρώ. Προπώληση εισιτηρίων: ταμεία ΚΘΒΕ, τηλεφωνικά: 2315 200200, ηλεκτρονικά: ntng.gr.

Προτεινόμενα για εσάς

Δημοφιλή